Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αrchaeology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αrchaeology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Μαΐου, 2026

Ανάκτορο Νέστορος - Palace of Nestor

 




Πρόκειται για το καλύτερα σωζόμενο Μυκηναϊκό ανάκτορο. Είναι ένα συγκρότημα από διάφορα κτίρια με ένα σύνολο 105 ισογείων διαμερισμάτων ή άλλων χώρων. Αποτελείται από τέσσερα κύρια κτίρια (νοτιοδυτικό, κεντρικό, βορειοανατολικό, αποθήκη οίνου), καθώς και ορισμένα μικρότερα κτίσματα. Τα σημαντικότερα διαμερίσματά του είναι η μεγάλη ορθογώνια "αίθουσα του θρόνου" με την κυκλική εστία, το λουτρό με τον πήλινο λουτήρα και οι αποθήκες με τα πολυάριθμα αποθηκευτικά αγγεία.

Το ανάκτορο ήταν διώροφο και διακοσμείτο με πολύχρωμες τοιχογραφίες.

Από τη μελέτη των κειμένων των 1100 και πλέον πινακίδων της Γραμμικής Β που βρέθηκαν στο συγκρότημα του Ανακτόρου επιβεβαιώθηκε η ορθότητα της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής γραφής Β΄από τον Michael Ventris και προέκυψαν άφθονα στοιχεία για την έντονη βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα που είχε αναπτυχθεί με κέντρο το ανάκτορο.

 




The best preserved of the Mycenaean palaces. It's a complex of various buildings. It consists of 105 ground floor apartments. It has four main buildings (SW building, central building, NE building, wine store) and some smaller ones. The most important compartments of the palace are the big rectangural "throne room" with its circular hearth, the room with the clay bath tube and the stores with their numerous storage vessels. The walls of the palace were decorated with fine wall paintings.

 

The thousands of clay tablets in linear B' script found in the "Archive" illuminate the multiple functions and transactions which took place there. These texts proof that Linear B' is the earliest known Greek script, which was dechiphered by Michael Ventris.


23 Απριλίου, 2026

Modern historians about Macedonia –Ekrem Akurgal

 




 

 

VORWORT

Dieses Werk ist der erste Versuch einer Gesamtdarstellung der Kunst Anatoliens vom homerischen Zeitalter bis zur Epoche Alexanders des Großen. Es behandelt die Kunstwerke der Griechen, Phryger, Lykier, Lyder, Karer und Urartäer. Auch die persischen Denkmäler, die in Kleinasien gefunden wurden, werden hier zum größten Teil veröffentlicht.

 




Die aus den älteren und neueren Grabungen herrührenden Kleinfunde und plastischen Kunstwerke der genannten Zeit haben bis heute keine photographische Aufnahme erfahren, die ihrem ungewöhnlich hohen Werte entspricht. Auch die auf dem Boden Kleinasiens erhaltenen großartigen Fels- und Baudenkmäler verschiedener anatolischer Kulturen sind bis jetzt nur zu einem kleinen Teil und durch unzulängliche Aufnahmen bekannt geworden. Alle diese Kunstwerke liegen nun in diesem Bande in neuen und, wie ich hoffe, zeitgemäßen Aufnahmen vor.

Ankara am 30. Mai 1961                    EKREM AKURGAL



EINLEITUNG

 

Die Kunst Anatoliens und im besonderen die Periode vom homerischen Zeitalter bis zum Hellenismus ist wenig bearbeitet. Bis vor einem Jahrzehnt fehlte vor allem die Bodenforschung für die frühgriechischen Perioden. Die neuen Ausgrabungen von Smyrna, Milet, Phokaia und Daskyleion haben jedoch wichtiges und reichhaltiges Material zutage gefördert, das ein helles Licht auf die dunkle Zeit der Westküste Kleinasiens wirft.

Mit Hilfe des bereicherten frühgriechischen Materials sind wir nun imstande, uns über die wahre Rolle der ostgriechischen Kunst innerhalb der hellenischen Welt eine Vorstellung zu machen. Im homerischen Zeitalter waren die Äolier und Ioner, wie die materiellen Hinterlassenschaften deutlich vor Augen führen, auf dem Gebiete der Kunst gänzlich vom Mutterlande abhängig.




Da die Griechen in Kleinasien während des homerischen Zeitalters in der Hauptsache von der Landwirtschaft lebten und vor der Mitte des 7. Jahrhunderts keinen Anteil am Seehandel im Mittelmeer hatten, ist es verständlich, daß die bildenden Künste, die weitausgedehnte Absatzgebiete voraussetzen, sich dort nicht haben entwickeln können. Unter den griechischen Funden des 8. Jahrhunderts in Al Mina, dem nordsyrischen Hafen, sind keine Erzeugnisse aus Kleinasien nachzuweisen. Sie treten dort etwa ein Jahrhundert später, erst in der zweiten Hälfte des 7. Jahrhunderts auf.

 

 Akurgal,Ekrem,Die Kunst Anatoliens von Homer bis Alexander, ‎De Gruyter,Berlin 1961

18 Απριλίου, 2026

Θράκη:Πιστοποιούνται τα Αρχαιολογικά Μουσεία Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης

 



Το Αρχαιολογικό Μουσείο των Αβδήρων και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, λαμβάνουν το σήμα πιστοποίησης, μετά από τη σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Μουσείων, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4858/2021 που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας και της λειτουργίας των δημοσίων μουσείων. Η διαδικασία πιστοποίησης, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος, είναι υποχρεωτική και καλύπτει συνολικά περισσότερα από 200 δημόσια μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Το πρόγραμμα που εξελίσσεται σταθερά και μεθοδικά από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εφαρμόστηκε αρχικά, το 2021, σε πιλοτική βάση. Το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης, αποσκοπεί στην αναβάθμιση όλων των μουσείων της ελληνικής επικράτειας και την προσαρμογή τους στα διεθνή μουσειολογικά πρότυπα, με στόχο αφενός την ανταποδοτικότητα των Μουσείων προς τον επισκέπτη και αφετέρου την ενδυνάμωσή τους ως φορέων πολιτισμού.




Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Υπουργείο Πολιτισμού προωθεί εντατικά την πιστοποίηση των ελληνικών μουσείων, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος το οποίο επιτρέπει την αυτοματοποίηση και την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαδικασίας για την αναγνώριση των ιδιωτικών μουσείων και την πιστοποίηση των δημόσιων μουσείων της χώρας. Στόχος μας είναι  να δημιουργηθεί για τα ελληνικά μουσεία ένα σταθερό και αξιόπιστο ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας, ενισχύοντας την ποιότητα των υπηρεσιών τους, τη βιωσιμότητα και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις. Σήμερα, τα μουσεία –ανεξαρτήτως μεγέθους ή χαρακτήρα– βρίσκονται αντιμέτωπα με ολοένα και πιο απαιτητικές προκλήσεις. Καλούνται να είναι εξωστρεφή, να δίνουν έμφαση στην προσβασιμότητα, στην ποικιλομορφία, να αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία, ακολουθώντας συγκεκριμένες προδιαγραφές λειτουργίας. Η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους δεν αποτελεί τυπική διαδικασία. Είναι το εργαλείο για να γίνουν λειτουργικά, ενταγμένα στην κοινωνία. Η πιστοποίηση των Αρχαιολογικών Μουσείων Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης αποτελεί ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, επιβεβαιώνοντας την προσήλωση των υπηρεσιών μας στη συστηματική αναβάθμιση των περιφερειακών μουσείων και στην ενίσχυση του ρόλου τους, ως ζωντανών πυρήνων πολιτισμού και εκπαίδευσης στις τοπικές κοινωνίες. Η διαδικασία αποτελεί ένα σύστημα αξιολόγησης που εφαρμόζεται με πρότυπο τρόπο από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτελώντας σημαντικό βήμα για τη συνεχή αναβάθμιση των ελληνικών μουσείων, με στόχο την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών».



Τους φακέλους για την πιστοποίηση των Μουσείων Αλεξανδρούπολης και Αβδήρων υπέβαλαν οι Εφορείες Αρχαιοτήτων Έβρου και Ξάνθης, αντίστοιχα. Η διαδικασία πιστοποίησης ξεκίνησε, το 2024, με τη διενέργεια αυτοψιών από τα αρμόδια κλιμάκια των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και συνεχίστηκε με την εκπόνηση και την υλοποίηση εξατομικευμένων προγραμμάτων αναβάθμισης για κάθε Μουσείο. Τα προγράμματα αναβάθμισης αφορούσαν στη βελτίωση των κτηριακών υποδομών, στην οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των Μουσείων, στην αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς το κοινό, καθώς και στην ενίσχυση της διασύνδεσής τους με την κοινωνία. Όσον αφορά στις κτηριακές υποδομές, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη νομιμότητα των εγκαταστάσεων, στην ενεργειακή τους απόδοση, στην εφαρμογή μέτρων πυροπροστασίας, στην εξασφάλιση της προσβασιμότητας για όλους τους επισκέπτες.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2022, και αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα μουσεία της Ελλάδας. Στη μόνιμη έκθεση του περιλαμβάνονται ευρήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη από όλη τη Θράκη και αφηγούνται την ιστορία της περιοχής, από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Περισσότερα από 1.000 αρχαία αντικείμενα, αγγεία πήλινα, γυάλινα, χάλκινα και αργυρά νομίσματα, γλυπτά και ταφικές στήλες, όπλα, περίτεχνα κοσμήματα, ειδώλια, εργαλεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καλύπτουν μια μακρά περίοδο, από την 6η προχριστιανική χιλιετία έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Την παρουσίαση των εκθεμάτων συνοδεύουν βιντεοπροβολές και ψηφιακές πολυμεσικές εφαρμογές για μια πιο διαδραστική εμπειρία. Το Μουσείο είναι πλήρως προσβάσιμο από τα ΑμεΑ.



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων, εγκατεστημένο στον σύγχρονο οικισμό των Αβδήρων, στην Ξάνθη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Θράκης. Λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2000 και στεγάζει ευρήματα από τις ανασκαφές στην περιοχή, που ξεκίνησαν το 1950. Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις κύριες ενότητες που αναδεικνύουν την ιστορία της πόλης όπου γεννήθηκαν σπουδαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας. Η παρουσίση οργανώνεται σε θεματικές ενότητες που αφορούν στη δημόσια και ιδιωτική ζωή των αρχαίων Αβδηριτών, στις ταφικές συνήθειες και στη θρησκεία. Το Μουσείο έχει έντονα εκπαιδευτικό προσανατολισμό, με τα εκθέματα να πλαισιώνονται από πλούσιο εποπτικό υλικό, όπως χάρτες, σχέδια και διαγράμματα.


02 Απριλίου, 2026

Μακεδονία:Η Ιστορία του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

 


Η ιστορία του ΑρχαιολογικούΜουσείου Θεσσαλονίκης (ΑΜΘ) παρακολουθεί τη διαδρομή της νεότερης ιστορίας της πόλης. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων «παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας» ήταν η πρώτη υπηρεσία που ιδρύθηκε, τον Νοέμβριο του 1912, δεκαπέντε μόλις μέρες μετά την υπογραφή παράδοσης της πόλης στο Ελληνικό Κράτος.

Μέχρι το 1925 τόπος συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας ήταν το Διοικητήριο (το σημερινό κτίριο του Υπουργείου Μακεδονίας και Θράκης), καθώς και η Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ, το κτίριο που στέγασε τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, συγκεντρώνονται αρχαιότητες από τον γαλλικό στρατό της Ανατολής (Armée Françcaise d’ Orient) αρχικά στο Καραμπουρνάκι και στη συνέχεια στη Ροτόντα, ενώ τα ευρήματα από τις έρευνες των Άγγλων συγκεντρώνονται στον Λευκό Πύργο.

Το 1925 παραχωρείται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το Γενή Τζαμί, «το νεότερο τζαμί», τζαμί των Ντονμέδων (εξισλαμισμένων Εβραίων), της άλλοτε τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης. Το Γενί Τζαμί θα αποτελέσει το πρώτο μουσείο της πόλης, όπως το δηλώνει και η επιγραφή που έχει απομείνει στην προμετωπίδα του. Το 1940 πολλές αρχαιότητες, κυρίως γλυπτά, θάφτηκαν σε ορύγματα προκειμένου να διασωθούν από τη λαίλαπα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι αρχαιότητες ξεθάφτηκαν το 1951 και για πρώτη φορά εκτέθηκαν στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου (Γενί Τζαμί), το 1953.

Το 1950 παραχωρήθηκε ένα μεγάλο οικόπεδο σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ. σε άμεση γειτνίαση με τη μεγάλη έκταση όπου οργανωνόταν η Διεθνής Έκθεση. Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου ανατέθηκε στον επιφανή Έλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, σημαντικό εκπρόσωπο του μοντερνισμού στην Ελλάδα.

Το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε το 1962 με κάθε επισημότητα, μαζί με τις γιορτές για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με έκθεση των εντυπωσιακών ευρημάτων των τάφων του Δερβενίου που είχαν αποκαλυφθεί την ίδια χρονιά. Στη συνέχεια οργανώθηκε έκθεση γλυπτικής, από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, από τον ομότιμο καθηγητή Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργο Δεσπίνη.

Τα λαμπρά ευρήματα του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου από την ανασκαφή των βασιλικών τάφων των Αιγών στη Βεργίνα, τα οποία μεταφέρθηκαν για φύλαξη και συντήρηση στο μουσείο αμέσως μετά την ανεύρεσή τους, επέβαλλαν την οργάνωση νέου τρόπου έκθεσης και κατέδειξαν την ανάγκη μιας κτιριακής επέκτασης. Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, αυτής των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Η ανασκαφή και η έκθεση πραγματοποιήθηκαν με την εποπτεία και επιμέλεια της εφόρου αρχαιοτήτων Αικατερίνης Δεσποίνη. Το 1985, επετειακό έτος για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ., οργανώθηκε η πρώτη μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία και αρχαιολογία της πόλης, με την επιμέλεια της τότε διευθύντριας του Μουσείου Ιουλίας Βοκοτοπούλου.

 

Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτίριο του Α. Βογιατζή του 1980, με εποπτεία του τότε διευθυντή του Μουσείου Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια της αρχαιολόγου Μαρίας Παππά. Το 1998, μετά από τη μεταφορά των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο Θεσσαλονίκης στη Βεργίνα και την έκθεσή τους στο μουσειακό οικοδόμημα που ανέπλαθε τον μεγάλο ταφικό τύμβο των βασιλικών τάφων, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων», υπό την εποπτεία του τότε διευθυντού Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια των αρχαιολόγων Μπετίνας Τσιγαρίδα και Δέσποινας Ιγνατιάδου, προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων.

Το 2001 με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα [Π.Δ. 401/2001, ΦΕΚ 286/Α’/20.12.2001] το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης γίνεται ανεξάρτητη περιφερειακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η επιτακτική ανάγκη ανακαίνισης του κτιρίοου του Καραντινού και του Βογιατζή και οι σύγχρονες μουσειολογικές επιταγές, οδήγησαν στην απόφαση μιας ριζικής μετασκευής του Μουσείου στην αυγή του 21ου αιώνα που πραγματοποιήθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νίκου Φυντικάκη.

Μετά από μία μακρά περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε τις πύλες του στο κοινό τον Σεπτέμβριο του 2006. Στο διάστημα που προηγήθηκε, εκτός από την κτιριακή επέκταση ολοκληρώθηκε και το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μέρος της προσπάθειάς μας: σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε η επανέκθεση των συλλογών του Μουσείου με τρόπο που να καλύπτει τις ανάγκες του σύγχρονου επισκέπτη.

Το ανακαινισμένο πλέον Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης λειτουργεί από το 2006 με πέντε νέες θεματικές εκθέσεις, που πραγματοποιήθηκαν υπό την εποπτεία του Δ. Γραμμένου και μεγάλου επιτελείου πολλών ειδικοτήτων. Η έκθεση, απολύτως ανθρωποκεντρική, έχει έντονο διδακτικό χαρακτήρα, εστιάζοντας πάντα στον άνθρωπο, τόσο ως δημιουργό των τεχνουργημάτων, όσο και ως σύγχρονο θεατή-επισκέπτη. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης είναι ένας χώρος πολιτισμού και μάθησης, ανοιχτός σε όλους.


ΜΟΝΙΜΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

👉ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜAΚΕΔΟΝIA  

👉ΠΡΟΣ ΤΗ ΓEΝΕΣΗ ΤΩΝ ΠOΛΕΩΝ

01 Απριλίου, 2026

Macedonia:The Story of the Archaeological Museum of Thessaloniki

 


The story of the Archaeological Museum of Thessaloniki is similar to the city's recent history. The Ephorate of Antiquities "by the General Directorate of Macedonia" was the first service to be founded, on November 1912, only a fortnight after the city was incorporated into the Greek State.

Until 1925, all antiquities found in Macedonia were gathered at the Residency (Dioikitirion- the modern-day building of the Ministry of Macedonia-Thrace) as well as the Ottoman Idadie School, which housed the Faculty of Philosophy of the Aristotle University. During World War I, the French Army (Armee Francaise d’ Orient) was gathering antiquities initially at Karabournaki and later on at Rotonda, while the British Army would gather the antiquities they uncovered at the White Tower.

In 1925, the Yeni Cami, the new mosque, the centre of worship for the Donmeh population of the Ottoman-occupied Thessaloniki, was given to the Archaeological Service. The Yeni Cami would become the city's first Museum, as the inscription still in place on its facade indicates. In 1940 many antiquities, mainly sculptures, were buried in trenches in order to be protected from war raids. They were unearthed in 1951 and displayed for the first time in the main hall of the Archaeological Museum (Yeni Cami) in 1953.

In 1950 a large plot was designated for the erection of a new Museum, in the heart of the city, on Y.M.C.A. Square, next to the grounds of the International Fair. The project was assigned to Patroklos Karantinos, an notable Greek modernist architect.

The new Museum was inaugurated in 1962 in a grand ceremony, as part of the celebrations for the completion of 50 years since Thessaloniki's liberation, exhibiting the impressive finds from the Derveni tombs, which had been found in the same year. An exhibition of sculptures from the Archaic to the Roman era followed, designed by Giorgos Despinis, professor of Archaeology at the Aristotle University of Thessaloniki.

The impressive finds of the Royal Tombs at Vergina revealed by professor Manolis Andronikos, which were transferred to the Museum for storage and conservation as soon as they were found, necessitated a new display pattern and required the construction of a building extension. In 1982 a new exhibition was designed to display the finds from the cemetery of Sindos. The ephor of antiquities, Aikaterini Despini was responsible for both the excavation and the exhibition. In 1985, with the completion of 2300 years since the foundation of Thessaloniki by Cassander in 315 BC, the then director of the Museum, Julia Vokotopoulou organised the first major exhibition dedicated to the city's history and archaeology.

 

In 1996 the first large-scale exhibition on Prehistoric Macedonia took place at the Museum, below the Vergina Hall, at the new building extension (by Vogiatzis) completed in 1980. This exhibition was organised by the then director Dimitrios Grammenos and the archaeologist Maria Pappa. In 1998, when the Vergina finds were transferred back to their place of discovery to be displayed in a new museum that simulated the large burial mound of the Royal Tombs, a new exhibition was organised at the Museum of Thessaloniki, entitled "The Gold of Macedon" by Dimitrios Grammenos and the archaeologists Betina Tsigarida and Despina Ignatiadou, in order to fill the gap of the remarkable royal burial assemblages.

In 2002, through a Presidential Decree (401/2001), the Archaeological Museum of Thessaloniki became a separate Special Regional Service of the Ministry of Culture. At the dawn of the 21st century, modern museological needs led to an extensive renovation of the building. The Museum became accessible to the public again in 2004 with new permanent exhibitions. On September, 2006, the renovated Archaeological Museum was officially reopened with five new thematic exhibitions, under D.Grammenos and a large team of specialists. The new exhibitions, completely anthropocentric, bypassing the thread of time, has acquired a strong didactic character.

After a long period of work for the renovation of the exhibition, storage, preservation and management spaces, the Archaeological Museum of Thessaloniki opened for the public on September 2006. In the time before the opening, apart from the expansion of the building, the most important and vital part of our efforts was completed: the exhibitions of the museum were redesigned in a way that responds to the needs of the modern visitor.

Our intention was to shed light on the different sides of the culture that was created in Macedonia, mainly in Thessaloniki and the adjacent municipalities: from the beginning of prehistoric times up until the late antiquity, meaning the beginning of the Christian era.

We welcome you to visit the Museum. Immense yourself in the stories that it has to tell you, see and listen to how an object can “make” history. In addition, come to experience and enjoy all that a modern museum can offer: educational programs, exhibitions of ancient and modern culture, workshops, academic talks, seminars and recreational activities.

  The Archaeological Museum of Thessaloniki is a space of culture and learning, open for everyone.

 

Permanent Exhibitions 


💥Prehistoric Macedonia

💥Towards the birth of cities 

💥In Macedonia from the 7th century BC until the late antiquity

💥Thessaloniki,the Metropolis of Macedonia

💥The Gold of Macedon 

💥Field,House,Garden,Grave 

💥Memory in Stone 

💥Macedonia.From fragments to pixels 

29 Μαρτίου, 2026

Excavations at Alexander the Great's rediscovered city in Iraq postponed due to war

 

The walls of the ancient city of Alexandria 



Excavations at an ancient “lost” city in Iraq recently rediscovered by archaeologists have been postponed due to the ongoing war in the region, Stefan Hauser, an archaeology professor at the University of Konstanz in Germany, tells The Art Newspaper. The city, named Alexandria on the Tigris—located near Basra, close to the border with Iran—was founded by Alexander the Great, the king of the ancient Greek kingdom of Macedon, in 324 BC. The results of recent research on the site were published by the University of Konstanz in January.

Hauser calls the "ill-advised" Israeli and US attack on Iran "a complete catastrophe" in many respects. "The Iraqi airspace is closed and there is hardly any other way to enter or leave the country. We were planning a campaign of geophysical work which had to be postponed. If we are lucky, we can apply again for autumn," he says.

Given the geography of the site itself—flat, with the ruins below ground—the potential for the remains to be damaged in any conflict is low. However, the site was formerly used as a military camp and its wall as part of the second defensive line in the Iran-Iraq War (1980-89), Hauser says. "Mary Shepperson did a great study on this in which she documented 2,000 changes to the site's surface due to trenches [and] tank protection," he adds.

The University of Baghdad and the Iraqi Antiquities Authority had been planning a major conference for the end of March, the 71st Rencontre assyriologique internationale, which has now been cancelled due to the "security situation", according to its website. During the current conflict, at least 82 people have been killed in Iraq and dozens injured, according to Iraqi health authorities.

 

Alexandria on the Tigris

 

Drone imagery and geophysical surveys have revealed that Alexandria on the Tigris was a key regional trade hub. Subsequent analysis using a cesium magnetometer—an instrument capable of non-invasively detecting anomalies in the Earth’s magnetic field caused by buried structures—identified four main civic areas of what turned out to be a giant metropolis across some 500km: a residential district, a palace, a river port with workshops and an agricultural irrigation system.

Abandoned in the third century when the Tigris River changed its course and sedimentation restricted port access, Alexandria on the Tigris was also known as Antiocheia in Susiana and subsequently Charax Spasinou (the rampart of Hyspaosines) after its re-establishment by a local ruler. The city languished in the desert until the mid-20th century when the researcher John Hansman reviewed aerial photographs and connected vestigial structures in an area known as Jebel Khayyaber, near Basra, and a description of Alexandria on the Tigris written in the first century by the Roman author Pliny the Elder.


Columns from a palace on the site of Alexandria on the Tigris 


Ongoing political and security issues, especially the Iran-Iraq War, made further research difficult. Then in 2014, the British researchers Jane Moon, Robert Killick and Stuart Campbell were allowed to access the site, albeit under tight security. They invited Hauser—one of the few experts in post-cuneiform Near Eastern archaeology—to join them.

A long history of neglect around the study of this historic period has compounded accessibility issues, according to Hauser, who is leading the Alexandria on the Tigris project. “When the various academic disciplines developed, the period between the end of cuneiform—more or less mid-first millennium BC and the advent of Islam—was sidelined," he explains.

Hauser says this has changed in recent years, with a growing interest in post-cuneiform Near Eastern archaeology globally. However, he believes that the Arsacid (or "Parthian") empire—which lasted from 250 BC-226 AD and was “the eastern equivalent/partner/sometimes enemy to Rome between 140 BC and 226 AD"—has often been misinterpreted as having poor internal organisation. Excavating Alexandria on the Tigris, the capital of one of its core provinces, will “help to validate its structure”, Hauser tells The Art Newspaper.

It is hoped that when further work in Alexandria on the Tigris is able to resume it “can and should help to rebalance our historical perspective" on the Arsacid Empire, Hauser says. "As a kind of reality test, it helps to demonstrate the might and organisation of the Arsacid Empire (the great unknown in the history of the Near East) and illustrates the intense connectivity of long-distance trade in antiquity—which, indeed, was the reason for Alexander to found this city in the first place.”


Hadani Ditmars,The Art Newspaper


03 Μαρτίου, 2026

Αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας στους Φιλίππους 2025

 


Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιεί η ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στους Φιλίππους, συνεχίστηκε το καλοκαίρι του 2025. Η ανασκαφική έρευνα ξεκίνησε με την ολοκλήρωση της ανασκαφής στη στοά που βρίσκεται στη νησίδα 7, νότια του νότιου decumanus – κύριου οδικού άξονα της πόλης. Στο νότιο τοίχο της στοάς αποκαλύφθηκε θύρα, με σωζόμενο in situ μαρμάρινο κατώφλι.

Η ανασκαφή συνεχίστηκε ανατολικά του νότιου decumanus. Εντοπίστηκε η συνέχεια της μαρμαροστρωμένης οδού, καθώς και το ανατολικό τμήμα του cardo, του κάθετου δρόμου, ο οποίος ορίζει το ανατολικό όριο της νησίδας 7. Ανατολικά του cardo εντοπίστηκαν δυο χώροι από την επόμενη, στα ανατολικά, οικοδομική νησίδα. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην πλήρη αποκάλυψη του κρηναίου οικοδομήματος, που εντοπίζεται στο σημείο όπου συγκλίνουν οι δύο κύριες οδοί (βόρειος και νότιος deumanus). Φέτος εντοπίστηκε το σύνολο της επιφάνειας, την οποία καταλάμβανε το κρηναίο οικοδόμημα. Αποκαλύφθηκε, επιπλέον, μέρος της μαρμαρόστρωσης της πλατείας, η οποία διαμορφώθηκε στο σημείο σύγκλισης των δύο οδών. Εντοπίστηκαν πλήθος μαρμάρινων ανάγλυφων μελών, που διαμόρφωναν τα σημεία παροχής νερού: πρόκειται για μαρμάρινα καμπύλα θωράκια, που ενώνονταν σε κογχωτή διάταξη. Κατέστη δυνατή η επανατοποθέτηση δύο τεμαχίων στην αρχική τους θέση, πλαισιώνοντας το θωράκιο που σώζεται κατά χώραν.

Τα φετινά ευρήματα της ανασκαφής είναι, κυρίως, κεραμική, χάλκινα νομίσματα, μετάλλινα αντικείμενα και μια ακέραια μαρμάρινη λεκανίδα. Βρέθηκαν, επίσης, δύο θραύσματα επιγραφών σε λατινική γραφή. Οι επιγραφές κοσμούσαν το επιστύλιο, πιθανώς του κρηναίου, και αναφέρονται σε αυτό. Η πρώτη επιγραφή διασώζει, σε μια σειρά με κεφαλαία γράμματα, το εξής: PHILIP. Η δεύτερη επιγραφή σώζεται σε δυο σειρές, σε λατινική γραφή και κεφαλαία γράμματα: στην πρώτη σειρά σώζεται το εξής P·NYMP και στη δεύτερη σειρά REI·PVB.

Κατά την ανασκαφή του νότιου decumanus εντοπίστηκε, σε πολύ καλή κατάσταση, τμήμα μαρμάρινου λέοντα μεγάλων διαστάσεων. Συγκεκριμένα, σώζεται ακέραια η κεφαλή του, με την πλούσια κόμη του, και τμήμα του λαιμού και του σώματός του. Η κεφαλή είναι στραμμένη προς τη δεξιά πλευρά του. Τα χαρακτηριστικά της κεφαλής του λέοντα σώζονται σε άριστη κατάσταση.

Ο μαρμάρινος λέοντας αποτελεί το τελευταίο εντυπωσιακό γλυπτό που εντοπίστηκε, από όσα κοσμούσαν την κρήνη. Αν και πιθανώς εντάσσεται στην αυτοκρατορική εποχή, φαίνεται να μη συνανήκει με κανένα από τα γλυπτά που αποκαλύφθηκαν τις προηγούμενες χρονιές. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την εντύπωση ότι η κρήνη, αν και αποτελούμενη από αρχιτεκτονικά στοιχεία ρωμαϊκής περιόδου (όπως δείχνουν και οι λατινικές επιγραφές στα αρχιτεκτονικά μέλη) και γλυπτά της ίδιας εποχής, έχει αναμορφωθεί και διακοσμηθεί με μία συλλογή ετερόκλητων, μεταξύ τους, στοιχείων. Η πρακτική αυτή ταιριάζει καλύτερα με μια περίοδο ιστορικισμού, στις αρχές της μέσης βυζαντινής περιόδου, χρονολόγηση η οποία ενισχύεται από σημαντικά κατασκευαστικά στοιχεία της κρήνης, αλλά και το γεγονός ότι έχει στηθεί πάνω από τις πλάκες του χώρου σύγκλισης των δύο οδών. Το σημείο αυτό των δύο οδών είναι βέβαιο ότι έχει αναμορφωθεί κατά τον πρώιμο μεσαίωνα. Την ίδια εικόνα έχουμε και από το σύνολο των κινητών ευρημάτων.

Διευθύντρια της ανασκαφής είναι η ομότιμη καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας Ναταλία Πούλου και άμεσοι συνεργάτες ο αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Αναστάσιος Τάντσης, καθώς και ο ομότιμος καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Αριστοτέλης Μέντζος. Μέλη της ομάδας της ανασκαφής είναι οι υποψήφιοι διδάκτορες Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Νικόλαος Θεοδωρίδης και Κωνσταντίνος – Μιχαήλ Γκανάτσας. Στην ανασκαφή συμμετείχαν προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές/φοιτήτριες του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, μια προπτυχιακή φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και μια προπτυχιακή φοιτήτρια Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Université Paris-Nanterre της Γαλλίας.

 Η ανασκαφή χρηματοδοτήθηκε με χορηγία από την εταιρεία RAYCAP.












20 Φεβρουαρίου, 2026

Ανασκαφές Α.Π.Θ.

 







Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη

 


ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

38η Επιστημονική Συνάντηση | 5 & 6 Μαρτίου 2026


Για τριακοστή όγδοη φορά θα πραγματοποιηθεί η επιστημονική συνάντηση για το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη, με 57 ανακοινώσεις και 11 παρουσιάσεις σε πόστερ σχετικά με την έρευνα που διεξάγεται στον βορειοελλαδικό χώρο, από τον Έβρο έως την Καστοριά.




Οι  εργασίες  της συνάντησης  θα λάβουν  χώρα στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αμφιθέατρο II (Πανεπιστημιούπολη, οδός 3ης Σεπτεμβρίου / στάση ΜΕΤΡΟ: Πανεπιστήμιο).

 

Δυνατότητα και διαδικτυακής παρακολούθησης μέσω ΖΟΟΜ WEBINARS  εδώ

Πρόγραμμα  εδώ




04 Φεβρουαρίου, 2026

Αναβαθμίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου των Αθηνών,με νέες υποδομές και ψηφιακούς περιπάτους

 




Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην αναβάθμιση των υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Στον σχεδιασμό του Υπουργείου είναι δύο έργα, τα οποία περιλαμβάνονται στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση «Λαύριο- Αθήνα- Ελευσίνα». Η ένταξή τους δρομολογείται στο ΕΣΠΑ 2021-2027. Το πρώτο έργο, με φορέα υλοποίησης το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά την εγκατάσταση περιπτέρου ψηφιακής πληροφόρησης για τον βίο και το έργο του Αριστοτέλη. Το δεύτερο, με φορέα υλοποίησης τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, αφορά στην κατασκευή κτηρίου-εισόδου για τη στέγαση του εκδοτηρίου εισιτηρίων, του γραφείου εξυπηρέτησης επισκεπτών, χώρους υγιεινής. Συγχρόνως, ήπιες, απολύτως αναστρέψιμες και μη επεμβατικές ψηφιακές παρεμβάσεις, ενισχύουν την κατανόηση, την ερμηνεία και τη βιωματική εμπειρία του επισκέπτη.

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Στην περιοχή του Λυκείου, το 335 π.Χ, ίδρυσε  ο Αριστοτέλης τη Σχολή του, διδάσκοντας  τους μαθητές του, περίπου για 12 χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής του. Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη, ανασυστήνεται, ως πολιτιστικός προορισμός, στο κέντρο της Αθήνας. Με σημείο αναφοράς την περιπατητική φιλοσοφική σχολή του, στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνα, αναδεικνύονται το οικουμενικό έργο και η εμβληματική μορφή του Έλληνα φιλοσόφου, από τις κορυφαίες προσωπικότητες όλων των εποχών, με παγκόσμια επιρροή. Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας εκπαιδευτικής και φιλοσοφικής εμπειρίας για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου, με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και της αρχιτεκτονικής. Ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, από στατικό μνημείο, μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό τόπο σκέψης και γνώσης, όπου η φιλοσοφία συναντά την τεχνολογία. Την επιλογή του πληροφοριακού υλικού για τον Αριστοτέλη, τη ζωή και το έργο του, επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο επισκέπτης συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία κατανόησης του χώρου, μέσα από μία πολυαισθητηριακή εμπειρία. Ψηφιακές πινακίδες παρουσιάζουν την εξέλιξη του, ψηφιακή αφήγηση ανατρέχει στην παρουσία του Λυκείου, ανά τους αιώνες, και ο ψηφιακός περίπατος αναδεικνύει τη σχέση του Λυκείου με την πόλη και τον κόσμο. Δημιουργείται μία ενδιαφέρουσα και καινοτόμος πολιτιστική εμπειρία με απήχηση και στις  νεότερες ηλικίες».

 

Η παρέμβαση που υλοποιείται από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά στην εγκατάσταση στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου ενός περιπτέρου, το οποίο θα στεγάζει τέσσερις διαδραστικές οθόνες αφής, με πρόσβαση σε πολυμεσικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, βίντεο, αναπαραστάσεις κ.α.). Η σύνθεση περιλαμβάνει τέσσερις ορθογώνιες μονάδες, καλυμμένες από κυματοειδές στέγαστρο. Η πρόσβαση στο περίπτερο γίνεται από τα άκρα, με ράμπες. Το έργο είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» με το αρχιτεκτονικό γραφείο Foster+Partners, το World Human Forum και του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιλογή του πληροφοριακού επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η ψηφιακή εγκατάσταση επιτρέπει την εύκολη ανανέωση και τον εμπλουτισμό του ενημερωτικού υλικού, ανάλογα με την πρόοδο της έρευνας.

 

Το έργο που υλοποιεί το Υπουργείο Πολιτισμού – για την ωρίμανση του οποίου συνεργάστηκε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης- αφορά στη διαμόρφωση νέας, κύριας εισόδου, επί της οδού Ρηγίλλης, κατόπιν  εκτεταμένης τρισδιάστατης ψηφιακής τεκμηρίωσης του χώρου, σε  συνδυασμό αεροφωτογραμμετρίας, στατικής σάρωσης laser και κινητής φωτογραμμετρίας, εξασφαλίζοντας έτσι υψηλή ακρίβεια και επιστημονική τεκμηρίωση. Παραπλεύρως, της εισόδου, χωροθετείται  επίμηκες κτήριο υποδοχής των επισκεπτών, που αναπτύσσεται παράλληλα με την οδό Ρηγίλλης. Αντικαθίσταται τμήμα της υφιστάμενης περίφραξης, επί της οδού Ρηγίλλης, αποκαθιστώντας  άμεση συνάφεια με το νέο κτήριο εισόδου. Δημιουργείται, από το Ωδείο - νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου- δευτερεύουσα είσοδος, ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία των δύο χώρων. Στον άξονα με το Ωδείο, κατασκευάζεται ημικυκλική στάση για περίπου 60 καθήμενους.

 

Ο οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, προσβάσιμος στα ΑμεΑ, συνολικής έκτασης περίπου δέκα στρεμμάτων, αποδόθηκε στο κοινό τον Ιούνιο του 2014. Λειτουργεί υπό την ευθύνη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών. Διαθέτει έξι συμβατικές πινακίδες ενημέρωσης, τύπου «αναλογίου», με πληροφορίες για τα αρχαία Γυμνάσια της Αθήνας και το Λύκειο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την παλαίστρα και τα λουτρά και το έργο ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Υπάρχουν, επίσης, μικρό αμφιθέατρο για περίπου 150 άτομα, κρήνη, και έξι πάγκοι ανάπαυσης επισκεπτών.

 

Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες το Λύκειο ήταν ένα κατάφυτο προάστιο, στα ανατολικά της Αθήνας, έξω από την Πύλη του Διοχάρους, ανάμεσα στον Ιλισό και τον Ηριδανό. Η περιοχή στην οποία ιδρύθηκε Γυμνάσιο, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., πήρε το όνομά της πιθανόν από το Ιερό του Λυκείου Απόλλωνος- δεν έχει  ακόμη εντοπιστεί- που προϋπήρχε του Γυμνασίου. Η παλαίστρα του Λυκείου, χώρος προπόνησης στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο θεμελιώθηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Διατηρήθηκε, με  ποικίλες επισκευές, για περίπου επτά αιώνες, έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά. Αποτελείται από εσωτερική αυλή που περιβάλλεται, στις τρεις πλευρές της, από στοές πίσω από τις οποίες αναπτύσσονται συμμετρικά ευρύχωρα, ορθογώνια δωμάτια. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε δεξαμενή ψυχρού λουτρού για τους αθλητές. Κατά την ίδια περίοδο εντάχθηκαν, με απόλυτη συμμετρία, στο βορειοανατολικό και βορειοδυτικό τμήμα της παλαίστρας, τα λουτρά που πιθανότατα αντικατέστησαν τους προγενέστερους λουτρώνες των κλασικών χρόνων.

 





















Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...