Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Φεβρουαρίου, 2026

Σκέψεις για τον Κώστα Αξελό

 





Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.


Με το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η φιλοσοφία, αν εξαιρέσουμε κάποιες φτωχές επιδόσεις της στο πολιτικό, διέρχεται μια φάση περισυλλογής. Της την επιβάλλει η έκβαση της παγκόσμιας κρίσης που δεν είναι, βέβαια, μόνον οικονομική και γι’ αυτό κλονίζει σε τέτοιο βαθμό την τάξη πραγμάτων που θέσπισε και εδραίωσε, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμο-συστήματος, ο νεώτερος και σύγχρονος δυτικός κόσμος, πράγμα που τον θέτει σε τροχιά μετάβαση.

Ωστόσο, ο στοχαστικός και ποιητικός λόγος, στους αντίποδες της ακαδημαϊκής ή της εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας, χωρίς τις ευκολίες είτε της μιας είτε της άλλης, δίνει το παρόν του μέσα σε κείμενα του Αξελού και αξίζει να τον ακούσουμε, γιατί εμπεριέχουν εν σπέρματι τον κλονισμό της ισχύουσας τάξης του λόγου που επέρχεται. Για τούτο, πιστεύω ότι όσο πιο δύσκολη θα γίνεται η τροπή των πραγμάτων, τόσο θα μεγαλώνει η εξοικείωσή μας με την στοχαστική και ποιητική σκέψη του Κώστα Αξελού. Ο ήρεμος λόγος τον οποίο αρθρώνει μας μαθαίνει πολλά σε μια περίοδο που κατάπληκτοι διαπιστώνουμε πόσο απροετοίμαστοι είμαστε για τις επικείμενες ανακατατάξεις στα πεδία του ισχύοντος λόγου.

Για να κατανοήσουμε την ποιητική, αναστοχαστική σκέψη του Αξελού, χρειάζεται, αφού διαβάσουμε τα κείμενά του, να πάρουμε τις δέουσες αποστάσεις και με τα κλειδιά που μας δίνουν, να περιπλανηθούμε, με τη σειρά μας, στην κοσμική πραγματικότητα, ακολουθώντας τις σκοτεινές, επικίνδυνες, όσο και αναπόφευκτες διαδρομές του φιλοσόφου στην πλανητική εποχή. Λέω αναπόφευκτες γιατί ο Αξελός, μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι παιδί της πλάνης και της ψευτιάς που γι’ αυτό ακριβώς, εναγωνίως αναζητά την αλήθεια. Αν θα έπρεπε σχηματοποιώντας και υπεραπλουστεύοντας, να πω με δυο λόγια πού έγκειται η αξία του έργου αυτού του Έλληνα και ευρωπαίου στοχαστή, θα έλεγα στο γεγονός ότι ξαναδίνοντας στην κίνησή μας κατεύθυνση –ώστε να μη περιφερόμαστε άσκοπα, εδώ κι εκεί– συμβάλλει αποφασιστικά στη διάνοιξη του ορίζοντα που έκλεισαν η ισχύς, η κατανάλωση και το θέαμα.

Σπεύδω να πω ότι τα κείμενα του Αξελού προσφέρονται περισσότερο στη διδασκαλία παρά σε διαλέξεις που δε βοηθούν ιδιαίτερα τον ακροατή να συλλάβει το νόημα μιας τόσο παραγωγικής σκέψης και πολύ περισσότερο, το ρηξικέλευθο φρόνημα που εισηγείται. Είναι γεγονός ότι ο Αξελός δεν υπήρξε ο αγαπημένος φιλόσοφος στους κύκλους ούτε της αριστεράς ούτε της δεξιάς διανόησης υποθέτω γιατί με όσα σημαίνει ο λόγος του, μαθαίνει και στη μια και στην άλλη, τον τρόπο να αρθούν πάνω από τον δογματισμό, τον φανατισμό, τις εμπάθειες, ξαναδίνοντας στην κοινωνία τη συνοχή της μέσα και παρά τις διαφορές. Ο λόγος του Αξελού είναι αινιγματικός και διορατικός, μαζί, κρύπτει και ταυτοχρόνως, αποκαλύπτει, μια και το αίνιγμά του είναι συνυφασμένο με το άνοιγμα της σκέψης που ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το άνοιγμα της σκέψης αποτελεί δύσκολο εγχείρημα που εμπιστεύεται την ανάλυση μόνο σε συνδυασμό με την ποίηση, ώστε να μας κάνει να αισθανθούμε και να εννοήσουμε αυτό που η επιθυμία με τις προβολές της, μας εξωθεί να ξεχάσουμε. Το γεγονός ότι η Φύση και η Ιστορία παραδόθηκαν ήδη στην Τεχνική.

Ο Αξελός μάς θυμίζει με τον δικό του τρόπο ότι οι προβολές μιας επιθυμίας που διαπνεόταν από την ιδεοληψία της κυριάρχησης και της υποταγής, μας οδήγησαν στην κατάστρωση ιδεολογημάτων που με την ψευδή τους συνείδηση, διαιώνιζαν την ισχύουσα   λογική και τα σχήματά της, υπονομεύοντας, με τον τρόπο αυτό, αντί της πλάνης, την αναζήτηση της αλήθειας. Το αποτέλεσμα είναι να μην ξέρουμε πλέον τι να κάνουμε και πώς να σκεφθούμε, αφού ακόμη και τώρα, έχοντας οδηγήσει τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής του, αρνούμαστε να δούμε όσα θεμελιώδη και ουσιαστικά συσκότιζαν ή συγκάλυπταν οι ιδεολογίες περί προόδου, σωτηρίας, ανάπτυξης. Αυτά τα θεμελιώδη και ουσιαστικά που αφορούν την κοσμική και ανθρώπινη ύπαρξη, απασχολούν το έργο του Αξελού. Με δικά μου λόγια, σταχυολογώ κάποια νοήματα μέσα σ’ αυτό, όπως τα εξής:

Παρά τα αναρίθμητα παθήματα χιλιετηρίδων, εμείς οι άνθρωποι παραμένουμε κυβευτές, κυβευμάτων που ως προς τη μορφή τους και ως προς την τροπή τους, ξεπέφτουν συχνά σε άθλια και ολέθρια παίγνια. Αυτή η κατάσταση μας αναγκάζει κάθε φορά να μετατρέπουμε την πλάνη σε αναγκαστική περιπλάνηση, σε μιαν εξορία, δηλαδή, όπου το παίγνιο θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε παιδιά και παιδεία, ξανά, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε τα νοήματα από τα σοφίσματα που επινοεί η αγυρτεία και ο εμπαιγμός, στην επικίνδυνη και προς το παρόν αχαλίνωτη τάση τους για παραπλάνηση και αποπλάνηση.

Ο Αξελός διατρέχοντας, διαγωνίως, πολλούς αιώνες της σκέψης, από τον Χέγκελ στον Ηράκλειτο, και από τον Ηράκλειτο στον Μαρξ, και στον Νίτσε, έγινε μάρτυρας των μοιραίων παθών, εξαπατήσεων και παραλείψεων που σφράγισαν όσα έγιναν, όσα συμβαίνουν και όσα επέρχονται. Μέσω αυτής της ευρυγώνιας θέασης της Ιστορίας, αναλαμβάνει να μας λογικέψει, από την μια, απαλύνοντας τον τρόμο και την αγωνία μας, και από την άλλη, ενεργοποιώντας και εντείνοντας την πιο τολμηρή φαντασία μας. Προτείνοντάς μας την άφοβη και ελεύθερη φαντασία που τονώνει το σθένος για την αλήθεια, ο Αξελός είναι σαν να ανοίγει ένα-ένα τα παράθυρα που κλείσαμε για να μην αισθανόμαστε τον ίλιγγο που προκαλούν οι φρενήρεις διαδρομές στην συμπαντική Ιστορία. Δεν μας έμεινε καμιά αμφιβολία: Τα κάθε λογής ιδεολογήματα, αυτά μας ωθούν στο κλείσιμο των παραθύρων, ώστε αντί για τα ίδια τα πράγματα, να βλέπουμε και να ακούμε μόνον όσα επιτρέπει να λέγονται και να ακούγονται η θεσμισμένη και διασαλευμένη πλέον τάξη του λόγου ή αυτή που την πολεμά για να πάρει την θέση της.

Το 1964, στο κατώφλι του ηλεκτρονικού κόσμου και πολύ πριν επικρατήσει ο βολικός, αλλά κενός όρος «μεταμοντέρνο», ο Αξελός έκανε λόγο για το πέρασμα από τη μοντερνικότητα στην πλανητική εποχή. Πλανητική εποχή, και όχι βέβαια απλώς μεταμοντέρνα, γιατί στο μεταξύ είχε επέλθει η αποθέωση της Τεχνικής που καλώς ή κακώς μπόρεσε να καταδαμάσει το ζωώδες, το θεϊκό και το ανθρώπινο στοιχείο, βάζοντας στη θέση τους, το τεχνητό και την τεχνητότητα.

Η Φύση και η Ιστορία, οι δυο μεγάλες στοιχειακές δυνάμεις που καθόρισαν την τύχη του αρχαίου, του νεώτερου και του σύγχρονου κόσμου, έφτασε η στιγμή να θυσιάσουν τη ζωτικότητα και την ικμάδα τους στην άψυχη και ψυχρή Τεχνική που ανακηρύχθηκε έτσι η Τρίτη μεγάλη διάδοχη δύναμη. Με την κυριάρχησή της, με άλλα λόγια, υπό το καθεστώς της Τεχνοκρατίας, ο κόσμος αδειάζει ολοταχώς από το νόημα που τού είχαν προσδώσει πρώτα η Φύση ως σύγκρουση και εναρμόνιση, και, στη συνέχεια, η Ιστορία ως αντιπαλότητα και κατίσχυση.

 

Στην τεχνοκρατική φάση που διέρχεται ο πλανήτης, σήμερα, υπό το κράτος των ελιγμών και των αγοραίων συναλλαγών που σκοτώνουν τις πνευματικές μας δυνάμεις, η ποιητικότητα, η κοινότητα, η ιερότητα, κι αυτή ακόμη η πλαστικότητα φαίνεται να έχουν αποσυρθεί από την παγκόσμια σκηνή. Δεινός ιστορικός της φιλοσοφίας, οξυδερκής και λεπταίσθητος όσο λίγοι στοχαστές στον πλανήτη, ο Αξελός μας δείχνει με ποιόν τρόπο, με τη μεσολάβηση της Τεχνικής, το παρελθόν ισοπεδωμένο από το παρόν, δίνει την θέση του σ’ ένα μέλλον αποκομμένο από την εσχατολογία. Δυσκολευόμαστε να το παραδεχθούμε.

Ο Αξελός μας έδωσε μια φιλοσοφία ένα σύνολο συστηματικών προσεγγίσεων της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα του μεταβιομηχανικού κόσμου που προέκυψε με τη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας που διευκόλυνε την πραγματοποίηση πρακτικά δύσκολων υπολογισμών και χειρισμών. Η πολυπλοκότητα του σημερινού κόσμου μέσα στην οποία ριχθήκαμε με τα θεσμικά και εργαλειακά μέσα που μας παρείχε ο μεταβιομηχανικός κόσμος μας καθιστά αμήχανους. Ούτε η λογική μας ούτε η ηθική μας, η ποίηση και οι τέχνες μας, τα πολιτικά συστήματα που επινοήσαμε και ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνικής και προσωπικής ζωής δεν μας βοηθούν να κινηθούμε μέσα στην νέα τεχνοποιημένη πραγματικότητα που μας δίνει τη αίσθηση ότι δεν είναι ανθρώπινη ή τέλος πάντων δεν είναι στα μέτρα της ανθρώπινης ζωής ή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Κι όμως αυτή η πραγματικότητα προέκυψε με τη μεσολάβηση της τεχνικής που υπηρέτησε τη φαντασιακή βλέψη του του σύγχρονου ανθρώπου να λύνει εκείνα τα προβλήματα που προσφέρονται για λύση με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Ωστόσο, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη φάση που διανύουμε, όπου το παρελθόν τείνει να εξαφανισθεί και το μέλλον να καταστρέψει κάθε υπόσχεση, ο Αξελός αναδεικνύει τη σκέψη ως την μόνη δύναμη σωτηρίας. Το μεγάλο δώρο που μας αφήνει είναι η εννόηση ότι η σκέψη ενώ εξαντλείται υπό την τρομακτική πίεση της Τεχνικής, παραμένει, παρ’ όλ’ αυτά, ανεξάντλητη.

Το προδρομικό βιβλίο του Κώστα Αξελού με τον τίτλο Προς μια πλανητική σκέψη πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 1964, όταν ακόμη δεν είχε επέλθει η μετάλλαξη της μοντερνικότητας σε πλανητική εποχή. Όταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, το βιβλίο επιτέλους μεταφράστηκε στα ελληνικά, η εντύπωση εξακολουθούσε να είναι ότι μάς μετέφερε σε τόπους της επιστημονικής φαντασίας μάλλον παρά στο κατώφλι του ηλεκτρονικού κόσμου που είχε ήδη αναδυθεί. Μη έχοντας προλάβει να αναπτύξουμε δεσμούς προσδοκίας και διάψευσης με τον κόσμο αυτό, αισθανόμαστε, όχι μόνο τότε, αλλά ακόμη και σήμερα, οικείοι και ξένοι μαζί.

Όσα βιβλία αυτού του τόσο ξεχωριστού και ιδιότυπου φιλοσόφου είχαν προηγηθεί και όσα άλλα επακολούθησαν έκτοτε, συνέβαλαν στο να καμφθούν οι αντιστάσεις της άγνοιας και κυρίως της προκατάληψης που είναι και οι πιο σθεναρές. Καθώς υποσκάπτουν τις ιδεολογικοποιήσεις που μας ωθούν σε μια τυφλή κινητικότητα, τα κείμενα του Κώστα Αξελού μάς αφυπνίζουν για να μας μεταφέρουν σ’ εκείνη την υπεραισθητή πτυχή της στοχαστικής σκέψης που, λόγω των αποστάσεων που παίρνει από τα πράγματα της ζωής, αποκτά τον χαρακτήρα ρήγματος.

 

Από την επικίνδυνη θέση του ρήγματος που χωρίζει τον στοχασμό από τις πρακτικές μας, ο φιλόσοφος μάς φανερώνει όσα μπορεί να σημαίνει για μας το τέλος της σύγχρονης εποχής, ακριβώς την στιγμή που μεταλλάσσεται σε μία άλλη εποχή του πλανήτη που νομίζαμε ότι αργούσε να έλθει, ενώ είναι ήδη, εδώ.

Διαφορετική απ’ όλες τις προηγούμενες, η πλανητική εποχή μάς καλεί να προσπεράσουμε την ιστορία του νεώτερου και σύγχρονου κόσμου, σαν μια χειρονομία φιλικής απομάκρυνσης από τα ανεπούλωτα τραύματα που προκάλεσαν οι καταστροφικές κατακτήσεις του για να ανοιχθούμε στην απαρχή που φέρει μέσα της η αποπεράτωση του.

Η αλήθεια είναι ότι δυσκολευόμαστε να προσπεράσουμε την Ιστορία του δικού μας Κόσμου που πίστεψε ότι χωρούσε τα αθλιώτερα και τα ευγενέστερα πράγματα, όντας ο ίδιος αχώρετος. Και είναι δύσκολο, γιατί καθώς τον προσπερνούμε, ανοιγόμαστε σ’ ένα τοπίο που παρά τους θορύβους και τον συνωστισμό, είναι τοπίο ερήμωσης, αφού ο κόσμος, όπως παρατηρεί ο Αξελός, έχει χάσει την κοσμοϊστορική σημασία του και έχει αδειάσει από νόημα. Γιατί το μυστικό ότι δεν ήταν άπειρος κι ότι χωρούσε στο γήινο χρονοδιάστημα, τόσο καλά κρυμμένο άλλοτε, υπό την πίεση των φιλοσοφικών διερωτήσεων και των επιστημονικών ερευνών, τους δυο τελευταίους αιώνες, διέρρεε συνεχώς.

Όμως ο Αξελός επιμένει: η νοσταλγία που δεν ταιριάζει στους ποιητές, δεν ταιριάζει ούτε στους στοχαστές. Στα κείμενά του ο Κώστας Αξελός μάς έδειξε, πράγματι, ότι ο κόσμος συνδυάζοντας τον μύθο με την τεχνολογία, υποδύθηκε το καταδαμάζον και παντοδύναμο είναι που ποτέ του δεν ήταν, με αποτέλεσμα να καταντήσει άσκεπτος κι ανεξέταστος, όπως ο βίος μέσα στην σύγχρονη κοινωνία. Γιατί επιμένοντας να είναι αυτό που δεν ήταν, ο κόσμος εξάντλησε με το ψέμα του, την σκέψη και τον λόγο που του αναλογούσε.

Παρόλο που η οικονομία και το χρήμα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της ανθρωπότητας και η αναστοχαστική σκέψη εξακολουθεί και φαντάζει ακόμη και σήμερα, σαν περίεργη ασχολία, παρόλα αυτά, χωρίς την κριτική δύναμη του αναστοχασμού, μια τέτοια κατάληξη, θα μας ήταν ακατανόητη· ένα ανεξήγητο μυστήριο που θα μας βύθιζε σε βαθύτερο σκοτάδι, έτσι που η πτώση του Κόσμου και η καταρράκωση του λόγου να φαίνονται καταδικαστικές και αδιέξοδες.

Ο Αξελός, όμως, λάτρης του Ηρακλείτου, γνωρίζει ότι η άνω και κάτω οδός είναι μία. Έτσι, αντίθετα από ορισμένους διανοητές της Δύσης που εξήγγειλαν ως μοίρα του σύγχρονου κόσμου, έναν αναπόφευκτο και ακατάβλητο μηδενισμό, ο Έλληνας και ευρωπαίος φιλόσοφος επιμένει ότι η πτώση και η άνοδος του ιστορικού κόσμου είναι μία και επήλθε σε μια μακρά διάρκεια, στα όρια ενός συστήματος που για να στηριχθεί, κατασκεύαζε ταυτότητες διαχωρισμένες από τις ετερότητες, στερημένες την διαφορά.

Αλλά για να δείξει ότι το σύστημα επιδεικνύοντας την ισχύ του, φανέρωνε τον κόσμο άλλον από αυτόν που όντως είναι, ο Αξελός χρειάστηκε να απομακρυνθεί από την Ιστορία του παγκόσμιου συστήματος και να σκεφτεί για λογαριασμό της τωρινής εποχής που σημαδεύει το τέλος του. Το τέλος όμως, για την σκέψη του Αξελού, δεν είναι πέρας, τερματικός σταθμός, μεταμόρφωση και αλλαγή.

 

Με το βλέμμα προσηλωμένο στο παρμενίδειο Εν το Παν και στην πολυπλοκότητά του, έδειξε ότι για να αλλάξει ο σημερινός κόσμος, χρειάζεται να αλλάξει η σχέση μας με τον κόσμο. Αυτή η αλλαγή της σχέσης μας με τον κόσμο είναι η προϋπόθεση για την μεταμόρφωση του κόσμου και την δική μας. Ο λόγος του Αξελού, σαν σε ηχώ ξαναφέρνει στ’ αυτιά μας τον λόγο ενός Χέγκελ, ενός Μαρξ, ενός Νίτσε που έλεγαν ότι πριν από τον άνθρωπο και πριν από τον κόσμο, είναι η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο με τον κόσμο. Σχέση που μετατρέπει την ύπαρξη σε συνύπαρξη.

Στα δοκίμιά του των δυο τελευταίων δεκαετιών, ο Κώστας Αξελός χρειάστηκε να σκεφτεί οραματικά, όχι, όμως, χιμαιρικά, για λογαριασμό του σήμερα που ενώ απογυμνώνεται από το παρελθόν, δεν χάνει ωστόσο, την ιστορική του υφή. Κι αυτό γιατί, καθώς διαλύεται ως κάτι ξένο από το παρόν, το παρελθόν συνενώνεται με το άγνωστο μέλλον. Το να μιλήσει, όμως, ο στοχαστής σαν τον ποιητή και να μας πει στον αιώνα του τι βλέπει, δεν είναι ούτε απλό ούτε απλώς δύσκολο. Για να το κατορθώσει, χρειάζεται να έχει φτάσει στην μέγιστη δυνατή απροκαταληψία, συνεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος.

Μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι ένας τέτοιος διορατικός στοχασμός είναι κάτι σαν τους άθλους του Ηρακλή, ίσως οι εκλάμψεις του στοχαστικού λόγου μπορέσουν τότε να γίνουν για τους αποδέκτες του, οδόσημα του δρόμου που διανοίγει ο φιλοσοφικός φωτισμός. Μιλώ για άθλο, γιατί για να σκεφτεί την πλανητική εποχή, όπου το παρόν θέτει υπό διακύβευση τον πολυδιάστατο χρόνο, ο Αξελός στο Παιγνίδι του κόσμου, έργο που εκδίδει στα γαλλικά το 1969 και το οποίο νομίζω πως είναι το opus magnum του φιλοσόφου, χρειάστηκε να μετατρέψει το κύβευμα του παροντοποιημένου χρόνου σε νοητικό ελιγμό: υψώνοντας το παρόν πάνω από την εφήμερη επικαιρότητα που το περιστέλλει, το αναστοχάστηκε στην διεσταλμένη πυκνότητά του όπου ξετυλίγεται ένας ολόκληρος κόσμος ως είναι μέσα στο γίγνεσθαι.

Χρειάστηκε, δηλαδή, να βγει από το σύστημα παραγωγής που οργάνωσε, διαχειρίστηκε και παγκοσμιοποίησε η Δύση και κάνοντας το επόμενο βήμα, να σκεφτεί όσα συντελούνται στην παρούσα φάση του, που είναι φάση μεταλλαγής. Αφού, για τον Αξελό, κάθε αποπεράτωση είναι ταυτόχρονα κι απαρχή. Για να κάνει, όμως, αυτό το επόμενο βήμα, χρειάστηκε επιπλέον να ανοιχθεί πέρα από τον ιδεαλισμό και τον υλισμό που υπήρξαν η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Κι αντί να καταφύγει στην εσχατολογική φαντασιοκοπία, θεώρησε ευστοχότερο και εντιμότερο να ρίξει φως στην κρυφή λογική όσων διαμείφθηκαν και διαμείβονται μέσα στον χρόνο, στον κόσμο, στην σκέψη.

Μας έδωσε, έτσι, πολύ νωρίς, ήδη στα 1977, την δική του πολύτιμη Συμβολή στην Λογική: Έργο με πολλαπλές συνέπειες, όπου επεξεργάζεται τρόπους απεμπλοκής της ισχύουσας λογικής από τα άκαμπτα, τυποποιημένα της σχήματα. Το έργο αυτό τον οδήγησε να αντικαταστήσει την οντο-θεο-λογική με μια οντο-ιστοριο-λογική ανθρωπολογία ικανή να προβληματοποιήσει τις ισχύουσες αντιλήψεις στους τόπους της ηθικής ώστε αντί να αναιρούν τα λόγια τις πράξεις και το αντίστροφο, επιτέλους να συγκεράζονται, ανακόπτοντας την υποκρισία. Τον οδήγησε, επίσης, κατά την επόμενη πενταετία ως τα 1984, να συγκροτήσει μία Ανοιχτή, όπως εύστοχα την αποκάλεσε, Συστηματική.

Επειδή τίποτα δεν είναι απλό και αμεσότητα δεν υπάρχει, ο διορατικός Αξελός απαντά στα στέρεα, αλλά κλειστά οντο-θεολογικά συστήματα που κατασκεύασε η φιλοσοφία του παρελθόντος, με την συνάρθρωση των κοσμικών και των ανθρώπινων πραγμάτων, σε ένα μάλλον ακατανόητα ανοιχτό, για εκείνη την εποχή, σύστημα. Ένα σύστημα που ενώ ήταν δυνάμει πραγματικό, μας το έκρυβε. Γιατί κατά έναν τρόπο οξύμωρο που αρνούνταν να τον δεχθούν ο κοινός νους και η τυπική λογική, το ανοιχτό σύστημα συνεπάγεται, αν δεν την υπηρετεί κιόλας, την ρευστότητα. Και γιατί η σταθερότητά του επιζητεί την αστάθεια, αφού, χωρίς αυτήν, κανένα σύστημα δεν μπορεί να διασώσει την ζωή, στο εσωτερικό του, από το πάγωμα του θανάτου.

Στην συνδυαστική δομή του ανοιχτού συστήματος, επιμέρους δικτυώσεις σχέσεων συνέχουν και ταυτόχρονα διασπούν το Όλον, έτσι ώστε στην ημιτονοειδή κίνησή του, τα πάντα να είναι διπλά και ταυτοχρόνως ενιαία. Για να συλλάβει τον κυματισμό μέσα στον οποίο ξετυλίγεται το ανοιχτό σύστημα του κόσμου, ο φιλόσοφος χρειάστηκε να μετακινηθεί από ένα σημείο αναφοράς και περνώντας απ’ όλα τα ενδιάμεσα, να φτάσει στην εκ διαμέτρου αντίθετη θέση, για να το δει κι από κει. Αυτή η ανάγκη διεύρυνσης της οπτικής γωνίας δίνει στο κύβευμα του κόσμου και της σκέψης που το καταγράφει, τον χαρακτήρα ενός ριψοκίνδυνου διπλού παιγνιδιού. Το παιγνίδι είναι διπλό και είναι ριψοκίνδυνο, αλλά το υπαγορεύει το ανθρώπινο πνεύμα, καθώς ανυψώνεται και καταπίπτει.

Κι αφού η κάτω και η άνω οδός είναι πάντα μία, ο κόσμος, καθώς διασπάται για να αποφύγει την συντέλεια που του επιφυλάσσει η απόλυτη ενότητα, βαθαίνει τα ρήγματα της σκέψης ώστε αντί να κλειστεί, να ανοιχτεί παραπέρα. Ξεπερνώντας την ύβρι της παντοδυναμίας του, ο πολυπρισματικός νους καταφέρνει να δημιουργήσει ένα μοντέλο αλληλεξάρτησης γνώσης και κρίσης, επιστήμης και φιλοσοφίας όπου καμιά από τις δυο, ούτε η γνώση ούτε η κρίση, δεν διεκδικούν την θέση του κέντρου. Κι όπου ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία δεν είναι στην περιφέρεια.

Μ’ αυτούς τους όρους, η γνωσιοθεωρία, η επιστημολογία και η φιλοσοφία της επιστήμης σε συνεργασία με το επιστημονικό πνεύμα που εγκαινίασε ο 20ός αιώνας, μπόρεσαν και επεξεργάστηκαν έναν νέο ορθολογισμό που δεν αρκείται να αντιστρέψει για πολλοστή φορά τις προτεραιότητες και τις ξεπερνά μέσα σε σχήματα αλληλεξάρτησης. Αυτή η νέα ορθολογικότητα, την οποία άσκησε η θεωρητική επιστήμη, έγινε πεδίο φιλοσοφικής επεξεργασίας νέων τρόπων ανάλυσης, σύνθεσης, πειραματισμού.

Πρόκειται για ένα αληθινό ορμητήριο διερωτήσεων και διερευνήσεων, που απελευθερώνει τον Λόγο από την εμπλοκή του σε αιτίες, σκοπούς ορισμούς και αρχές που, όπως υπογραμμίζει ο φιλόσοφος, εποχιακά μόνο είχαν κυριαρχήσει. Η λογική χειραφετημένη από την σχηματοποίηση χάρη στο νέο επιστημονικό πνεύμα που εναντιώθηκε στον θετικισμό, αντί να δικαιολογεί τους αδικαιολόγητους διαχωρισμούς και αποκλεισμούς της, κι αντί να αποκλείει την ανορθολογικότητα, από την οποία τεχνητά είχε διαχωρισθεί, την ενσωματώνει αβίαστα στο πεδίο της.

Τώρα, το ποιοτικό που το είχαν ταυτίσει με το ανορθολογικό, καλεί τη σκέψη να μας το φανερώσει. Γιατί η ισχύουσα τάξη του λόγου κατ’ εντολήν του μηχανικισμού και της τεχνοεπιστήμης επί αιώνες ανήγε το ποιοτικό σε ποσοτικό, καταστρέφοντας κάθε έννοια του μέτρου. Παρόλα αυτά, στάθηκε αδύνατο να εμποδίσει την σκέψη να σκεφθεί τις κρυμμένες ή επιχωματωμένες ποιότητες σε σχέση με τις ποσότητες, πράγμα που άνοιξε το δρόμο ώστε να ξαναβρεθεί το μέτρο που χάθηκε.

Με βάση, λοιπόν, την διαφοροποιημένη ολότητα που συστήνουν το ορθολογικό με το ανορθόλογο, κάποιοι μετεωρικοί στοχαστές ανοίγουν τη λογική και την μεθοδολογία, έτσι ώστε να είναι ικανές να φωτίσουν την αλληλεξάρτηση και τον συνεχή διαφορισμό των αντιθετικών στοιχείων και των αντιφατικών όρων που τα αποδίδουν. Με τον τρόπο αυτό, ρίχνουν φως στις συνάψεις που συνδέουν τον κόσμο με τις παραβάσεις που τον κινητοποιούν, τις αλήθειες με το ψέμα που τις υπονομεύει και τις διεγείρει, συγχρόνως, το λογικό με το παράλογο που υποσκάπτει το λογικό και το εμπλουτίζει κοκ.

Κι όλα αυτά στο όνομα μιας αρχής πλαστικότερης και δικαιότερης όπως είναι η αρχή της αμοιβαιότητας που αντί να προδίδει τη ζωή, την αναδεικνύει και την προάγει. Σ’ αυτό τον αστερισμό των λίγων φιλοσόφων που εμφανίζονται σαν μετεωρίτες και που αξιώνουν να σκεφτούμε αλλιώς, συγκαταλέγεται ο Κώστας Αξελός. Με τη σκέψη του να κινείται στο χαίνον ρήγμα που φαίνεται να μας χωρίζει από το παρελθόν, ενώ στην πραγματικότητα, μας χωρίζει μόνο από το κατεστραμμένο κομμάτι του παρελθόντος (από τις πλάνες, δηλαδή, και από τις σαθρές του προκαταλήψεις), εστιάζει, τώρα, την προσοχή του στην σχέση του ανθρώπου ως όντος στο γίγνεσθαί του, με τον Κόσμο.

Ο κόσμος, στο γίγνεσθαί του κι αυτός, περιλαμβάνει άτομα και συλλογικότητες που ζητώντας να καταλάβουν, αποσπώνται από τον κόσμο, για να τον αναγνωρίσουν στην ανοιχτή του ολότητα. Μέσα από αυτή την σωτήρια απόσταση, αντιλαμβάνονται ότι εκτός από την συσσώρευση, η διασπορά, και εκτός από την λογική, η ποιητικότητα, ως ζεύγη αντιθετικών τάσεων, κατευθύνουν τον λόγο τους σε μια σκέψη που θυμίζει λαβύρινθο στην προσπάθειά της να αποδώσει τα πλέγματα των χωροχρονικών συσχετίσεων και διασυνδέσεων, συνδυασμών και συγκλίσεων που συγκροτούν τον κόσμο και την ίδια στιγμή, μάς τον φανερώνουν.

Αυτή η λογική των σχέσεων, που ορίζει κι εμάς και τον κόσμο, μπόρεσε και συγκροτήθηκε χάρη στις προϋποθέσεις που εξασφάλισαν στον φιλόσοφο οι τρεις φιλοσοφικές τριλογίες που έγραψε κατά την εικοσαετία 1959-1979. Αλλά κι αυτές προετοιμάζονταν από τα τέλη της δεκαετίας του 40’, όταν με το πέρας των φιλοσοφικών του σπουδών στο Παρίσι, ο Αξελός εργάζεται ως ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, αλλά και μετά, για πολλά χρόνια, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος στην Σορβόννη.

Τα εννέα βιβλία που απαρτίζουν τις τρεις φιλοσοφικές τριλογίες εξερευνούν την παράξενη ήπειρο που θυμίζει η σκέψη αφού αντί να χάνεται, ενόσω ξετυλίγεται στα βάθη του χρόνου, ξαναβρίσκεται κι αφού αντί να μικραίνει, συνεχώς περιελίσσεται, προεκτείνεται, εντείνεται, διευρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τον ορίζοντα-φόντο της.

Κινούμενη στο βάθος του χρόνου, η σκέψη γίνεται, στην κυριολεξία, ο ορίζοντας όλων των οριζόντων. Μέσα σ’ αυτό το αχανές πεδίο, ο ερμητικός ηρακλείτειος λόγος μέσα σ’ ένα απρόβλεπτο πήγαινε-έλα, συναντά τον λόγο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Καντ και του Χέγκελ, αλλά και του Μαρξ, του Νίτσε, του Φρόιντ, όπως και τον λόγο των επιστημών της φύσης και του ανθρώπου, έτσι όπως τον ανέπτυξε ο 20ός αιώνας, απελευθερώνοντας τον από το πνεύμα του καθολικού καθορισμού και προσδιορισμού.

Είναι φυσικό ο Αξελός να κάνει λόγο για περιπλάνηση. Γιατί αν ακόμη και το ταξίδι με τον προσχεδιασμένο προορισμό έχει τις δυσκολίες του, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο επίπονο γίνεται, όταν ο φιλόσοφος σταματά συνεχώς για να δει και να μάθει, πράγμα που τον αναγκάζει από τον ένα σταθμό στον επόμενο, να αναθεωρεί τον προορισμό και το βέλος του και προκειμένου να υπηρετήσει την αποστολή του, να μεταμορφώνεται σε περιπλανώμενο. Αυτή η συνθήκη ατελεύτητης αναζήτησης της αλήθειας θα κάνει τον Κώστα Αξελό να αντιμετωπίσει την ανίχνευση της ιστορίας της σκέψης σε Δύση κι Ανατολή ως μίαν σχεδόν ή περίπου ατέρμονη περιπλάνηση.

Στη διερώτηση μήπως ο στοχαστής είναι από φυσικού του πλάνητας και πλανάται, η απάντηση είναι όχι. Απλώς, έχοντας δει και δεχθεί τη σημασία που έχουν το σχεδόν ή το περίπου, το μήποτε εκπληρωμένο, το δίσημο ή το αμφίλογο ή κι αυτό ακόμη το σχετικοποιημένο, αλλά μη καταργημένο απόλυτο ως εγγενείς όροι κάθε εγχειρήματος, ο στοχαστής οπλίζεται με την υπομονή που απαιτεί η ανίχνευση του πολυδαίδαλου δρόμου που εγείρει η ανθρώπινη ύπαρξη στην σχεδόν ατέρμονη εκτύλιξή της.

Από την εμπειρία της σκέψης ως περιπλάνησης που φανερώνει τον κόσμο στον παλμό και στις διακυμάνσεις του, στις αποχρώσεις και τους ρυθμούς του, αλλά κι από την εμπειρία της σκέψης ως τρόπου ζωής και θανάτου, ως διαγωγής και αποστασιοποίησης, ο Αξελός καταλήγει να εντάξει θεωρία και πράξη σ’ ένα μοναδικό κύβευμα που απελευθερώνει την έκβασή τους από την μοίρα και από το πεπρωμένο που τους επεφύλαξε, κατά το μακραίωνο παρελθόν.

Το ίδιο, θεωρεί τις δράσεις που ξετυλίγει το είναι - γίγνεσθαι, κυβεύματα που διαφεύγουν κι αυτά τον έλεγχο των θεών. Εδώ, ο φιλόσοφος μας αφήνει να εννοήσουμε ότι οι άνθρωποι για να κατανικήσουν την μοίρα που τους επεφυλάχθηκε, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με το τυχαίο που διεισδύει στις πράξεις τους και τους μετατρέπει σε κυβευτές και κυβεύματα, παίκτες και παίγνια, την ίδια στιγμή. Πράγμα που υποδαυλίζει την σύγκρουση και την διαμάχη.

Και αν Πόλεμος πάντων μέν πατήρ ἐστι (Ηράκλειτος, Β53DK), τότε, πράγματι, Ἔργον γάρ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 414). Αβεβαιότητα, διακινδύνευση, πειραματισμός εντείνουν την αγωνία των ημερών. Όμως, ο φιλόσοφος είναι τώρα, εδώ, για να μας θυμίσει με την παρουσία του και τον λόγο του ότι τα κυβεύματα είναι αδιαχώριστα από τα γράμματα, παιδιές και παιδεία μαζί.


Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, «Σκέψεις για τον Κώστα Αξελό», περιοδικό Φιλοσοφείν, τχ. 31 (Ιανουάριος 2025), Αφιέρωμα: Κώστας Αξελός:Η εκδίπλωση του φιλοσοφικού παιγνιδιού, σσ. 57-68.


📖 Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Κώστα Αξελού

 

12 Φεβρουαρίου, 2026

Laudatio (Έπαινος) Κώστα Αξελού ή/και εν αναμονή Αυτού που Επίκειται

 




 

Σωκράτης X. Δεληβογιατζής,

Καθηγητής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ., 

Πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας -

Διευθυντής του Κέντρου Ερευνών

πάνω στο Φαντασιακό Α.Π.Θ. 



Ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός, με το έργο του, την πρωτοβουλιακότητά του, την τόλμη του και την οιονεί στρατευτική του στάση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, σε επίπεδο Ευρώπης οπωσδήποτε, σημάδεψε ένα τόπο έκθετο στις διακυμάνσεις μιας εποχής έντονης, κατά βάθος, ιδεολογικοποίησης ή υπερτροφίας του πολιτικού. Τον περιμένουμε εδώ να μας μιλήσει για «ό,τι επέρχεται» στη γη όπου έλαβε χώρα φιλοσοφία... εδαφοποιητικά, απο-εδαφοποιητικά και μετα-εδαφοποιητικά ανάμεσα στην Έφεσο με τον Ηράκλειτο και την Αθήνα με τον Πλάτωνα μέσω, κατόπιν, της Μακεδονίας με τον Αριστοτέλη. Η αρχαιο-ελληνική (αριστοτελική) επιδίωξη του ελλόγου βίου (η αρετή σφιχτοδένεται άρρηκτα με την ψυχική εντελέχεια και μπορεί να δώσει νόημα στην ανθρώπινη ζωή και ύπαρξη) μαζί με ένα εγελο-μαρξιανο-χαϊντεγκεριανό αναδιπλασίασμα μιας θεραπείας του προβλεπτού-απρόβλεπτου είναι πρωταγωνιστικό στοιχείο στην ακαδημαϊκο-κοσμική του παρουσία.

 

Πρόκειται για μια περίπτωση ανθρώπου που συνέλαβε και έκανε πράξη ένα είδος διαδικασίας θέσμισης, που μάς εισάγει δηλαδή σε ένα πεδίο ενεργοποίησης των ενδιάμεσων, απωθεί ή θραύει το αποστασιοποιημένο ή το μηχανιστικά εναλλακτικό και επαναφέρει τον άλλο σε μια σχέση συνέχειας με ό,τι παραγωγικό και προοπτικά διευρυντικό μιας κατάφασης μέλλοντος με την έννοια της διατήρησης μάλλον παρά του περιορισμού ή της εξαφάνισης. Τη φιλοσοφική του επίδοση ο ίδιος τη μαλάσσει αμφίτροπα, διπλά, περιπλανητικά πλαγιοκοπώντας παραπλανητικές εναλλακτικές συνέχειας-ασυνέχειας. Πρόκειται για αυτοδύναμο στοχασμό και για ενθουσιαστική-εγκαταβυθιστική μελέτη και ανάδειξη των κειμένων και των καταστάσεων.

 

Στο επίκεντρο της εντρύφησής του εγκαρσιότητες όπως: ο άνθρωπος, η ιστορία, η ηθική, η πολιτική (ερωτήματα για το κράτος, τη γραφειοκρατία, το Πανεπιστήμιο, τα κόμματα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τις ιδεολογίες, την τεχνική και την τεχνολογία) υπό την αίρεση του «λόγον διδόναι» και με όχημα την αυτο-θεμελίωση και την αυτο-ανάπτυξη. Μεθόδημά του η αναλυτικο-διαλεκτική λογική δείξη μιας διαστρωματικής-διαστρωματωμένης αλήθειας αριστοτελικο-μαρξιανής έμπνευσης ή μια μεταποιημένη πλατωνική διαλεκτική που, ορισμένη ως «δύναμις» συνοπτική του υπάρχοντος, προοιωνίζεται τόσο τον εγελιανό όσο και, από μια ορισμένη άποψη, το χουσερλιανό τρόπο του φιλοσοφείν – άνοιγμα στην ολότητα στη βάση μιας ορισμένης διαδικασίας, από τη μια μεριά, εξειδίκευση του ανθρώπινου στις ατομικο-σωματικές του ορίζουσες και πόρους, από την άλλη.

 

Για τον Αξελό, το τέταρτο καντιανό ερώτημα: *Was ist der Mensch?* («Τί είναι ο άνθρωπος;»), ύστερα από τις εννοιολογικές λειάνσεις των Feuerbach, Marx και Nietzsche, μπαίνει στην πρώτη γραμμή κρισιμότητας σήμερα, με την εμπειρία ιδίως των δύο παθολογικών μορφών εξουσίας και εξουσιαστικότητας, που υπήρξαν ο ναζισμός και ο φασισμός. Η κοινοτική, με την έννοια της διαφοράς ως σχέσης του εγώ με το εσύ (Feuerbach), η κοινωνική, εν είδει φυσικοποίησης του συλλογικού στοιχείου (Marx) και η θεμελιωδώς απροσδιόριστη, πάντως προβληματική, και αποατομικοποιημένη ανθρώπινη κατάσταση (Nietzsche), παίρνονται ως οριακές καταθέσεις αναφοράς από τον Αξελό, ο οποίος διαβλέπει στον άνθρωπο την τάση για υπερνίκηση του κοινωνιολογισμού, του ψυχολογισμού, του βιολογισμού, που με τη μονομέρεια της κριτικής τους είτε τον παραγνωρίζουν είτε τον υπογνωρίζουν σε ό,τι αμφίσημο και διαρρίψιμο ενέχει η σχέση του με τον κόσμο.

 

Ο άνθρωπος, συνεργός ή και αντίπαλος υπόκειται σε διαρκή διάπλαση και μεταβολή, εδραιώνοντας απόλυτα την αυτοσυνειδησία του αναπτύσσοντας τη μοναδική δύναμη να υπερβαίνει τον εαυτό του σαν βιο-ψυχική εξέλιξη απλώς και σαν υποκειμενική καθαρά ύπαρξη κάνοντας χρήση μιας εγγενούς ελευθερίας, αντίδοτου της ενδοκοσμικής μοναξιάς και της βιοτικής του αμηχανίας. Η ίδια άλλωστε η ιστορία συνιστά ένα σύμπλεγμα πράξεων και παθημάτων πληρωτικών ή συστατικών ποιοτικού χρόνου, που συνυφαίνεται με την ύπαρξη μη ανθρώπινων στοιχείων: λοιμών, λιμών, σεισμών, καταποντισμών, πλημμυρών, αλλαγής κλίματος, ποικίλων υλικο-φυσικών επηρεασμών χωρικής τάξης. Τούτο θα διεύρυνε την ιστορικότητά μας χωρίς επαναφορά του ιστορισμού αλλά με παρεμβολή εννοιών όπως γένεση (του πρακτικο-κοινωνικού χώρου και χρόνου) ή γενεαλογία (παρακολούθηση της εναλλαγής μορφών).

 

Η μορφή-εμπόρευμα, παραδείγματος χάριν, για τον Marx, καθώς γενικεύεται διαπερνώντας τον καπιταλισμό, γεννάει άλλες μορφές όπως το ταυτόχρονο στις τηλεπικοινωνίες ή την τηλεόραση. Για τον φίλο του Η. Lefebvre, «η διαμεσολάβηση παράγει μιαν αμφίσημη αμεσότητα, δίνοντας την εντύπωση μιας αισθητής αμεσότητας, καλώντας μιαν άλλη αμεσότητα, μια εκ νέου αισθητή παρουσία. Όπως η ταυτότητα κάνει να προκύψει η ισοδυναμία, που δεν περιορίζεται στα πράγματα τα οποία αποτιμώνται σε χρήμα, αλλά εκτείνεται στα ανθρώπινα όντα». Από την άλλη πλευρά, η εμμονή όχι μονάχα στη γενικότητα ή την ειδητικότητα μα και στην παραγωγικότητα της μορφής δε σημαίνει φορμαλισμό — κατά το λειτουργία-λειτουργισμός και το δομή-δομισμός· απλά τονίζεται ο λογικός [κωδικοποίηση, αυστηρότητα έκφρασης] και δυναμικός [εξίσωση του άνισου, παραδείγματος χάριν συμβάσεις εργασίας, ταύτιση των διαφορών, παραδείγματος χάριν εθνότητες] της χαρακτήρας στη σχέση της με το εκάστοτε περιεχόμενο.

 

Στην οπτική αυτή, αντικείμενα συσχετικά του υποκειμενικού-αντικειμενικού ενδιάμεσου δε θα ήταν εντελώς πράγματα όπως, παραδείγματος χάριν, η γη η οποία, ενώ για τον Descartes δεν λογίζεται παρά ως ένα σώμα μεταξύ των άλλων, στον Αξελό, όπως και στον ύστερο Merleau-Ponty, συνιστά ένα υπόστρωμα εμπειρίας: ούτε πεπερασμένη ούτε άπειρη αλλά ρίζα παραγωγής των αντικειμένων. Δεν μπορούμε να της εφαρμόσουμε τις σχέσεις εμμένειας που ισχύουν στο εσωτερικό της: αποτελεί γενικά το λίκνο όλων των μεταγενέστερων δυνατοτήτων και ενός συμβολισμού, κατά τον οποίο σκεφτόμαστε το καθολικό με αφετηρία το ατομικό. Η γη βρίσκεται στο κατώφλι της ιστορίας μας ως άνοιγμα οριζόντων· είναι μήτρα του χώρου και του χρόνου μας. Κάθε δομημένη έννοια του χρόνου προϋποθέτει την πρωτο-ιστορία μας ως σαρκικών όντων συμπαρόντων σε ένα μόνο κόσμο. Κάθε επίκληση των δυνατών κόσμων παραπέμπει στη θέαση του δικού μας.

 

Τούτο σημαίνει πως το έδαφός μας είναι επεκτάσιμο και όχι διαιρέσιμο ούτε καταργήσιμο, και, για τον άνθρωπο, δεν υπάρχουν παρά άνθρωποι ή γενικευτική, γενικευμένη ανθρωπότητα. Ζούμε έτσι σε ένα αδιέξοδο ή αμετάστρεπτο σύμπαν αναφορών, και η σχέση μας με τη σωματικότητα ή τον άλλο δεν απάγεται από τα καθαρά πράγματα, αλλά τα θεμελιώνει. Η σύνδεσή μας με το χώρο είναι διαπλαστική ιστορίας, συνυφαίνεται με ένα είδος πραξιακού χρόνου που αποτελεί αποκύημα δράσης αλλά και προσδιορίζει τις προϋποθέσεις της. Το ανθρώπινο συγκεντρώνει έτσι μια δύναμη εννοιολόγησης και σκέψης που προσφεύγει στο διαλεκτικό άλλο της φύσης, η οποία προκαλεί με τον αργόσυρτό της βηματισμό και απειλεί με το απεριόριστο των μεταμορφώσεών της, για να θυμηθούμε το μεταμορφωτικά αισθαντικό Schelling. Αίτημα καίριο σε οριακή ήδη φάση της ιστορίας είναι η επανίδρυση της ευλάβειας προς τη φύση και της εμμετρίας στη δράση με τα ζείδωρα στοιχεία της, μετατρέψιμα και σε πηγές ολέθρου από την ανθρώπινη «ύβριν» αντίκρυ τους.

 

Η ιστορία ως σύνθεμα ή και συνονθύλευμα γεγονότων και οιονέ καταστάσεων και τάσεων καλεί την πολιτική ως διασφαλιστική της αποφυγής του εκφυλισμού της κοινότητας σε άντρο κακοπραγίας και της άριστης δυνατής εκπλήρωσης των υπηρεσιών της προς τον άνθρωπο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος παλιντρόπου δυνατο-οντολογικής προθέσεως, όπου ο Αξελός, μαζί και ύστερα από το Γερμανό Heidegger, αποδίδει τους κύριους τρόπους του πρακτικού λογισμού. Εις βάρος μιας αποστασιοποίησης-ουδετεροποίησης του «είναι» και του «γίγνεσθαι» αναβαθμίζεται το δέον-πρέπον και το δυνατόν, ο καιρός και το μέτρο (πρβλ. τόσο την πλατωνική μετρητική όσο και την αριστοτελική μεσότητα). Και, από την άποψη αυτή, η πολιτική αποτελεί ολοκλήρωμα, παρέκταμα της ηθικής στην κοινωνία, η οποία αναλαμβάνει να προσανατολίζει θετικά καταπιεστικές ή περιοριστικές δυνάμεις, όπως η δυναστική επιβολή του ενστίκτου.

 

Η κατάσταση αγιότητας στον άνθρωπο δεν είναι αυτόδοτη: φιληδονία, κτησιακή απληστία, ματαιοδοξία, φθόνος, μίσος, άμμετρος φόβος, εξουσιαστικότητα, εγωισμός – για να παραπέμψουμε μαζί με τον τιμώμενο απόψε και στην καντιανή ανθρωπολογία –, σκοτεινιάζουν την ανθρώπινη προοπτική και υπονομεύουν έως και ανατρέπουν προδιαθέσεις μεγαλοσύνης και ηθικής αρτιότητος, που εξ ορισμού διαθέτει ο αυθεντικός φιλόσοφος, ο οποίος, για την πλατωνική *Πολιτεία*, συνοψίζεται, καταφάσκεται, ως μνήμων, ευμαθής, μεγαλοπρεπής, εύχαρις, φίλος τε και συγγενής αληθείας, δικαιοσύνης, ανδρείας, σωφροσύνης. Εξάλλου, στο μέτρο μιας ευθείας σχέσης αλληλο-εισχώρησης φιλοσοφίας και πολιτικής «οι επιεικείς έρχονται επί το άρχειν ουχ ως επ’ αγαθόν τι ιόντες ουδ’ ως ευπαθήσοντες εν αυτώ αλλ’ ως επ’ αναγκαίω και ουκ έχοντες εαυτών βελτίωσιν επιτρέψαι ουδέ ομοίοις» με στόχο να αποτραπεί «η ζημία μεγίστη του υπό πονηροτέρου άρχεσθαι».

 

*Πολιτεία*, 473 c-d: «Εάν μή, ήν δ’ εγώ, ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταίς πόλεσιν ή οι βασιλείς τε νύν λεγόμενοι και δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε και ικανώς, και τούτο εις ταυτόν συμπέση, δύναμίς τε πολιτική και φιλοσοφία, τών δέ νύν πορευομένων χωρίς εφ’ εκάτερον αί πολλαί φύσεις εξ ανάγκης αποκλεισθώσιν, ούκ έστι κακών παύλα...». Τα παραπάνω αυτά αποσπάσματα, εκτός από την κατεύθυνση που δίνουν στο ίδιο το είναι της πολιτικής, εγκαινιάζουν ουσιαστικά και την έριδα η οποία εγκαθίσταται στο εσωτερικό της φιλοσοφίας γύρω από το αναγκαίο ή το σκόπιμο της σύνδεσής της με τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Αρκεί να αναφερθούμε ενδεικτικά στις διαφοροποιητικές απόψεις των Pascal, Spinoza ή Kant, που με διαβαθμίσεις αντιμάχονται το παραπάνω πλατωνικό πρόταγμα, για να αντιληφθούμε όχι μονάχα την ύπαρξη του προβλήματος αλλά και τη γενεαλογία της τροπής που πήρε το όλο σύμπλεγμα φιλοσοφικού-πολιτικού στις μέρες μας.

 

Πράγματι αυτό που δυσχεραίνει ή μεταθέτει αναβάλλοντας επ’ αόριστο την ανάλυση ενός συλλήψιμου και αναλήψιμου νοήματος, είναι η πραγμάτωση του φιλοσοφικού ως του πολιτικού, η γενίκευση και η παγκοσμιοποίηση του πρώτου ως του δευτέρου και η απόλυτη καθολική κυριαρχία του πολιτικού στο «όλα είναι πολιτική». Με «φιλοσοφικό» θα εννοούσαμε εδώ μια γενική ιστορικο-συστηματική δομή, της οποίας η φιλοσοφία αποτελεί κάθε φορά τη θεματικοποίηση, την εσωτερική αναδίπλωση, την κριτική ακόμη αμφισβήτηση. Έννοιες όπως πολιτισμός, παράσταση, συμβολική θα απεικόνιζαν ενδεχομένως μια τέτοια κατεύθυνση και θα επιδέχονταν ανάλογη αξιοποίηση. Από την άλλη μεριά, η ερωτηματοθεσία πάνω στο «πολιτικό» και την ουσία του θα μάς παρέπεμπε μέχρι και στην ίδια την πολιτική προϋπόθεση της φιλοσοφίας, ιδίως ως μεταφυσικής, με την έννοια του πολιτικού προσδιορισμού της ουσίας της. 


Ένας τέτοιος προσδιορισμός συνιστά την καθεαυτό θέση του πολιτικού και όχι απλά μια πολιτική θέση, όπως στην αρχαία ελληνική πόλη-γη ενσάρκωσης της ίδιας της φιλοσοφίας με τον Πλάτωνα, όπου το υποκείμενο ως άτομο χαρακτηρίζει το πολιτικό και αντίστροφα (επί τη απειλή, σε περίπτωση αποσυσχετισμού, ιδιωτείας), και τούτο με συνθήκη δυνατότητας μια καθαρή κοινωνικότητα, σε περιβάλλον ενυπάρχοντος, μια κάθετη αναβάθμιση του συνείναι, με κύρια έκφραση τη φιλία, μια ανυποχώρητη διατύπωση γνώμης και μια ακραία αίσθηση του διαλόγου. Εμμένεια, φιλία, γνώμη, ιδού τρία κατεξοχήν ελληνικά γνωρίσματα σκέψης.

 

Το πολιτικό ως ειδική διάσταση ετερότητας συνίσταται κατά βάθος σε μια διάρθρωση της εξουσίας ως υλικής και καταναγκαστικής δύναμης πάνω στην πολιτική αρχή ως ξεπέρασμα ή σε μια σύνδεση της ομοιογενούς εξουσίας του κράτους με την ετερογενή αρχή του ιερού. Εδώ θα εντάσσαμε και το μοτίβο μιας σχέσης της κοινότητας με ένα είδος αθανασίας σε επίπεδο εμμένειας, οντολογικής δηλαδή παραδοχής μιας απεριόριστης διάρκειας της πόλης, για τους αρχαίους Έλληνες, ή της res publica, για τους Ρωμαίους, που αποτελούσαν μια εγγύηση εναντίον της ματαιότητας και του φευγαλέου της ζωής του ατομικού. Σχέση, τέλος, ετερότητας συνιστά η αναπαράσταση από την κοινότητα του κοινού της μέτρου και επαναφέρει την προβληματική του πολιτικού ως φανέρωση του κοινωνικού στον εαυτό του. Η ιδιαιτερότητά του δεν εξαντλείται ή δεν περιορίζεται μονάχα στις εμπειρικές ανάγκες του συνείναι, αλλά ενεργοποιεί την κατηγορία της σχέσης αδιαίρετα ως ταυτότητα ή υπέρβαση ταυτότητας, χωρίς να αφίσταται από μια ορισμένη αισθητική της ύπαρξης.

 

Η διάκριση πολιτικής και πολιτικού ή πολιτικής δράσης και σκέψης όπως άλλωστε και η εμβάθυνση του συμπλέγματος στρατηγικής-τακτικής, καθώς συντελούν στην αποσαφήνιση των αντίστοιχων ρόλων, δεν οξύνουν περισσότερο την αίσθηση του «παιχνιδιού» (jeu) και της «διακύβευσης» (enjeu); Ό,τι, πάντως, παραμένει να αναλογιστούμε μαζί με τον Κώστα Αξελό δεν είναι μια νέα θέσμιση της πολιτικής μέσω της σκέψης αλλά η ίδια η πολιτική θέσμιση της λεγόμενης δυτικής σκέψης. Και τούτο αμφίτροπα και αμφίσημα, γονιμοποιητικά, παραγωγικά, δημιουργικά επ’ αγαθώ. Βασικό ερώτημα θα ήταν εδώ πώς το επαναληπτικό και το ταυτόσημο παράγουν το διαφορικό, πώς η αναδρομή στο παρελθόν και η επαναφορά στο παρόν (ή στο παρόν του μέλλοντος) μπορούν να συλλάβουν το πιθανό, να αποκλείσουν το αδύνατο.

 

Υπόβαθρο αυτού του ανοίγματος και αυτής της σχέσης του ανθρώπινου όντος και της σκέψης με τον «κόσμο» (στη χαϊντεγγεριανή ή την αξελική του εκδοχή· Όχι μόνο) προβάλλει το γίγνεσθαι ως δημιουργική αντίφαση συνέχειας-ασυνέχειας και που παράγει μεταμορφώσεις. Πέρα από το «τί είναι άνθρωπος» και «τί είναι σκέψη» μένει να αντιληφθούμε τον εαυτό μας ως φορέα ενός ιδιο-σώματος και εστία στοχαστικής αισθητικότητας, δηλαδή αυτοδημιουργίας και αυτοκαταστροφής σε μια διαλεκτική σχέση ταυτότητας και άρνησης – εργασίας, (ηρακλείτειου) πολέμου ως και ερμηνείας. Καθώς η στιγμή πραγμάτωσης της φιλοσοφίας εξέλιπε (Adorno), το αξεπέραστό της χρησιμεύει σήμερα ως αθεμελίωτο θεμέλιο μιας εν εγρηγόρσει ανάληψης των τόπων της έντασης, της αρμοδιότητας και της απόφασης.


Σωκράτης Χ. Δεληβογιατζής, «Laudatio (Έπαινος) Κώστα Αξελού ή/και εν αναμονή Αυτού που Επίκειται», περιοδικό Φιλοσοφείν, τχ. 31 (Ιανουάριος 2025), Αφιέρωμα: Κώστας Αξελός:Η εκδίπλωση του φιλοσοφικού παιγνιδιού, σσ. 49-56.

03 Δεκεμβρίου, 2025

Οδύσσεια φιλοσοφικής σκέψης

Ο Μποναβεντούρα ετοιμάζεται να εξέλθει από το δωμάτιο του Θωμά Ακινάτη. Στο «De veritate» του τελευταίου εντοπίζει ο Κουλουμπαρίτσης την απαρχή του διαχωρισμού τού είναι και του όντος, που επέτρεψε την επικράτηση μιας πολυσύνθετης οντολογίας. 

 


Μια σφαιρική προσέγγιση των τομών και ρήξεων στην αρχαιοελληνική και μεσαιωνική γραμματεία

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΙΤΣΗΣ

Ιστορία της αρχαίας και μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Από τον Πλωτίνο έως τον Πλήθωνα. Β΄ Τόμος

μτφρ.: Πάνος Αγγελόπουλος

εκδ. Καστανιώτη, σελ. 988

 

*Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

 

Η έκδοση του Β΄ Τόμου της «Ιστορίας της αρχαίας και μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Από τον Πλωτίνο έως τον Πλήθωνα» του Λάμπρου Κουλουμπαρίτση, ιστορικού της ελληνο-ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, ομότιμου καθηγητή φιλοσοφίας του ULB και μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, αποτελεί σπουδαίο εκδοτικό γεγονός.

 

Έργο τεράστιο σε όγκο και σημασία ο ανά χείρας τόμος, είναι καρπός πολυετούς έρευνας, διδασκαλίας και εκπόνησης πολλών άλλων έργων και μελετών του Λάμπρου Κουλουμπαρίτση, όπως «La pensée de Parménide» (4η έκδοση, 2022), «La physique d’ Aristote» (1997), «La proximité et la question de la souffrance humaine» (2005), «La philosophie face à la question de la complexité» (2014), «La violence narrative» (2019) κ.ά.

 

Η ιδέα της ιστορικής συνέχειας στον ανά χείρας Β΄ Τόμο είναι αποτέλεσμα μιας σφαιρικής προσέγγισης της αρχαιοελληνικής και μεσαιωνικής –βυζαντινής και λατινικής, αραβικής και ιουδαϊκής– γραμματείας, στη μακρά διαχρονία της οποίας οι ρήξεις και τομές που σημειώνονται στις ιδέες και στους τρόπους σκέψης αποτυπώνονται σε κείμενα Ελλήνων, εξελληνισμένων ιστορικών, φιλοσόφων, θεωρητικών, χρονικογράφων ή αγιογράφων που απαθανατίζουν μακρές ή σχετικά σύντομες διάρκειες, τις οποίες καλείται ο κοινωνιολόγος, σε συνεργασία με τον ιστορικό, να σπάσει σε διαδοχικές συγχρονίες προκειμένου να φωτίσει διαφοροποιημένα εντός τους μικρο- και μακροσκοπικά φαινόμενα.


Η διαφοροποίηση

Ο αναγνώστης, ιστορικός ή φιλόσοφος διαπιστώνει ότι το Β΄, το Γ΄ και το Δ΄ Μέρος του έργου (ό.π. σσ. 293-910) είναι καρπός εντατικής μελέτης και έρευνας του συγγραφέα, με αποτέλεσμα μια προωθημένη σύλληψη της φιλοσοφίας της ιστορίας, διαφοροποιημένη από εκείνη παλαιότερων μελετών του Λάμπρου Κουλουμπαρίτση, καθώς μεσολάβησε η έκδοση του δίτομου έργου του «La philosophie face à la question de la complexité» (2014), στο οποίο ο συγγραφέας επεξεργάστηκε ένα νέο γνωστικό παράδειγμα της ιστορικής επιστήμης, που αναδεικνύει τις πολλαπλές αλληλεπιδράσεις κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών, επιστημονικών, τεχνολογικών κ.ά. παραγόντων, καθοριστικών για την ανάπτυξη της ελληνο-ευρωπαϊκής σκέψης και για τη συνόλη ιστορία της Ευρώπης, στη μακρά διάρκεια της γεωπολιτικής της συγκρότησης.

 

Προηγήθηκε η μελέτη του Κουλουμπαρίτση «Aux origines de la philosophie européenne» (1992), βασισμένη στην απορητική προσέγγιση της πολύπλευρης φιλοσοφίας των αρχαίων που εγκαινίασε ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Α΄ της Φυσικής, κάνοντας χρήση της διαλεκτικής μεθόδου που χρησιμοποίησε ο Πλάτων στον «Παρμενίδη», αναφερόμενος στο Ενα, απορητικά, χωρίς ιστορικές αναφορές. Με αυτή τη μέθοδο, ο Αριστοτέλης προβληματοποίησε αρχές και έννοιες (βλ. «La Physique d’ Aristote», 1986).

Αυτό το νέο, σφαιρικό και πολύπλοκο γνωστικό παράδειγμα της Ιστορίας, το οποίο ο Κουλουμπαρίτσης εφάρμοσε στα μεταγενέστερα έργα του, διαυγάζει τις αλληλεπιδράσεις της ιστορίας και της φιλοσοφίας της Ιστορίας, τις οποίες υποκαθιστούν με αναγωγές ο θετικισμός και ο δογματικός υλισμός, αγνοώντας εσκεμμένα, πλην άκριτα, ότι η ιστορική εξέλιξη της επιστήμης υπήρξε και παραμένει αλληλένδετη με την ιστορική εξέλιξη της μεταφυσικής. Η τελευταία, ως πεδίο θεμελίωσης της επιστήμης, εξελίχθηκε, με τη μεσολάβηση της Καντιανής Κριτικής, σε οντογνωσιοθεωρία και εν συνεχεία σε πεδίο ιστορικο-κριτικής εξέτασης των διεργασιών παραγωγής της γνώσης τού όντος-είναι, σε ποικίλα πεδία επιστημονικής και φιλοσοφικής μελέτης και έρευνας.

 

Στο καινοτόμο αυτό πλαίσιο, ο Κουλουμπαρίτσης αίρει θεωρητικά και στην πράξη την επιστημονικίστικη προκατάληψη περί στείρας και ζημιογόνου αλληλεξάρτησης της ιστορίας με τη φιλοσοφία της ιστορίας, την οποία αυθαίρετα καταργούν αγεφύρωτοι διαχωρισμοί που, μετά το τέλος της ψυχροπολεμικής περιόδου, οδήγησαν βαθμιαία σε μια σχετικιστική αποκήρυξη του θεμελιωτισμού, καθιστώντας τη σκέψη ανίσχυρη να λύσει προβλήματα της αυστηρής εξειδίκευσης. Συνέπεια αυτής της αποκήρυξης ήταν η υπονόμευση της δυναμικής οντογνωσιοθεωρίας τού είναι-όντος που στηρίζει τη συγκρότηση πολλαπλών επιστημών και φιλοσοφιών, ποικίλων ως προς τη μέθοδο και το περιεχόμενό τους.

 

Όσον  αφορά την μεσαιωνική φιλοσοφία,η «Ιστορία» του Κουλουμπαρίτση είναι η μοναδική ιστορία που αναφέρεται συγχρόνως στην βυζαντινή,στην λατινική,στην αραβική και στην ιουδαϊκή σκέψη

Ο αθεμελίωτος διαχωρισμός τού είναι από το ον επέτρεψε την επικράτηση μιας πολυειδούς οντολογίας τού είναι (Dasein), ερήμην της γνώσης του όντος. Την απαρχή αυτού του αστήρικτου διαχωρισμού ο Κουλουμπαρίτσης την εντοπίζει στο «De Veritate» του Θωμά Ακινάτη και στην ακινάτεια ανατροπή της αρχαιοελληνικής ενολογίας, την οποία αποδέχθηκε ο Θωμισμός, με αποκορύφωμα, το 1879, όταν ο Πάπας Λέων καθιέρωσε τον θωμισμό σε φιλοσοφία του καθολικισμού, με αποτέλεσμα τα νεο-θωμιστικά έκγονά του (φαινομενολογία, υπαρξισμός, περσοναλισμός), του 20ού αι., και τη στροφή τους στον υποκειμενισμό.

 

Αντίθετος στην απόκρυψη των ζωντανών στοιχείων της ελληνο-ευρωπαϊκής παράδοσης σκέψης, στη μακρά διαχρονία της, ο Κουλουμπαρίτσης ανοίγει ακόμη περισσότερο το φάσμα των αλληλεπιδράσεων της ιστορικής επιστήμης και της φιλοσοφίας της ιστορίας, αναδεικνύοντας έναν ακόμη ουσιαστικό λόγο για την αναγκαία συνεργασία της οντογνωσιοθεωρίας, που μας κληροδότησε αυτή η μεγάλη παράδοση, με την παρμενίδεια ενολογία (έν το παν) και με την πλατωνική αγαθολογία (λόγο περί του αγαθού ως έσχατου στοιχείου και ως μέγιστου μαθήματος για τη μετάβαση από την άγνοια/αδικία στη γνώση/δικαιοσύνη ως κοινό κτήμα πολιτείας και πολιτών). Με αυτό το άνοιγμα, το Εν και το Αγαθό αναφαίνονται ως έσχατες πηγές νοηματοδότησης της επιστημονικής και της φιλοσοφικής (υπαρξιακής, φαινομενολογικής, ερμηνευτικής) γνώσης.

 

Αντίθετος στην απόκρυψη των ζωντανών στοιχείων της ελληνο-ευρωπαϊκής παράδοσης σκέψης, στη μακρά διαχρονία της, ο Κουλουμπαρίτσης ανοίγει ακόμη περισσότερο το φάσμα των αλληλεπιδράσεων της ιστορικής επιστήμης και της φιλοσοφίας της ιστορίας.

 

Με αυτές τις ουσιώδεις διανοίξεις της ιστορίας και της φιλοσοφίας της ιστορίας στην ενολογία και στην αγαθολογία –κληροδοτήματα και οι δύο της αρχαιοελληνικής παράδοσης–, το εν και το αγαθό λειτουργούν ως απώτατοι γνώμονες του θεωρείν και του πράττειν. Και αξίζει να θυμίσουμε εδώ ότι μια βαθύτερη αιτία του αντιδραστικού μηδενισμού που ενέσκηψε στην Ευρώπη, από το 1870 και εξής, συνεχώς εντεινόμενος, είναι η καταδίκη τού Ενός και του Αγαθού ως αναχρονιστικές δήθεν μεταφυσικές αναφορές.

 

Η ενότητα, ωστόσο, και η θετικότητα που νοηματοδοτούν την οντογνωσιοθεωρητική θεμελίωση της γνώσης τού είναι/όντος αποτελούν προτάγματα πέραν της βλέψης της κυριαρχίας της φύσης και της ανθρώπινης ύπαρξης, που σηματοδοτούν εις βάθος την ανθρώπινη δημιουργία, έναντι της βίας των κάθετων εξουσιαστικών πρακτικών. Στην πραγματικότητα, τις εμπεριέχουν και τις εξανθρωπίζουν, μετατρέποντάς τες σε κυβερνητικές ή διευθυντικές διαλογικές πρακτικές τού Εγώ ή Εμείς με τον Aλλο ή τους Αλλους, συμβάλλοντας θετικά στην περάτωση έργων που απαιτούν για την πραγμάτωσή τους πολυάνθρωπα σχήματα. Πρόκειται για προτάγματα που προωθούν την ιστορική αυτοσυνειδησία προσώπων και συλλογικοτήτων στη σχέση τους με τις κοσμικές και ανθρώπινες δυνάμεις ενότητας και θετικότητας, που αντιμάχονται την υποκείμενη στην τυφλή βία αντιδραστικότητα της καταστροφής για την καταστροφή. Υπό το πρίσμα τους, τα ιστορικά Υποκείμενα καλούνται να λειτουργήσουν με βάση την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και του αμοιβαίου ελέγχου των πολλαπλών και πολυειδών διαδράσεων συνειδητού και ασυνείδητου. Ενώ η απουσία αμοιβαιότητας πολλαπλασιάζει και βαθαίνει επικίνδυνα τους διαχωρισμούς, καθιστώντας αδιέξοδη τη μυθική διαπάλη καλού και κακού στον πυρήνα της πίστης στον θεό vs διάβολο ή στον άνθρωπο vs κτήνος.

 

Έλλογο εναντίον άλογου

Με το αποφασιστικό βήμα που κάνει προς την αρχή της αμοιβαιότητας, ο Κουλουμπαρίτσης καταρρίπτει και τον άκριτο διαχωρισμό άλογου μύθου και έλλογης σκέψης που πυροδότησε την εναντίωση στον λεγόμενο Πλατωνισμό, με τη μορφή τάσης ή ρεύματος, στα πεδία των ανθρωπιστικών σπουδών, που περιορίζει τη φιλοσοφία σε υποκειμενοκεντρικές ερμηνευτικές ή στην αναλυτική φιλοσοφία αποσπώντας προτάσεις από κείμενα που με τη μορφή συνθέσεων μη προσβάσιμων με την τυπική λογική φωτίζουν πτυχές και σχέσεις της ετερογενούς και πολυδιάστατης ανθρώπινης πραγματικότητας.

 

Η συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία των καιρών καθιστά σαφές ότι κάθε περιορισμός της φιλοσοφικής σκέψης παρεμποδίζει την ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης, και τανάπαλιν. Γι’ αυτό και ο ιστορικός και ο φιλόσοφος καλούνται να διακρίνουν πίσω από τις γραμμές τού ανά χείρας έργου την ουσιαστική συμβολή του Λάμπρου Κουλουμπαρίτση στην επεξεργασία και εφαρμογή αυτού του νέου γνωστικού παραδείγματος που, απορριπτέο από το ισχύον γνωστικό και συνακολούθως παιδαγωγικό μοντέλο, παραμένει ανενεργό ακόμη για πολλούς ιστορικούς και επιστημολόγους.

 

Πρόκειται για έργο που με την ολιστικότητα της προσέγγισης και την ικανότητα διάκρισης που προτάσσει έναντι των διαχωρισμών και της μονομέρειας συμβάλλει στη λύση φιλοσοφικών, επιστημολογικών και μεθοδολογικών ζητημάτων που απασχολούν ιστορικούς και φιλοσόφους.

 

Αξίζει πρωτίστως να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τη μεσαιωνική φιλοσοφία, η ανά χείρας Ιστορία του Κουλουμπαρίτση είναι η μοναδική Ιστορία που  αναφέρεται συγχρόνως στη βυζαντινή, στη λατινική, στην αραβική και στην ιουδαϊκή σκέψη. Πρόκειται, λοιπόν, για έργο που με την ολιστικότητα της προσέγγισης και την ικανότητα διάκρισης που προτάσσει έναντι των διαχωρισμών και της μονομέρειας, συμβάλλει στη λύση φιλοσοφικών, επιστημολογικών και μεθοδολογικών ζητημάτων που απασχολούν ιστορικούς και φιλοσόφους, λειτουργώντας ως νευραλγικής σημασίας οδηγός εμβάθυνσης του ενδιαφέροντός τους, σε ερευνητικές δομές, που χωρίς τη στήριξη της πολιτείας αποθαρρύνουν την παραγωγή γνώσης· κρίσιμο ζητούμενο για τη θεσμική και πολιτιστική αναβάθμιση της χώρας μας.

 

*Η κ.Αλεξάνδρα Δεληγιώργη είναι ομότιμη καθηγήτρια φιλοσοφίας, συγγραφέας.


Καθημερινή,Τέχνες και Γράμματα

18 Μαρτίου, 2025

Μ. Χάιντεγκερ,ο μεταφυσικός του μηδενισμού και οι αντιπλατωνιστές επίγονοί του



 


                                    Νύχτα και Ομίχλη

 


Περιγραφή

Η μελέτη αυτή –εκκρεμότητα τριών δεκαετιών– επιχειρεί να διαλύσει την σύγχυση που διαχύθηκε στο μυαλό μας, όταν την κριτική και νοηματοδοτική δύναμη του νου υποκατέστησε η γλωσσική εκφορά της απουσίας νοήματος. Γίναμε, έτσι, υποχείρια φλύαρου αναμασήματος μηδαμινοτήτων, μέσω επικοινωνιακών δικτύων, σ’ ένα κόσμο που έχασε την ισορροπία του και την θέλησή του να δρομολογήσει μια νέα.

 Kατάθεση μιας εμπειρίας ζωής με την φιλοσοφία, η μελέτη αυτή, εξιχνιάζει και διασαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο η σκέψη του καιρού μας παροπλίσθηκε, αφήνοντας αναξιοποίητα όσα γόνιμα στοιχεία της ελληνο-δυτικής φιλοσοφίας θα συνέβαλλαν στην επανεκκίνηση θεσμίσεων δικαιότερης πολιτικο-κοινωνικής οργάνωσης και αναδόμησης του σύγχρονου κόσμου. Για την σάρωσή τους από την φαουστική παράδοση της γενικευμένης κυριαρχίας, χρειάστηκε να μεσολαβήσει η αποδόμηση των σύγχρονων μεταστοιχειώσεων του Αριστοτελικού Πλατωνισμού από τον Μ.Heidegger και τους επιγόνους του, με τη μορφή «φονικής» ερμηνείας της κοσμικής και ανθρώπινης θετικότητας.

Η εξιχνίασή της στην ανά χείρας μελέτη μπορεί να τελεσφορήσει ως αντίσταση ή εναντίωση στον αντιδραστικό μηδενισμό, με τη συνεργασία πολλών θετικών δυνάμεων, στον ακαδημαϊκό και στον έξω-ακαδημαϊκό χώρο.


         Λίγα λόγια για την συγγραφέα

 

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα.Σπούδασε φιλοσοφία στο Α.Π.Θ και κοινωνιολογία/εθνολογία στην Σορβόννη. Είναι Ομ. Καθηγήτρια φιλοσοφίας (Α.Π.Θ).Συνεργάστηκε με φιλοσοφικά και λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει εκδώσει δοκίμια, φιλοσοφικές μελέτες, μυθιστορήματα και διηγήματα. Το δοκίμιό της Ά-νοστον ήμαρ (εκδ. Άγρα 1997) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου του 1998 και το μυθιστόρημά της Τρυφερός Σύντροφος (εκδ. Άγρα 2011) τιμήθηκε με το Βραβείο «Νίκος Θέμελης» 2012.

 

 Εκδόσεις Αρμός




17 Αυγούστου, 2024

Πλούταρχος:Περί Ἀλεξάνδρου τύχης καί ἀρετῆς,6 329Α-D

 





Καί μήν ἡ πολύ θαυμαζομένη πολιτεία τοῦ τήν Στωικῶν αἵρεσιν καταβαλομένου Ζήνωνος εἰς ἓν τοῦτο συντείνει κεφάλαιον, ίνα μή κατά πόλεις μηδέ δήμους οἰκῶμεν ἰδίοις ἕκαστοι διωρισμένοι δικαίοις, ἀλλά πάντας ἀνθρώπους ἡγώμεθα δημότας καί πολίτας, εἷς δέ βίος ᾖ καί κόσμος, ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νόμῳ κοινῷ συντρεφομένης. Τοῦτο Ζήνων μέν ἔγραψεν ὥσπερ ὄναρ ἢ εἴδωλον εὐνομίας φιλοσόφου καί πολιτείας ἀνατυπωσάμενος, Ἀλέξανδρος δέ τῷ λόγῳ τό ἔργον παρέσχεν.

 

 Οὐ γάρ, ὡς Ἀριστοτέλης συνεβούλευεν αὐτῷ, τοῖς μέν Ἕλλησιν ἡγεμονικῶς τοῖς δέ βαρβάροις δεσποτικῶς χρώμενος, καί τῶν μέν ὡς φίλων καί οἰκείων ἐπιμελόμενος τοῖς δ’ ὡς ζῴοις ἢ φυτοῖς προσφερόμενος, πολέμων πολλῶν καί φυγῶν ἐνέπλησε καί στάσεων ὑπούλων τήν ἡγεμονίαν, ἀλλά κοινός ἥκειν θεόθεν ἁρμοστής καί διαλλακτής τῶν ὅλων νομίζων, οὓς τῷ λόγῳ μή συνῆγε τοῖς ὅπλοις βιαζόμενος καί εἰς ταὐτό συνενεγκών τά πανταχόθεν, ὥσπερ ἐν κρατῆρι φιλοτησίῳ μίξας τούς βίους καί τά ἤθη καί τούς γάμους καί τάς διαίτας, πατρίδα μέν τήν οἰκουμένην προσέταξεν ἡγεῖσθαι πάντας, ἀκρόπολιν δέ καί φρουράν τό στρατόπεδον, συγγενεῖς δέ τούς ἀγαθούς, ἀλλοφύλους δέ τούς πονηρούς· τό δ’ Ἑλληνικόν καί βαρβαρικόν μή χλαμύδι μηδέ πέλτῃ μηδ’ ἀκινάκῃ μηδέ κάνδυι διορίζειν, ἀλλά τό μέν Ἑλληνικόν ἀρετῇ τό δέ βαρβαρικόν κακίᾳ τεκμαίρεσθαι, κοινάς δ’ ἐσθῆτας ἡγεῖσθαι καίτραπέζας καί γάμους καί διαίτας, δι’ αἵματος καί τέκνων ἀνακεραννυμένους.



Εκείνη η πολυθαύμαστη Πολιτεία του Ζήνωνα, που ίδρυσε τη Σχολή των Στωικών, αποβλέπει σε έναν κύριο σκοπό:να μην κατοικούμε χωρισμένοι σε πόλεις ούτε σε δήμους, που έχουν ιδιαίτερους κανόνες δικαίου, αλλά να θεωρούμε όλους τους ανθρώπους συνδημότες και συμπολίτες, και να υπάρχει ένας κοινός τρόπος ζωής και μία τάξη, όπως σε μια αγέλη που βόσκει και τρέφεται μαζί υπό έναν κοινό “νόμο”.

 

Αυτά έγραψε ο Ζήνων, αναπλάθοντάς τα σαν ένα όνειρο ή μια εικόνα του φιλοσόφου για την εύνομη πολιτεία.

 

Αλλά εκείνος που έκανε πράξη τη θεωρία ήταν ο Αλέξανδρος. Γιατί δεν φόρτωσε τη διακυβέρνησή του με πολλούς πολέμους και εξορίες και συνωμοτικές εξεγέρσεις, αντιμετωπίζοντας τους Έλληνες ως ηγέτης και τους βαρβάρους ως δεσπότης, όπως τον είχε συμβουλεύσει ο Αριστοτέλης, και φροντίζοντας τους πρώτους ως φίλους και συγγενείς και τους δεύτερους ως ζώα ή φυτά. Αλλά, πιστεύοντας ότι είχε αποσταλεί από τον θεό ως κοινός ρυθμιστής και συμφιλιωτής όλων, εξαναγκάζοντας με τα όπλα όσους δεν έπειθε με τον λόγο και συνενώνοντας σε ενιαίο σύνολο τα πάντα, αναμειγνύοντας τους τρόπους ζωής και τα ήθη και τους γάμους και τις συνήθειες, όπως σε μια κούπα φιλίας, πρόσταξε πως πρέπει όλοι να θεωρούν πατρίδα τους την οικουμένη, ακρόπολη και φρουρά τους το στρατόπεδο, συγγενείς τούς αγαθούς και ξένους τους τούς φαύλους.

 

Και τον Έλληνα ή τον βάρβαρο να μην τον καθορίζει η χλαμύδα ή η ασπίδα, ούτε το περσικό ξίφος ή ο μανδύας, αλλά να συμπεραίνουν ότι κάποιος είναι Έλληνας από την αρετή του και βάρβαρος από την κακία του. και να θεωρούν κοινά τα ενδύματα και τα φαγητά και τους γάμους και τις συνήθειες, καθώς θα έχουν αναμειχθεί με δεσμούς αίματος και με κοινά παιδιά.


26 Ιουλίου, 2024

Αριστοτέλης και Μέγκιος «ζωντάνεψαν» και συνομίλησαν με το κοινό

 



Με λευκούς μανδύες, επίσημο παρουσιαστικό και χαρακτηριστικά πολύ κοντά στις απεικονίσεις τους σε αγάλματα, γλυπτά και άλλα ιστορικά στοιχεία, εμφανίστηκαν πριν λίγες μέρες στη σκηνή του συνεδριακού κέντρου της κινεζικής πόλης Qufu, οι φιλόσοφοι Αριστοτέλης και Μέγκιος, στο πλαίσιο του 3ου Συμποσίου για τον Αριστοτέλη και τον Κομφούκιο. Με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης τα φωτεινά ολογράμματά τους άρχισαν να συνομιλούν μεταξύ τους αλλά και με το κοινό, με εκφραστική φωνή, κίνηση στα χέρια και το σώμα και θετική διάθεση, απαντώντας σε ερωτήσεις και προκαλώντας ενθουσιασμό στους μελετητές της φιλοσοφίας τους.

 

«Γνωρίζω ότι γεννήθηκες στα Στάγειρα. Είμαι πολύ χαρούμενη που σε συναντώ εδώ στην Κίνα. Αυτό είναι υπέροχο» ήταν τα πρώτα λόγια της Προέδρου του Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών (ΔΙΚΑΜ) του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), ομότιμης καθηγήτριας Φιλοσοφίας της Επιστήμης, Δήμητρας Σφενδόνη - Μέντζου. «Μπορείς να με ρωτήσεις οτιδήποτε επιθυμείς και θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ για να σου απαντήσω» είπε ο Αριστοτέλης, ο οποίος βρισκόταν μπροστά σε όλους πάνω στη σκηνή, ξυπόλητος, με λευκά μαλλιά και γένια, φορώντας τη μακριά του αρχαιοελληνική ενδυμασία.



 

Τα χαρακτηριστικά της επιστήμης και η αιτία των πραγμάτων

 

Η κ. Σφενδόνη ρώτησε τον Αριστοτέλη για τα βασικά χαρακτηριστικά της επιστήμης αλλά και την αιτία των πραγμάτων και εκείνος, αφού περίμενε για λίγη ώρα, αναφέρθηκε στη λογική και τη μέθοδο της επιστημονικής έρευνας για την αναζήτηση της αλήθειας. Όπως είπε, στόχος της επιστήμης είναι η κατανόηση των πραγμάτων και η ανάπτυξη θεωριών και ερμηνειών που θα βασίζονται σε στοιχεία και συλλογισμούς, με την προϋπόθεση οι επιστήμονες να είναι πρόθυμοι να αμφισβητήσουν τις υποθέσεις τους και να αναθεωρήσουν, ώστε η επιστήμη να προχωρά και να συμβάλει σημαντικά στην κατανόηση του κόσμου. Όσο για τις αιτίες από τις οποίες τα διάφορα όντα αντλούν την ουσιαστική τους ύπαρξη, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη μεταφυσική.

 

Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα

 

Αίσθηση προκάλεσε στο κοινό η ερώτηση που δέχτηκε αργότερα για τη δουλεία στην αρχαία Ελλάδα. «Ο Αριστοτέλης απάντησε ότι όταν μιλάμε για τέτοια θέματα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μιας εποχής. Δεν είναι δυνατόν να αναφερόμαστε με τα σημερινά δεδομένα σε κάτι που έγινε πριν από 2.500 χρόνια. Και πράγματι δεν μπορεί κανείς να πει ότι ευθέως ο Αριστοτέλης αναγνώρισε τη δουλεία καθώς ο ίδιος μίλησε τότε για τον άνθρωπο, χωρίς να κάνει καμία διάκριση ανάμεσα σε φύλα και φυλές» τόνισε η κ. Σφενδόνη στο ΑΠΕ - ΜΠΕ.

 

Η ίδια συμπλήρωσε ότι ο Έλληνας φιλόσοφος στη διαθήκη που άφησε έδινε σημασία στη φιλανθρωπία και άφηνε συμβουλές για την απευλευθέρωση και οικονομική ενίσχυση των δούλων. Χαρακτήρισε πολύ καλή την απάντηση του Αριστοτέλη, επί σκηνής και όπως είπε, «φάνηκε ότι το σύστημα της τεχνητής νοημοσύνης που ανέπτυξαν οι Κινέζοι ήταν αρκετά κατατοπισμένο».

 

Η έννοια της επιείκειας

 

Εκείνη, άλλωστε, του έθεσε ένα ακόμη ερώτημα σχετικά με την έννοια της επιείκειας που ξεκινάει από τον Αριστοτέλη και ενσωματώνεται σήμερα στη φιλοσοφία του δικαίου. Αναφερόμενη στη σχετική του απάντηση, δήλωσε εντυπωσιασμένη από την χρήση του σωστού όρου στην αγγλική γλώσσα (equity και όχι fairness ή justice). Το ολόγραμμα του Αριστοτέλη συγκεκριμένα επισήμανε: «η έννοια της επιείκειας είναι η έννοια του δικαίου που υπερβαίνει το γράμμα του νόμου. Αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρχουν συνθήκες στις οποίες η αυστηρή εφαρμογή του νόμου μπορεί να οδηγήσει σε ένα άδικο αποτέλεσμα ενώ θα πρέπει να υπάρξει ευελιξία και διακριτικότητα στην εφαρμογή του».

 

«Ευχαριστώ, με κάνατε πολύ ευτυχισμένη» ήταν η απάντηση της κ. Σφενδόνη. Η ίδια σχολίασε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ότι «η βασική Αριστοτελική ιδέα που υιοθετείται και σήμερα είναι ότι ο νόμος είναι το γενικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε από τον νομοθέτη, ωστόσο στην πράξη και κατά την εφαρμογή του νόμου ο δικαστής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές περιπτώσεις και συνθήκες για να λάβει μια δίκαιη απόφαση».

 

Στη συνέχεια το κοινό έθεσε ερωτήσεις στον Μέγκιο, εκφραστή και συνεχιστή της φιλοσοφίας του Κομφούκιου, ο οποίος αναφέρθηκε στα βασικά χαρακτηριστικά της σκέψης του αρχαίου Κινέζου φιλοσόφου.

 

Τα κοινά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής και της αρχαίας κινεζικής φιλοσοφίας

 

Μιλώντας νωρίτερα στην εναρκτήρια τελετή του Συμποσίου η Πρόεδρος του Διεπιστημονικού Κέντρου Αριστοτελικών Μελετών τόνισε ότι τόσο ο Κομφούκιος όσο και ο Αριστοτέλης έχουν βαθύ ενδιαφέρον για τον άνθρωπο ενώ κεντρική θέση στο έργο τους έχουν οι ιδέες της αρετής, της φιλίας και της σοφίας. «Επομένως, είναι κρίσιμης σημασίας σήμερα να δούμε πώς οι γνώσεις που αποκτήθηκαν από τον Κομφούκιο και τον Αριστοτέλη, μπορούν να μας δείξουν τον δρόμο για να φτάσουμε σε πολύτιμα συμπεράσματα σε έναν παγκόσμιο διάλογο για έναν καλύτερο κόσμο» υπογράμμισε.

 

Στο συμπόσιο έλαβαν μέρος κορυφαίοι μελετητές διεθνούς κύρους από την Κίνα, την Ελλάδα, την Ευρώπη και άλλα μέρη του κόσμου ενώ για τη διοργάνωση συνεργάστηκαν ιδιαίτερα σημαντικά ιδρύματα και ακαδημαϊκοί φορείς από την Κίνα και την Ελλάδα. Τα δύο ελληνικά ιδρύματα - εταίροι του συμποσίου ήταν το ΔΙΚΑΜ και η Ακαδημία Αθηνών.

 

Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων

 

 


Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...