Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Απριλίου, 2026

Θράκη:Πιστοποιούνται τα Αρχαιολογικά Μουσεία Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης

 



Το Αρχαιολογικό Μουσείο των Αβδήρων και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, λαμβάνουν το σήμα πιστοποίησης, μετά από τη σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Μουσείων, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4858/2021 που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας και της λειτουργίας των δημοσίων μουσείων. Η διαδικασία πιστοποίησης, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος, είναι υποχρεωτική και καλύπτει συνολικά περισσότερα από 200 δημόσια μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Το πρόγραμμα που εξελίσσεται σταθερά και μεθοδικά από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εφαρμόστηκε αρχικά, το 2021, σε πιλοτική βάση. Το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης, αποσκοπεί στην αναβάθμιση όλων των μουσείων της ελληνικής επικράτειας και την προσαρμογή τους στα διεθνή μουσειολογικά πρότυπα, με στόχο αφενός την ανταποδοτικότητα των Μουσείων προς τον επισκέπτη και αφετέρου την ενδυνάμωσή τους ως φορέων πολιτισμού.




Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Υπουργείο Πολιτισμού προωθεί εντατικά την πιστοποίηση των ελληνικών μουσείων, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος το οποίο επιτρέπει την αυτοματοποίηση και την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαδικασίας για την αναγνώριση των ιδιωτικών μουσείων και την πιστοποίηση των δημόσιων μουσείων της χώρας. Στόχος μας είναι  να δημιουργηθεί για τα ελληνικά μουσεία ένα σταθερό και αξιόπιστο ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας, ενισχύοντας την ποιότητα των υπηρεσιών τους, τη βιωσιμότητα και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις. Σήμερα, τα μουσεία –ανεξαρτήτως μεγέθους ή χαρακτήρα– βρίσκονται αντιμέτωπα με ολοένα και πιο απαιτητικές προκλήσεις. Καλούνται να είναι εξωστρεφή, να δίνουν έμφαση στην προσβασιμότητα, στην ποικιλομορφία, να αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία, ακολουθώντας συγκεκριμένες προδιαγραφές λειτουργίας. Η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους δεν αποτελεί τυπική διαδικασία. Είναι το εργαλείο για να γίνουν λειτουργικά, ενταγμένα στην κοινωνία. Η πιστοποίηση των Αρχαιολογικών Μουσείων Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης αποτελεί ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, επιβεβαιώνοντας την προσήλωση των υπηρεσιών μας στη συστηματική αναβάθμιση των περιφερειακών μουσείων και στην ενίσχυση του ρόλου τους, ως ζωντανών πυρήνων πολιτισμού και εκπαίδευσης στις τοπικές κοινωνίες. Η διαδικασία αποτελεί ένα σύστημα αξιολόγησης που εφαρμόζεται με πρότυπο τρόπο από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτελώντας σημαντικό βήμα για τη συνεχή αναβάθμιση των ελληνικών μουσείων, με στόχο την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών».



Τους φακέλους για την πιστοποίηση των Μουσείων Αλεξανδρούπολης και Αβδήρων υπέβαλαν οι Εφορείες Αρχαιοτήτων Έβρου και Ξάνθης, αντίστοιχα. Η διαδικασία πιστοποίησης ξεκίνησε, το 2024, με τη διενέργεια αυτοψιών από τα αρμόδια κλιμάκια των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και συνεχίστηκε με την εκπόνηση και την υλοποίηση εξατομικευμένων προγραμμάτων αναβάθμισης για κάθε Μουσείο. Τα προγράμματα αναβάθμισης αφορούσαν στη βελτίωση των κτηριακών υποδομών, στην οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των Μουσείων, στην αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς το κοινό, καθώς και στην ενίσχυση της διασύνδεσής τους με την κοινωνία. Όσον αφορά στις κτηριακές υποδομές, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη νομιμότητα των εγκαταστάσεων, στην ενεργειακή τους απόδοση, στην εφαρμογή μέτρων πυροπροστασίας, στην εξασφάλιση της προσβασιμότητας για όλους τους επισκέπτες.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2022, και αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα μουσεία της Ελλάδας. Στη μόνιμη έκθεση του περιλαμβάνονται ευρήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη από όλη τη Θράκη και αφηγούνται την ιστορία της περιοχής, από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Περισσότερα από 1.000 αρχαία αντικείμενα, αγγεία πήλινα, γυάλινα, χάλκινα και αργυρά νομίσματα, γλυπτά και ταφικές στήλες, όπλα, περίτεχνα κοσμήματα, ειδώλια, εργαλεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καλύπτουν μια μακρά περίοδο, από την 6η προχριστιανική χιλιετία έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Την παρουσίαση των εκθεμάτων συνοδεύουν βιντεοπροβολές και ψηφιακές πολυμεσικές εφαρμογές για μια πιο διαδραστική εμπειρία. Το Μουσείο είναι πλήρως προσβάσιμο από τα ΑμεΑ.



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων, εγκατεστημένο στον σύγχρονο οικισμό των Αβδήρων, στην Ξάνθη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Θράκης. Λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2000 και στεγάζει ευρήματα από τις ανασκαφές στην περιοχή, που ξεκίνησαν το 1950. Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις κύριες ενότητες που αναδεικνύουν την ιστορία της πόλης όπου γεννήθηκαν σπουδαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας. Η παρουσίση οργανώνεται σε θεματικές ενότητες που αφορούν στη δημόσια και ιδιωτική ζωή των αρχαίων Αβδηριτών, στις ταφικές συνήθειες και στη θρησκεία. Το Μουσείο έχει έντονα εκπαιδευτικό προσανατολισμό, με τα εκθέματα να πλαισιώνονται από πλούσιο εποπτικό υλικό, όπως χάρτες, σχέδια και διαγράμματα.


01 Απριλίου, 2026

Macedonia:The Story of the Archaeological Museum of Thessaloniki

 


The story of the Archaeological Museum of Thessaloniki is similar to the city's recent history. The Ephorate of Antiquities "by the General Directorate of Macedonia" was the first service to be founded, on November 1912, only a fortnight after the city was incorporated into the Greek State.

Until 1925, all antiquities found in Macedonia were gathered at the Residency (Dioikitirion- the modern-day building of the Ministry of Macedonia-Thrace) as well as the Ottoman Idadie School, which housed the Faculty of Philosophy of the Aristotle University. During World War I, the French Army (Armee Francaise d’ Orient) was gathering antiquities initially at Karabournaki and later on at Rotonda, while the British Army would gather the antiquities they uncovered at the White Tower.

In 1925, the Yeni Cami, the new mosque, the centre of worship for the Donmeh population of the Ottoman-occupied Thessaloniki, was given to the Archaeological Service. The Yeni Cami would become the city's first Museum, as the inscription still in place on its facade indicates. In 1940 many antiquities, mainly sculptures, were buried in trenches in order to be protected from war raids. They were unearthed in 1951 and displayed for the first time in the main hall of the Archaeological Museum (Yeni Cami) in 1953.

In 1950 a large plot was designated for the erection of a new Museum, in the heart of the city, on Y.M.C.A. Square, next to the grounds of the International Fair. The project was assigned to Patroklos Karantinos, an notable Greek modernist architect.

The new Museum was inaugurated in 1962 in a grand ceremony, as part of the celebrations for the completion of 50 years since Thessaloniki's liberation, exhibiting the impressive finds from the Derveni tombs, which had been found in the same year. An exhibition of sculptures from the Archaic to the Roman era followed, designed by Giorgos Despinis, professor of Archaeology at the Aristotle University of Thessaloniki.

The impressive finds of the Royal Tombs at Vergina revealed by professor Manolis Andronikos, which were transferred to the Museum for storage and conservation as soon as they were found, necessitated a new display pattern and required the construction of a building extension. In 1982 a new exhibition was designed to display the finds from the cemetery of Sindos. The ephor of antiquities, Aikaterini Despini was responsible for both the excavation and the exhibition. In 1985, with the completion of 2300 years since the foundation of Thessaloniki by Cassander in 315 BC, the then director of the Museum, Julia Vokotopoulou organised the first major exhibition dedicated to the city's history and archaeology.

 

In 1996 the first large-scale exhibition on Prehistoric Macedonia took place at the Museum, below the Vergina Hall, at the new building extension (by Vogiatzis) completed in 1980. This exhibition was organised by the then director Dimitrios Grammenos and the archaeologist Maria Pappa. In 1998, when the Vergina finds were transferred back to their place of discovery to be displayed in a new museum that simulated the large burial mound of the Royal Tombs, a new exhibition was organised at the Museum of Thessaloniki, entitled "The Gold of Macedon" by Dimitrios Grammenos and the archaeologists Betina Tsigarida and Despina Ignatiadou, in order to fill the gap of the remarkable royal burial assemblages.

In 2002, through a Presidential Decree (401/2001), the Archaeological Museum of Thessaloniki became a separate Special Regional Service of the Ministry of Culture. At the dawn of the 21st century, modern museological needs led to an extensive renovation of the building. The Museum became accessible to the public again in 2004 with new permanent exhibitions. On September, 2006, the renovated Archaeological Museum was officially reopened with five new thematic exhibitions, under D.Grammenos and a large team of specialists. The new exhibitions, completely anthropocentric, bypassing the thread of time, has acquired a strong didactic character.

After a long period of work for the renovation of the exhibition, storage, preservation and management spaces, the Archaeological Museum of Thessaloniki opened for the public on September 2006. In the time before the opening, apart from the expansion of the building, the most important and vital part of our efforts was completed: the exhibitions of the museum were redesigned in a way that responds to the needs of the modern visitor.

Our intention was to shed light on the different sides of the culture that was created in Macedonia, mainly in Thessaloniki and the adjacent municipalities: from the beginning of prehistoric times up until the late antiquity, meaning the beginning of the Christian era.

We welcome you to visit the Museum. Immense yourself in the stories that it has to tell you, see and listen to how an object can “make” history. In addition, come to experience and enjoy all that a modern museum can offer: educational programs, exhibitions of ancient and modern culture, workshops, academic talks, seminars and recreational activities.

  The Archaeological Museum of Thessaloniki is a space of culture and learning, open for everyone.

 

Permanent Exhibitions 


💥Prehistoric Macedonia

💥Towards the birth of cities 

💥In Macedonia from the 7th century BC until the late antiquity

💥Thessaloniki,the Metropolis of Macedonia

💥The Gold of Macedon 

💥Field,House,Garden,Grave 

💥Memory in Stone 

💥Macedonia.From fragments to pixels 

03 Μαρτίου, 2026

Αποτελέσματα της ανασκαφικής έρευνας στους Φιλίππους 2025

 


Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιεί η ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου στους Φιλίππους, συνεχίστηκε το καλοκαίρι του 2025. Η ανασκαφική έρευνα ξεκίνησε με την ολοκλήρωση της ανασκαφής στη στοά που βρίσκεται στη νησίδα 7, νότια του νότιου decumanus – κύριου οδικού άξονα της πόλης. Στο νότιο τοίχο της στοάς αποκαλύφθηκε θύρα, με σωζόμενο in situ μαρμάρινο κατώφλι.

Η ανασκαφή συνεχίστηκε ανατολικά του νότιου decumanus. Εντοπίστηκε η συνέχεια της μαρμαροστρωμένης οδού, καθώς και το ανατολικό τμήμα του cardo, του κάθετου δρόμου, ο οποίος ορίζει το ανατολικό όριο της νησίδας 7. Ανατολικά του cardo εντοπίστηκαν δυο χώροι από την επόμενη, στα ανατολικά, οικοδομική νησίδα. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην πλήρη αποκάλυψη του κρηναίου οικοδομήματος, που εντοπίζεται στο σημείο όπου συγκλίνουν οι δύο κύριες οδοί (βόρειος και νότιος deumanus). Φέτος εντοπίστηκε το σύνολο της επιφάνειας, την οποία καταλάμβανε το κρηναίο οικοδόμημα. Αποκαλύφθηκε, επιπλέον, μέρος της μαρμαρόστρωσης της πλατείας, η οποία διαμορφώθηκε στο σημείο σύγκλισης των δύο οδών. Εντοπίστηκαν πλήθος μαρμάρινων ανάγλυφων μελών, που διαμόρφωναν τα σημεία παροχής νερού: πρόκειται για μαρμάρινα καμπύλα θωράκια, που ενώνονταν σε κογχωτή διάταξη. Κατέστη δυνατή η επανατοποθέτηση δύο τεμαχίων στην αρχική τους θέση, πλαισιώνοντας το θωράκιο που σώζεται κατά χώραν.

Τα φετινά ευρήματα της ανασκαφής είναι, κυρίως, κεραμική, χάλκινα νομίσματα, μετάλλινα αντικείμενα και μια ακέραια μαρμάρινη λεκανίδα. Βρέθηκαν, επίσης, δύο θραύσματα επιγραφών σε λατινική γραφή. Οι επιγραφές κοσμούσαν το επιστύλιο, πιθανώς του κρηναίου, και αναφέρονται σε αυτό. Η πρώτη επιγραφή διασώζει, σε μια σειρά με κεφαλαία γράμματα, το εξής: PHILIP. Η δεύτερη επιγραφή σώζεται σε δυο σειρές, σε λατινική γραφή και κεφαλαία γράμματα: στην πρώτη σειρά σώζεται το εξής P·NYMP και στη δεύτερη σειρά REI·PVB.

Κατά την ανασκαφή του νότιου decumanus εντοπίστηκε, σε πολύ καλή κατάσταση, τμήμα μαρμάρινου λέοντα μεγάλων διαστάσεων. Συγκεκριμένα, σώζεται ακέραια η κεφαλή του, με την πλούσια κόμη του, και τμήμα του λαιμού και του σώματός του. Η κεφαλή είναι στραμμένη προς τη δεξιά πλευρά του. Τα χαρακτηριστικά της κεφαλής του λέοντα σώζονται σε άριστη κατάσταση.

Ο μαρμάρινος λέοντας αποτελεί το τελευταίο εντυπωσιακό γλυπτό που εντοπίστηκε, από όσα κοσμούσαν την κρήνη. Αν και πιθανώς εντάσσεται στην αυτοκρατορική εποχή, φαίνεται να μη συνανήκει με κανένα από τα γλυπτά που αποκαλύφθηκαν τις προηγούμενες χρονιές. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την εντύπωση ότι η κρήνη, αν και αποτελούμενη από αρχιτεκτονικά στοιχεία ρωμαϊκής περιόδου (όπως δείχνουν και οι λατινικές επιγραφές στα αρχιτεκτονικά μέλη) και γλυπτά της ίδιας εποχής, έχει αναμορφωθεί και διακοσμηθεί με μία συλλογή ετερόκλητων, μεταξύ τους, στοιχείων. Η πρακτική αυτή ταιριάζει καλύτερα με μια περίοδο ιστορικισμού, στις αρχές της μέσης βυζαντινής περιόδου, χρονολόγηση η οποία ενισχύεται από σημαντικά κατασκευαστικά στοιχεία της κρήνης, αλλά και το γεγονός ότι έχει στηθεί πάνω από τις πλάκες του χώρου σύγκλισης των δύο οδών. Το σημείο αυτό των δύο οδών είναι βέβαιο ότι έχει αναμορφωθεί κατά τον πρώιμο μεσαίωνα. Την ίδια εικόνα έχουμε και από το σύνολο των κινητών ευρημάτων.

Διευθύντρια της ανασκαφής είναι η ομότιμη καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας Ναταλία Πούλου και άμεσοι συνεργάτες ο αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Αναστάσιος Τάντσης, καθώς και ο ομότιμος καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας Αριστοτέλης Μέντζος. Μέλη της ομάδας της ανασκαφής είναι οι υποψήφιοι διδάκτορες Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ Νικόλαος Θεοδωρίδης και Κωνσταντίνος – Μιχαήλ Γκανάτσας. Στην ανασκαφή συμμετείχαν προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές/φοιτήτριες του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, μια προπτυχιακή φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και μια προπτυχιακή φοιτήτρια Αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Université Paris-Nanterre της Γαλλίας.

 Η ανασκαφή χρηματοδοτήθηκε με χορηγία από την εταιρεία RAYCAP.












04 Φεβρουαρίου, 2026

Αναβαθμίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου των Αθηνών,με νέες υποδομές και ψηφιακούς περιπάτους

 




Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην αναβάθμιση των υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Στον σχεδιασμό του Υπουργείου είναι δύο έργα, τα οποία περιλαμβάνονται στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση «Λαύριο- Αθήνα- Ελευσίνα». Η ένταξή τους δρομολογείται στο ΕΣΠΑ 2021-2027. Το πρώτο έργο, με φορέα υλοποίησης το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά την εγκατάσταση περιπτέρου ψηφιακής πληροφόρησης για τον βίο και το έργο του Αριστοτέλη. Το δεύτερο, με φορέα υλοποίησης τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, αφορά στην κατασκευή κτηρίου-εισόδου για τη στέγαση του εκδοτηρίου εισιτηρίων, του γραφείου εξυπηρέτησης επισκεπτών, χώρους υγιεινής. Συγχρόνως, ήπιες, απολύτως αναστρέψιμες και μη επεμβατικές ψηφιακές παρεμβάσεις, ενισχύουν την κατανόηση, την ερμηνεία και τη βιωματική εμπειρία του επισκέπτη.

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Στην περιοχή του Λυκείου, το 335 π.Χ, ίδρυσε  ο Αριστοτέλης τη Σχολή του, διδάσκοντας  τους μαθητές του, περίπου για 12 χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής του. Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη, ανασυστήνεται, ως πολιτιστικός προορισμός, στο κέντρο της Αθήνας. Με σημείο αναφοράς την περιπατητική φιλοσοφική σχολή του, στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνα, αναδεικνύονται το οικουμενικό έργο και η εμβληματική μορφή του Έλληνα φιλοσόφου, από τις κορυφαίες προσωπικότητες όλων των εποχών, με παγκόσμια επιρροή. Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας εκπαιδευτικής και φιλοσοφικής εμπειρίας για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου, με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και της αρχιτεκτονικής. Ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, από στατικό μνημείο, μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό τόπο σκέψης και γνώσης, όπου η φιλοσοφία συναντά την τεχνολογία. Την επιλογή του πληροφοριακού υλικού για τον Αριστοτέλη, τη ζωή και το έργο του, επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο επισκέπτης συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία κατανόησης του χώρου, μέσα από μία πολυαισθητηριακή εμπειρία. Ψηφιακές πινακίδες παρουσιάζουν την εξέλιξη του, ψηφιακή αφήγηση ανατρέχει στην παρουσία του Λυκείου, ανά τους αιώνες, και ο ψηφιακός περίπατος αναδεικνύει τη σχέση του Λυκείου με την πόλη και τον κόσμο. Δημιουργείται μία ενδιαφέρουσα και καινοτόμος πολιτιστική εμπειρία με απήχηση και στις  νεότερες ηλικίες».

 

Η παρέμβαση που υλοποιείται από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά στην εγκατάσταση στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου ενός περιπτέρου, το οποίο θα στεγάζει τέσσερις διαδραστικές οθόνες αφής, με πρόσβαση σε πολυμεσικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, βίντεο, αναπαραστάσεις κ.α.). Η σύνθεση περιλαμβάνει τέσσερις ορθογώνιες μονάδες, καλυμμένες από κυματοειδές στέγαστρο. Η πρόσβαση στο περίπτερο γίνεται από τα άκρα, με ράμπες. Το έργο είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» με το αρχιτεκτονικό γραφείο Foster+Partners, το World Human Forum και του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιλογή του πληροφοριακού επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η ψηφιακή εγκατάσταση επιτρέπει την εύκολη ανανέωση και τον εμπλουτισμό του ενημερωτικού υλικού, ανάλογα με την πρόοδο της έρευνας.

 

Το έργο που υλοποιεί το Υπουργείο Πολιτισμού – για την ωρίμανση του οποίου συνεργάστηκε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης- αφορά στη διαμόρφωση νέας, κύριας εισόδου, επί της οδού Ρηγίλλης, κατόπιν  εκτεταμένης τρισδιάστατης ψηφιακής τεκμηρίωσης του χώρου, σε  συνδυασμό αεροφωτογραμμετρίας, στατικής σάρωσης laser και κινητής φωτογραμμετρίας, εξασφαλίζοντας έτσι υψηλή ακρίβεια και επιστημονική τεκμηρίωση. Παραπλεύρως, της εισόδου, χωροθετείται  επίμηκες κτήριο υποδοχής των επισκεπτών, που αναπτύσσεται παράλληλα με την οδό Ρηγίλλης. Αντικαθίσταται τμήμα της υφιστάμενης περίφραξης, επί της οδού Ρηγίλλης, αποκαθιστώντας  άμεση συνάφεια με το νέο κτήριο εισόδου. Δημιουργείται, από το Ωδείο - νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου- δευτερεύουσα είσοδος, ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία των δύο χώρων. Στον άξονα με το Ωδείο, κατασκευάζεται ημικυκλική στάση για περίπου 60 καθήμενους.

 

Ο οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, προσβάσιμος στα ΑμεΑ, συνολικής έκτασης περίπου δέκα στρεμμάτων, αποδόθηκε στο κοινό τον Ιούνιο του 2014. Λειτουργεί υπό την ευθύνη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών. Διαθέτει έξι συμβατικές πινακίδες ενημέρωσης, τύπου «αναλογίου», με πληροφορίες για τα αρχαία Γυμνάσια της Αθήνας και το Λύκειο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την παλαίστρα και τα λουτρά και το έργο ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Υπάρχουν, επίσης, μικρό αμφιθέατρο για περίπου 150 άτομα, κρήνη, και έξι πάγκοι ανάπαυσης επισκεπτών.

 

Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες το Λύκειο ήταν ένα κατάφυτο προάστιο, στα ανατολικά της Αθήνας, έξω από την Πύλη του Διοχάρους, ανάμεσα στον Ιλισό και τον Ηριδανό. Η περιοχή στην οποία ιδρύθηκε Γυμνάσιο, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., πήρε το όνομά της πιθανόν από το Ιερό του Λυκείου Απόλλωνος- δεν έχει  ακόμη εντοπιστεί- που προϋπήρχε του Γυμνασίου. Η παλαίστρα του Λυκείου, χώρος προπόνησης στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο θεμελιώθηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Διατηρήθηκε, με  ποικίλες επισκευές, για περίπου επτά αιώνες, έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά. Αποτελείται από εσωτερική αυλή που περιβάλλεται, στις τρεις πλευρές της, από στοές πίσω από τις οποίες αναπτύσσονται συμμετρικά ευρύχωρα, ορθογώνια δωμάτια. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε δεξαμενή ψυχρού λουτρού για τους αθλητές. Κατά την ίδια περίοδο εντάχθηκαν, με απόλυτη συμμετρία, στο βορειοανατολικό και βορειοδυτικό τμήμα της παλαίστρας, τα λουτρά που πιθανότατα αντικατέστησαν τους προγενέστερους λουτρώνες των κλασικών χρόνων.

 





















28 Αυγούστου, 2025

Ερευνητικό πρόγραμμα στο βασιλικό γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας

 




Ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση του ερευνητικού προγράμματος στο βασιλικό γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας, στο πλαίσιο της Προγραμματικής Σύμβασης, η οποία υπογράφηκε από την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και τον Δήμαρχο Νάουσας Νίκο Κουτσογιάννη, τον Αύγουστο (07/08) του 2024.

Η έρευνα που πραγματοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, υπό τη διεύθυνση της επίτιμης εφόρου Αγγελικής Κοτταρίδη περιλάμβανε ανασκαφή, καθαρισμό και τεκμηρίωση των ευρημάτων, συντήρηση, μελέτη και συσχέτιση με τα ευρήματα των παλαιότερων ανασκαφικών περιόδων, αλλά και προκαταρκτικές εργασίες (σχεδίαση, μελέτη αρχιτεκτονικών μελών και δομών) για την εκπόνηση της μελέτης προστασίας και ανάδειξης του μνημειακού συγκροτήματος και αναστήλωσης του δυτικού τμήματος του ξυστού, της δωρικής στοάς όπου γινόταν η εξάσκηση  στον αγώνα δρόμου.

 


Η ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε σε σημεία κρίσιμα για την κατανόηση της αρχιτεκτονικής δομής του τεράστιου οικοδομήματος επιβεβαίωσε την κατασκευή του συνόλου στα μέσα του 4ου αιώνα σύμφωνα με ένα ενιαίο σχέδιο και συνακόλουθα την συσχέτιση με τον Φίλιππο Β΄(359-336 π.Χ.) και τον Μεγαλέξανδρο.

Νέο στοιχείο είναι η ανακάλυψη της διαμόρφωσης του χώρου σε γιγαντιαία κλίμακα:  ο φυσικός βράχος (πωρόλιθος) του υπεδάφους απολαξεύτηκε, ώστε να σχηματιστούν τρία τεράστια, οριζόντια, απολύτως επίπεδα άνδηρα (έκτασης περ. 14 στρεμμάτων) που αναπτύσσονται σε αυστηρά γεωμετρική αλληλουχία από τα νοτιοδυτικά, όπου βρίσκεται το υπερκείμενο νοτιοδυτικό συγκρότημα, προς τα βόρεια, όπου η παλαίστρα και τα ανατολικά όπου, στο χαμηλότερο σημείο, εκτεινόταν η διώροφη στοά του ξυστού που έφτανε σε μήκος σχεδόν τα 200 μέτρα.

Δεν αποκλείεται η κλιμάκωση των επιπέδων των διάφορων επί μέρους λειτουργικών ενοτήτων του γυμνασίου να αντιστοιχεί σε ιεράρχηση της λειτουργίας τους.



Στον τοίχο με τους αμφικίονες του ξυστού, αλλά και σε αρχιτεκτονικά μέλη (κιονόκρανα κλπ.) σώζονται ακόμη εξαιρετικής ποιότητας λευκά κονιάματα, ίδια με αυτά των βασιλικών τάφων και του ανακτόρου των Αιγών. Γενικότερα παρατηρούνται αντιστοιχίες και ομοιότητες με το ανάκτορο των Αιγών που αποτελούν, όπως φαίνεται, χαρακτηριστικά της «κλασικής μακεδονικής αρχιτεκτονικής», αλλά και διαφοροποιήσεις που οφείλονται στην διαφορετική λειτουργία.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του γυμνασίου της Μίεζας εκτός από το μέγεθος του είναι η εκτεταμένη χρήση πώρινων γωνιόλιθων, μάλιστα στην περιοχή ανάμεσα στην παλαίστρα και το νοτιοδυτικό συγκρότημα  οι λίθινοι τοιχοβάτες σώζονται σημειακά σε ύψος που φτάνει τα δύο μέτρα.

 


Το άλειμμα των αθλούμενων νέων με λάδι ήταν απολύτως απαραίτητο στοιχείο της ζωής στο γυμνάσιο. Τα θραύσματα παναθηναϊκών αμφορέων που βρίσκονται στον ξυστό και στην παλαίστρα φανερώνουν ότι οι νεαροί γόνοι της μακεδονικής ελίτ προτιμούσαν το εκλεκτό και καθόλου φθηνό λάδι των ιερών δένδρων  της Αθήνας, ωστόσο το πιο συγκινητικό εύρημα είναι τέσσερις γραφίδες από αυτές που οι μαθητές του Αριστοτέλη χρησιμοποιούσαν για να γράφουν τα γυμνάσματά τους.

08 Απριλίου, 2025

Αποκατάσταση και ανάδειξη της Αγοράς, στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου

 



Το Υπουργείο Πολιτισμού, προχωρεί το έργο της αποκατάστασης και ανάδειξης του μνημειακού συνόλου της Αγοράς στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου, δια της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Πιερίας. Το οικοδομικό τετράγωνο της Αρχαίας Αγοράς είναι το πιο σημαντικό τετράγωνο της πόλης του Δίου, καθώς συγκέντρωνε τα δημόσια κτήρια και άλλα οικοδομήματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, όπως συγκροτήματα Θερμών και το Ωδείο. Ένα από τα σημαντικά μνημεία της Αγοράς είναι ο κεραμικός κλίβανος, ο οποίος αποκαλύφθηκε στη βόρεια πλευρά του χώρου και χρονολογείται στην ύστερη αρχαιότητα. Είναι ορθογώνιος με δύο θαλάμους, έναν για καύσιμα και έναν για τα κεραμικά. Αποτελείται από τέσσερα ζεύγη ορθογώνιων πεσσίσκων που στήριζαν την εσχάρα, κατασκευασμένων από κεραμικές πλίνθους και πηλό. Επί της μελέτης συντήρησης και ανάδειξής του γνωμοδότησε ομοφώνως θετικά το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. 

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Υπουργείο Πολιτισμού εκτελεί ένα ευρύ και πολυδιάστατο έργο προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου του Δίου, ενός από τους σημαντικότερους, από ιστορική και αρχαιολογική άποψη, αρχαιολογικούς χώρους της Μακεδονίας. Το καλοκαίρι ολοκληρώσαμε την αποκατάσταση του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου και το αποδώσαμε στους επισκέπτες και στο κοινό, στο πλαίσιο του 53ου Φεστιβάλ Ολύμπου-Δίου. Ομοίως ολοκληρώθηκαν και οι εργασίες αναβάθμισης των υποδομών υποδοχής και εξυπηρέτησης των επισκεπτών, και πλέον το Δίον διαθέτει ανακαινισμένα από τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων το κτήριο εισόδου-πωλητηρίου και αναψυκτηρίου. Η α΄ φάση του έργου της αποκατάστασης και ανάδειξης της Αγοράς, που υλοποιεί η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πιερίας, ολοκληρώνεται με πόρους του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος Κεντρικής Μακεδονίας ΕΣΠΑ 2021-2027 και εντός του τρέχοντος έτους αναμένεται η έναρξη της επόμενης φάσης.  Στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην πολιτιστική κληρονομιά, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού υλοποιεί έργα αντιπλημμυρικής θωράκισης του αρχαιολογικού χώρου, προϋπολογισμού 2.500.000 ευρώ, με πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Παράλληλα, εξελίσσεται η διαδικασία της εκπόνησης μελέτης για την ανακαίνιση του Αρχαιολογικού Μουσείου του Δίου.  Με τα έργα αυτά συμβάλλουμε στην αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση αυτού του μείζονος αρχαιολογικού χώρου, και συγχρόνως, στην προσέλκυση ολοένα και περισσότερων επισκεπτών».


21 Μαρτίου, 2025

Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας - Archaeological Museum of Drama

 



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας καλύπτει χρονολογικά την ανθρώπινη παρουσία στο Νομό Δράμας από τη Μέση Παλαιολιθική Εποχή (50.000 χρόνια από σήμερα), με τα ίχνη ζωής των παλαιολιθικών κυνηγών στο σπήλαιο Πηγών του Αγγίτη, μέχρι τους νεότερους χρόνους (1913).

Ο εκθεσιακός χώρος αποτελείται από τρεις κύριες αίθουσες.

Στην πρώτη τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία των νομάδων κυνηγών της Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής στο σπήλαιο Πηγών του Αγγίτη, τη ζωή στους μόνιμους γεωργοκτηνοτροφικούς νεολιθικούς οικισμούς και το πέρασμα στη χαλκοκρατία στην πόλη της Δράμας και στη θέση Σιταγροί. Στην ίδια αίθουσα υπάρχουν ευρύματα από την εποχή του Σιδήρου και από τους μετέπειτα χρόνους, όπου είναι κυριαρχεί η λατρεία του θεού Διόνυσου.

Στη δεύτερη αίθουσα αρχιτεκτονικά γλυπτά, κεραμική και νομίσματα βεβαιώνουν τη συνέχεια της ζωής στη Δράμα και σε ολόκληρο το νομό κατά τους παλαιοχριστιανικούς, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους.

Στην τρίτη αίθουσα του εκθεσιακού χώρου, που είναι στεγασμένο αίθριο, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει γλυπτά οργανωμένα σε τρεις ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά γλυπτά από τους αρχαίους χρόνους μέχρι την τουρκοκρατία. Η δεύτερη περιέχει αναθηματικά μνημεία που συνδέονται με τη λατρεία διαφόρων θεών του ελληνορωμαϊκού πάνθεου και των τοπικών θεοτήτων, με ιδιαίτερη αναφορά στο Διόνυσο. Στην τρίτη ενότητα ανήκουν επιτύμβια μνημεία ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

 




 

The Archaeological Museum of Drama covers chronologically the human presence in the prefecture of Drama from the Middle Paleolithic Age (50,000 years from now), with traces of Palaeolithic hunters living in the cave Sources of Aggitis until modern times (1913).

 

The exhibition consists of three main halls.

 

The first archaeological findings indicate the presence of nomadic hunters of the Middle Paleolithic Age in the cave Sources of Aggitis, life to permanent farming Neolithic settlements and the passage in Bronze Age in the city of Drama and position Sitagri. In the same room there are findings from the Iron Age and from the later times, which is dominated by the cult of God Dionysus.

 

In the second room architectural sculptures, pottery and coins attest the continuity of life in Drama and in the entire area during the Early Christian, Byzantine and after Byzantine times.

 

In the third room of the exhibition, which is roofed atrium, the visitor can admire sculptures organized into three sections. The first includes architectural sculptures from ancient times to the Ottoman Empire. The second contains votive monuments associated with the cult of various gods of Greco-Roman pantheon and local deities, with particular reference to Dionysus. In the third section there are funerary monuments of Hellenistic and Roman times.

 



 


07 Μαρτίου, 2025

37η Συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη



Συνέδριο για τις αρχαιολογικές εργασίες κατά το 2024 στη Μακεδονία και τη Θράκη

 

H 37η ετήσια Συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη θα διεξαχθεί στις 13-14 Μαρτίου 2025 στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αμφιθέατρο II.

 

Θα παρουσιαστεί το ετήσιο αρχαιολογικό έργο που διεξάγεται στον βορειοελλαδικό χώρο, από τον Έβρο ως την Καστοριά, μέσα από 60 ανακοινώσεις και 13 παρουσιάσεις σε πόστερ από 204 ανασκαφείς και ερευνητές της Aρχαιολογικής Yπηρεσίας, των Πανεπιστημίων και των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών.

 

Η οργάνωση της 37ης Συνάντησης γίνεται σε συνεργασία των Εφορειών Αρχαιοτήτων και των Αρχαιολογικών Μουσείων της Μακεδονίας και της Θράκης με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Τομέας Αρχαιολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).

 

Έναρξη Συνεδρίου: Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025, ώρα 9:00 π.μ.

 

Χώρος: Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αμφιθέατρο II.

 

Ταυτόχρονη διαδικτυακή μετάδοση μέσω ZOOM webinar:https://authgr.zoom.us/j/96460104005?pwd=IIbEzdhm5OLNdN2TSzkhqEBCOl0Pbs.1#success

 

 Πρόγραμμα συνεδρίου εδώ

26 Σεπτεμβρίου, 2024

Amphipolis - Αμφίπολις


 


Athenian colony of strategic importance, near the fruitful Strymon vale and the Pangaion gold mines. Amphipolis was founded in 438/ 437 BC, though the region had been inhabited in the prehistoric period.

 

The numerous finds from the excavations are housed in the Archaeological Museum of Amphipolis and in the Archaeological Museum of Kavala.

 

Archaeological finds from the mouth of the Strymon estuary show the presence of man from as early as the Neolithic period on both banks of the river, and continuous habitation into the Bronze Age period. The nearest Neolithic settlement to Amphipolis was discovered on a hill adjacent to the ancient city known as Hill 133, where rich finds from its cemetery show that a considerable settlement also existed in the Early Iron Age.

 

With the foundation of the Greek cities at the mouth of the Strymon from the middle of the 7th c. BC, Greek culture started progressively to penetrate into the interior. The graves in the cemetery of the settlement on Hill 133 change their form, and the grave goods are now dominated by cultural elements of the Greek world: figurines, coins, and above all vases imported from the cities of southern Greece (Corinth, Athens) and the Ionian cities of the north Aegean. The presence of the Ionian world is also apparent in the sculptures of the late Archaic and early Classical periods found in the neighbourhood of Hill 133 and on the site of ancient Amphipolis. Local tradition survives in the metal working, especially the bronze and gold ornaments.

 

After they established themselves at Eion, at the mouth of the Strymon, in 476 BC, the Athenians made their first abortive attempt at colonising in the Amphipolis area with their short-lived settlement at the site of Ennea Hodoi, which was quickly wiped out (464BC). It remains an open question whether Ennea Hodoi is to be identified with the settlement on Hill 133, where the destruction level dates to the mid-5th century BC, or with Amphipolis itself, where in the vicinity of the north wall excavation has uncovered an establishment prior to the 5th century BC wall.

 

The foundation of Amphipolis finally in 438/ 437 BC, in the time of Pericles, by the general Hagnon was a great success for the Athenians, whose chief purpose was to ensure control of the rich Strymon hinterland and the Pangaion mines. Their success, however, was again short- lived, because at the end of the first decade of the Peloponnesian War (442 BC) Amphipolis broke away from its mother city, Athens, and remained independent until its incorporation into the kingdom of Macedonia by Philip II (357 BC).

 

Under the Macedonians Amphipolis remained a strong city within the Macedonian kingdom, with its own domestic autonomy and having considerable economic and cultural prosperity. Excavation has revealed a large part of the walls and some of the sanctuaries and public and private buildings of the city.

 

The bigger and better protected gate of the city (gate C) lies at the norhtern part of the walls. The brigde over the Strymon river was made of wooden beams.

 

After the Roman conquest of Macedonia (168 BC) Amphipolis was made the capital of Macedonia Prima, one of the four divisions into which Macedonia was divided. The Roman period was a time of prosperity within the bounds of Roman world dominion. As a station on the Via Egnatia and the capital of a rich hinterland, the city grew economically and culturally. It did indeed experience devastations and sackings, but with the support of the Roman emperors, particularly Augustus and Hadrian, it remained one of the most important urban centres in Macedonia until late antiquity. The city's prosperity is reflected in its monumental buildings with mosaic floors and mural paintings as well as the archaeological finds brought to light in the excavations.



ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ  

 Η πόλη ιδρύθηκε το 438/7 π.Χ., η περιοχή όμως είχε κατοικηθεί ήδη από την προϊστορική εποχή.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα αποδεικνύουν ήδη από την Νεολιθική εποχή την ανθρώπινη παρουσία και στις δύο όχθες του ποταμού και τη συνέχεια της ζωής ως και την εποχή του Χαλκού. Ο πλησιέστερος στην Αμφίπολη νεολιθικός οικισμός εντοπίσθηκε σε γειτονικό στην αρχαία πόλη λόφο, γνωστό ως Λόφο 133, όπου αργότερα αναπτύχθηκε σημαντικός οικισμός στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου του.

 

Από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, με την ίδρυση των ελληνικών πόλεων στις εκβολές του Στρυμόνα, αρχίζει η προοδευτική διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού στην ενδοχώρα. Οι τάφοι στο νεκροταφείο του οικισμού του Λόφου 133 αλλάζουν μορφή και στα κτερίσματά τους επικρατούν τα πολιτιστικά στοιχεία του ελληνικού κόσμου, ειδώλια, νομίσματα, και προπαντός αγγεία επείσακτα από τις νοτιοελλαδικές πόλεις (Κόρινθο, Αθήνα) και από τις Ιωνικές πόλεις του Βόρειου Αιγαίου.

 

Η παρουσία του ιωνικού κόσμου είναι εμφανής και στα γλυπτά υστεροαρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων που βρέθηκαν στην περιοχή του Λόφου 133 αλλά και στη θέση της Αρχαίας Αμφιπόλεως. Η τοπική παράδοση επιβιώνει στη μεταλλοτεχνία και προπάντων στα χάλκινα και χρυσά νομίσματα.

 

Μετά την εγκατάστασή τους στην Ηιόνα, στις εκβολές του Στρυμόνα, το 476 π.Χ., οι Αθηναίοι πραγματοποίησαν και την πρώτη ανεπιτυχή απόπειρα αποικισμού στην περιοχή της Αμφιπόλεως με την βραχύχρονη εγκατάστασή τους στο πόλισμα Εννέα Οδοί, που γρήγορα αφανίστηκε (464 π.Χ.). Παραμένει ακόμα ανοιχτό για την έρευνα πρόβλημα η ταύτιση των Εννέα Οδών με τον οικισμό του Λόφου 133, το στρώμα καταστροφής του οποίου χρονολογείται γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ή με την ίδια την Αμφίπολη, στην περιοχή του βόρειου τείχους της οποίας, οι ανασκαφές έχουν εντοπίσει μια προγενέστερη από το τείχος του 5ου αιώνα εγκατάσταση.

 

Στην εποχή των Μακεδόνων η Αμφίπολις αναδείχτηκε σε ισχυρή πόλη του Μακεδονικού βασιλείου με εσωτερική αυτονομία και με σημαντική οικονομική και πολιτιστική άνθιση.

 

Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει μεγάλο μέρος από τα τείχη και ορισμένα από τα ιερά και τα ιδιωτικά και τα δημόσια κτήρια της πόλης.

 

Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) η Αμφίπολις ορίζεται πρωτεύουσα της Πρώτης Μερίδος της Μακεδονίας.

 

Η Ρωμαϊκή Εποχή είναι για την Αμφίπολη περίοδος ακμής μέσα στο πλαίσιο της κοσμοκρατορίας των Ρωμαίων. Σταθμός της Εγνατίας Οδού και πρωτεύουσα μιας πλούσιας ενδοχώρας, η πόλη αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά. Γνωρίζει βέβαια καταστροφές και λεηλασίες αλλά με την υποστήριξη και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αυγούστου και του Αδριανού, παραμένει ένα από τα σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας ως την ύστερη αρχαιότητα. Η ακμή της πόλης αντικατοπτρίζεται στα μνημειακά κτήρια με τα ψηφιδωτά δάπεδα και τις τοιχογραφίες, αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα που οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως.


Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...