Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Φεβρουαρίου, 2026

Αναβαθμίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου των Αθηνών,με νέες υποδομές και ψηφιακούς περιπάτους

 




Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην αναβάθμιση των υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Στον σχεδιασμό του Υπουργείου είναι δύο έργα, τα οποία περιλαμβάνονται στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση «Λαύριο- Αθήνα- Ελευσίνα». Η ένταξή τους δρομολογείται στο ΕΣΠΑ 2021-2027. Το πρώτο έργο, με φορέα υλοποίησης το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά την εγκατάσταση περιπτέρου ψηφιακής πληροφόρησης για τον βίο και το έργο του Αριστοτέλη. Το δεύτερο, με φορέα υλοποίησης τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, αφορά στην κατασκευή κτηρίου-εισόδου για τη στέγαση του εκδοτηρίου εισιτηρίων, του γραφείου εξυπηρέτησης επισκεπτών, χώρους υγιεινής. Συγχρόνως, ήπιες, απολύτως αναστρέψιμες και μη επεμβατικές ψηφιακές παρεμβάσεις, ενισχύουν την κατανόηση, την ερμηνεία και τη βιωματική εμπειρία του επισκέπτη.

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Στην περιοχή του Λυκείου, το 335 π.Χ, ίδρυσε  ο Αριστοτέλης τη Σχολή του, διδάσκοντας  τους μαθητές του, περίπου για 12 χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής του. Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη, ανασυστήνεται, ως πολιτιστικός προορισμός, στο κέντρο της Αθήνας. Με σημείο αναφοράς την περιπατητική φιλοσοφική σχολή του, στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνα, αναδεικνύονται το οικουμενικό έργο και η εμβληματική μορφή του Έλληνα φιλοσόφου, από τις κορυφαίες προσωπικότητες όλων των εποχών, με παγκόσμια επιρροή. Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας εκπαιδευτικής και φιλοσοφικής εμπειρίας για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου, με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και της αρχιτεκτονικής. Ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, από στατικό μνημείο, μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό τόπο σκέψης και γνώσης, όπου η φιλοσοφία συναντά την τεχνολογία. Την επιλογή του πληροφοριακού υλικού για τον Αριστοτέλη, τη ζωή και το έργο του, επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο επισκέπτης συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία κατανόησης του χώρου, μέσα από μία πολυαισθητηριακή εμπειρία. Ψηφιακές πινακίδες παρουσιάζουν την εξέλιξη του, ψηφιακή αφήγηση ανατρέχει στην παρουσία του Λυκείου, ανά τους αιώνες, και ο ψηφιακός περίπατος αναδεικνύει τη σχέση του Λυκείου με την πόλη και τον κόσμο. Δημιουργείται μία ενδιαφέρουσα και καινοτόμος πολιτιστική εμπειρία με απήχηση και στις  νεότερες ηλικίες».

 

Η παρέμβαση που υλοποιείται από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά στην εγκατάσταση στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου ενός περιπτέρου, το οποίο θα στεγάζει τέσσερις διαδραστικές οθόνες αφής, με πρόσβαση σε πολυμεσικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, βίντεο, αναπαραστάσεις κ.α.). Η σύνθεση περιλαμβάνει τέσσερις ορθογώνιες μονάδες, καλυμμένες από κυματοειδές στέγαστρο. Η πρόσβαση στο περίπτερο γίνεται από τα άκρα, με ράμπες. Το έργο είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» με το αρχιτεκτονικό γραφείο Foster+Partners, το World Human Forum και του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιλογή του πληροφοριακού επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η ψηφιακή εγκατάσταση επιτρέπει την εύκολη ανανέωση και τον εμπλουτισμό του ενημερωτικού υλικού, ανάλογα με την πρόοδο της έρευνας.

 

Το έργο που υλοποιεί το Υπουργείο Πολιτισμού – για την ωρίμανση του οποίου συνεργάστηκε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης- αφορά στη διαμόρφωση νέας, κύριας εισόδου, επί της οδού Ρηγίλλης, κατόπιν  εκτεταμένης τρισδιάστατης ψηφιακής τεκμηρίωσης του χώρου, σε  συνδυασμό αεροφωτογραμμετρίας, στατικής σάρωσης laser και κινητής φωτογραμμετρίας, εξασφαλίζοντας έτσι υψηλή ακρίβεια και επιστημονική τεκμηρίωση. Παραπλεύρως, της εισόδου, χωροθετείται  επίμηκες κτήριο υποδοχής των επισκεπτών, που αναπτύσσεται παράλληλα με την οδό Ρηγίλλης. Αντικαθίσταται τμήμα της υφιστάμενης περίφραξης, επί της οδού Ρηγίλλης, αποκαθιστώντας  άμεση συνάφεια με το νέο κτήριο εισόδου. Δημιουργείται, από το Ωδείο - νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου- δευτερεύουσα είσοδος, ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία των δύο χώρων. Στον άξονα με το Ωδείο, κατασκευάζεται ημικυκλική στάση για περίπου 60 καθήμενους.

 

Ο οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, προσβάσιμος στα ΑμεΑ, συνολικής έκτασης περίπου δέκα στρεμμάτων, αποδόθηκε στο κοινό τον Ιούνιο του 2014. Λειτουργεί υπό την ευθύνη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών. Διαθέτει έξι συμβατικές πινακίδες ενημέρωσης, τύπου «αναλογίου», με πληροφορίες για τα αρχαία Γυμνάσια της Αθήνας και το Λύκειο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την παλαίστρα και τα λουτρά και το έργο ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Υπάρχουν, επίσης, μικρό αμφιθέατρο για περίπου 150 άτομα, κρήνη, και έξι πάγκοι ανάπαυσης επισκεπτών.

 

Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες το Λύκειο ήταν ένα κατάφυτο προάστιο, στα ανατολικά της Αθήνας, έξω από την Πύλη του Διοχάρους, ανάμεσα στον Ιλισό και τον Ηριδανό. Η περιοχή στην οποία ιδρύθηκε Γυμνάσιο, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., πήρε το όνομά της πιθανόν από το Ιερό του Λυκείου Απόλλωνος- δεν έχει  ακόμη εντοπιστεί- που προϋπήρχε του Γυμνασίου. Η παλαίστρα του Λυκείου, χώρος προπόνησης στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο θεμελιώθηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Διατηρήθηκε, με  ποικίλες επισκευές, για περίπου επτά αιώνες, έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά. Αποτελείται από εσωτερική αυλή που περιβάλλεται, στις τρεις πλευρές της, από στοές πίσω από τις οποίες αναπτύσσονται συμμετρικά ευρύχωρα, ορθογώνια δωμάτια. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε δεξαμενή ψυχρού λουτρού για τους αθλητές. Κατά την ίδια περίοδο εντάχθηκαν, με απόλυτη συμμετρία, στο βορειοανατολικό και βορειοδυτικό τμήμα της παλαίστρας, τα λουτρά που πιθανότατα αντικατέστησαν τους προγενέστερους λουτρώνες των κλασικών χρόνων.

 





















28 Αυγούστου, 2025

Ερευνητικό πρόγραμμα στο βασιλικό γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας

 




Ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση του ερευνητικού προγράμματος στο βασιλικό γυμνάσιο της αρχαίας Μίεζας, στο πλαίσιο της Προγραμματικής Σύμβασης, η οποία υπογράφηκε από την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και τον Δήμαρχο Νάουσας Νίκο Κουτσογιάννη, τον Αύγουστο (07/08) του 2024.

Η έρευνα που πραγματοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας, υπό τη διεύθυνση της επίτιμης εφόρου Αγγελικής Κοτταρίδη περιλάμβανε ανασκαφή, καθαρισμό και τεκμηρίωση των ευρημάτων, συντήρηση, μελέτη και συσχέτιση με τα ευρήματα των παλαιότερων ανασκαφικών περιόδων, αλλά και προκαταρκτικές εργασίες (σχεδίαση, μελέτη αρχιτεκτονικών μελών και δομών) για την εκπόνηση της μελέτης προστασίας και ανάδειξης του μνημειακού συγκροτήματος και αναστήλωσης του δυτικού τμήματος του ξυστού, της δωρικής στοάς όπου γινόταν η εξάσκηση  στον αγώνα δρόμου.

 


Η ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε σε σημεία κρίσιμα για την κατανόηση της αρχιτεκτονικής δομής του τεράστιου οικοδομήματος επιβεβαίωσε την κατασκευή του συνόλου στα μέσα του 4ου αιώνα σύμφωνα με ένα ενιαίο σχέδιο και συνακόλουθα την συσχέτιση με τον Φίλιππο Β΄(359-336 π.Χ.) και τον Μεγαλέξανδρο.

Νέο στοιχείο είναι η ανακάλυψη της διαμόρφωσης του χώρου σε γιγαντιαία κλίμακα:  ο φυσικός βράχος (πωρόλιθος) του υπεδάφους απολαξεύτηκε, ώστε να σχηματιστούν τρία τεράστια, οριζόντια, απολύτως επίπεδα άνδηρα (έκτασης περ. 14 στρεμμάτων) που αναπτύσσονται σε αυστηρά γεωμετρική αλληλουχία από τα νοτιοδυτικά, όπου βρίσκεται το υπερκείμενο νοτιοδυτικό συγκρότημα, προς τα βόρεια, όπου η παλαίστρα και τα ανατολικά όπου, στο χαμηλότερο σημείο, εκτεινόταν η διώροφη στοά του ξυστού που έφτανε σε μήκος σχεδόν τα 200 μέτρα.

Δεν αποκλείεται η κλιμάκωση των επιπέδων των διάφορων επί μέρους λειτουργικών ενοτήτων του γυμνασίου να αντιστοιχεί σε ιεράρχηση της λειτουργίας τους.



Στον τοίχο με τους αμφικίονες του ξυστού, αλλά και σε αρχιτεκτονικά μέλη (κιονόκρανα κλπ.) σώζονται ακόμη εξαιρετικής ποιότητας λευκά κονιάματα, ίδια με αυτά των βασιλικών τάφων και του ανακτόρου των Αιγών. Γενικότερα παρατηρούνται αντιστοιχίες και ομοιότητες με το ανάκτορο των Αιγών που αποτελούν, όπως φαίνεται, χαρακτηριστικά της «κλασικής μακεδονικής αρχιτεκτονικής», αλλά και διαφοροποιήσεις που οφείλονται στην διαφορετική λειτουργία.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό του γυμνασίου της Μίεζας εκτός από το μέγεθος του είναι η εκτεταμένη χρήση πώρινων γωνιόλιθων, μάλιστα στην περιοχή ανάμεσα στην παλαίστρα και το νοτιοδυτικό συγκρότημα  οι λίθινοι τοιχοβάτες σώζονται σημειακά σε ύψος που φτάνει τα δύο μέτρα.

 


Το άλειμμα των αθλούμενων νέων με λάδι ήταν απολύτως απαραίτητο στοιχείο της ζωής στο γυμνάσιο. Τα θραύσματα παναθηναϊκών αμφορέων που βρίσκονται στον ξυστό και στην παλαίστρα φανερώνουν ότι οι νεαροί γόνοι της μακεδονικής ελίτ προτιμούσαν το εκλεκτό και καθόλου φθηνό λάδι των ιερών δένδρων  της Αθήνας, ωστόσο το πιο συγκινητικό εύρημα είναι τέσσερις γραφίδες από αυτές που οι μαθητές του Αριστοτέλη χρησιμοποιούσαν για να γράφουν τα γυμνάσματά τους.

08 Απριλίου, 2025

Αποκατάσταση και ανάδειξη της Αγοράς, στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου

 



Το Υπουργείο Πολιτισμού, προχωρεί το έργο της αποκατάστασης και ανάδειξης του μνημειακού συνόλου της Αγοράς στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου, δια της αρμόδιας Εφορείας Αρχαιοτήτων Πιερίας. Το οικοδομικό τετράγωνο της Αρχαίας Αγοράς είναι το πιο σημαντικό τετράγωνο της πόλης του Δίου, καθώς συγκέντρωνε τα δημόσια κτήρια και άλλα οικοδομήματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, όπως συγκροτήματα Θερμών και το Ωδείο. Ένα από τα σημαντικά μνημεία της Αγοράς είναι ο κεραμικός κλίβανος, ο οποίος αποκαλύφθηκε στη βόρεια πλευρά του χώρου και χρονολογείται στην ύστερη αρχαιότητα. Είναι ορθογώνιος με δύο θαλάμους, έναν για καύσιμα και έναν για τα κεραμικά. Αποτελείται από τέσσερα ζεύγη ορθογώνιων πεσσίσκων που στήριζαν την εσχάρα, κατασκευασμένων από κεραμικές πλίνθους και πηλό. Επί της μελέτης συντήρησης και ανάδειξής του γνωμοδότησε ομοφώνως θετικά το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. 

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Υπουργείο Πολιτισμού εκτελεί ένα ευρύ και πολυδιάστατο έργο προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου του Δίου, ενός από τους σημαντικότερους, από ιστορική και αρχαιολογική άποψη, αρχαιολογικούς χώρους της Μακεδονίας. Το καλοκαίρι ολοκληρώσαμε την αποκατάσταση του ελληνιστικού θεάτρου του Δίου και το αποδώσαμε στους επισκέπτες και στο κοινό, στο πλαίσιο του 53ου Φεστιβάλ Ολύμπου-Δίου. Ομοίως ολοκληρώθηκαν και οι εργασίες αναβάθμισης των υποδομών υποδοχής και εξυπηρέτησης των επισκεπτών, και πλέον το Δίον διαθέτει ανακαινισμένα από τον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων το κτήριο εισόδου-πωλητηρίου και αναψυκτηρίου. Η α΄ φάση του έργου της αποκατάστασης και ανάδειξης της Αγοράς, που υλοποιεί η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πιερίας, ολοκληρώνεται με πόρους του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος Κεντρικής Μακεδονίας ΕΣΠΑ 2021-2027 και εντός του τρέχοντος έτους αναμένεται η έναρξη της επόμενης φάσης.  Στο πλαίσιο του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για την πρόληψη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στην πολιτιστική κληρονομιά, η Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού υλοποιεί έργα αντιπλημμυρικής θωράκισης του αρχαιολογικού χώρου, προϋπολογισμού 2.500.000 ευρώ, με πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης. Παράλληλα, εξελίσσεται η διαδικασία της εκπόνησης μελέτης για την ανακαίνιση του Αρχαιολογικού Μουσείου του Δίου.  Με τα έργα αυτά συμβάλλουμε στην αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση αυτού του μείζονος αρχαιολογικού χώρου, και συγχρόνως, στην προσέλκυση ολοένα και περισσότερων επισκεπτών».


21 Μαρτίου, 2025

Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας - Archaeological Museum of Drama

 



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας καλύπτει χρονολογικά την ανθρώπινη παρουσία στο Νομό Δράμας από τη Μέση Παλαιολιθική Εποχή (50.000 χρόνια από σήμερα), με τα ίχνη ζωής των παλαιολιθικών κυνηγών στο σπήλαιο Πηγών του Αγγίτη, μέχρι τους νεότερους χρόνους (1913).

Ο εκθεσιακός χώρος αποτελείται από τρεις κύριες αίθουσες.

Στην πρώτη τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν την παρουσία των νομάδων κυνηγών της Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής στο σπήλαιο Πηγών του Αγγίτη, τη ζωή στους μόνιμους γεωργοκτηνοτροφικούς νεολιθικούς οικισμούς και το πέρασμα στη χαλκοκρατία στην πόλη της Δράμας και στη θέση Σιταγροί. Στην ίδια αίθουσα υπάρχουν ευρύματα από την εποχή του Σιδήρου και από τους μετέπειτα χρόνους, όπου είναι κυριαρχεί η λατρεία του θεού Διόνυσου.

Στη δεύτερη αίθουσα αρχιτεκτονικά γλυπτά, κεραμική και νομίσματα βεβαιώνουν τη συνέχεια της ζωής στη Δράμα και σε ολόκληρο το νομό κατά τους παλαιοχριστιανικούς, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους.

Στην τρίτη αίθουσα του εκθεσιακού χώρου, που είναι στεγασμένο αίθριο, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει γλυπτά οργανωμένα σε τρεις ενότητες. Η πρώτη περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά γλυπτά από τους αρχαίους χρόνους μέχρι την τουρκοκρατία. Η δεύτερη περιέχει αναθηματικά μνημεία που συνδέονται με τη λατρεία διαφόρων θεών του ελληνορωμαϊκού πάνθεου και των τοπικών θεοτήτων, με ιδιαίτερη αναφορά στο Διόνυσο. Στην τρίτη ενότητα ανήκουν επιτύμβια μνημεία ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

 




 

The Archaeological Museum of Drama covers chronologically the human presence in the prefecture of Drama from the Middle Paleolithic Age (50,000 years from now), with traces of Palaeolithic hunters living in the cave Sources of Aggitis until modern times (1913).

 

The exhibition consists of three main halls.

 

The first archaeological findings indicate the presence of nomadic hunters of the Middle Paleolithic Age in the cave Sources of Aggitis, life to permanent farming Neolithic settlements and the passage in Bronze Age in the city of Drama and position Sitagri. In the same room there are findings from the Iron Age and from the later times, which is dominated by the cult of God Dionysus.

 

In the second room architectural sculptures, pottery and coins attest the continuity of life in Drama and in the entire area during the Early Christian, Byzantine and after Byzantine times.

 

In the third room of the exhibition, which is roofed atrium, the visitor can admire sculptures organized into three sections. The first includes architectural sculptures from ancient times to the Ottoman Empire. The second contains votive monuments associated with the cult of various gods of Greco-Roman pantheon and local deities, with particular reference to Dionysus. In the third section there are funerary monuments of Hellenistic and Roman times.

 



 


07 Μαρτίου, 2025

37η Συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη



Συνέδριο για τις αρχαιολογικές εργασίες κατά το 2024 στη Μακεδονία και τη Θράκη

 

H 37η ετήσια Συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη θα διεξαχθεί στις 13-14 Μαρτίου 2025 στο Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αμφιθέατρο II.

 

Θα παρουσιαστεί το ετήσιο αρχαιολογικό έργο που διεξάγεται στον βορειοελλαδικό χώρο, από τον Έβρο ως την Καστοριά, μέσα από 60 ανακοινώσεις και 13 παρουσιάσεις σε πόστερ από 204 ανασκαφείς και ερευνητές της Aρχαιολογικής Yπηρεσίας, των Πανεπιστημίων και των Ξένων Αρχαιολογικών Σχολών.

 

Η οργάνωση της 37ης Συνάντησης γίνεται σε συνεργασία των Εφορειών Αρχαιοτήτων και των Αρχαιολογικών Μουσείων της Μακεδονίας και της Θράκης με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Τομέας Αρχαιολογίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).

 

Έναρξη Συνεδρίου: Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025, ώρα 9:00 π.μ.

 

Χώρος: Κέντρο Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων (ΚΕ.Δ.Ε.Α) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Αμφιθέατρο II.

 

Ταυτόχρονη διαδικτυακή μετάδοση μέσω ZOOM webinar:https://authgr.zoom.us/j/96460104005?pwd=IIbEzdhm5OLNdN2TSzkhqEBCOl0Pbs.1#success

 

 Πρόγραμμα συνεδρίου εδώ

26 Σεπτεμβρίου, 2024

Amphipolis - Αμφίπολις


 


Athenian colony of strategic importance, near the fruitful Strymon vale and the Pangaion gold mines. Amphipolis was founded in 438/ 437 BC, though the region had been inhabited in the prehistoric period.

 

The numerous finds from the excavations are housed in the Archaeological Museum of Amphipolis and in the Archaeological Museum of Kavala.

 

Archaeological finds from the mouth of the Strymon estuary show the presence of man from as early as the Neolithic period on both banks of the river, and continuous habitation into the Bronze Age period. The nearest Neolithic settlement to Amphipolis was discovered on a hill adjacent to the ancient city known as Hill 133, where rich finds from its cemetery show that a considerable settlement also existed in the Early Iron Age.

 

With the foundation of the Greek cities at the mouth of the Strymon from the middle of the 7th c. BC, Greek culture started progressively to penetrate into the interior. The graves in the cemetery of the settlement on Hill 133 change their form, and the grave goods are now dominated by cultural elements of the Greek world: figurines, coins, and above all vases imported from the cities of southern Greece (Corinth, Athens) and the Ionian cities of the north Aegean. The presence of the Ionian world is also apparent in the sculptures of the late Archaic and early Classical periods found in the neighbourhood of Hill 133 and on the site of ancient Amphipolis. Local tradition survives in the metal working, especially the bronze and gold ornaments.

 

After they established themselves at Eion, at the mouth of the Strymon, in 476 BC, the Athenians made their first abortive attempt at colonising in the Amphipolis area with their short-lived settlement at the site of Ennea Hodoi, which was quickly wiped out (464BC). It remains an open question whether Ennea Hodoi is to be identified with the settlement on Hill 133, where the destruction level dates to the mid-5th century BC, or with Amphipolis itself, where in the vicinity of the north wall excavation has uncovered an establishment prior to the 5th century BC wall.

 

The foundation of Amphipolis finally in 438/ 437 BC, in the time of Pericles, by the general Hagnon was a great success for the Athenians, whose chief purpose was to ensure control of the rich Strymon hinterland and the Pangaion mines. Their success, however, was again short- lived, because at the end of the first decade of the Peloponnesian War (442 BC) Amphipolis broke away from its mother city, Athens, and remained independent until its incorporation into the kingdom of Macedonia by Philip II (357 BC).

 

Under the Macedonians Amphipolis remained a strong city within the Macedonian kingdom, with its own domestic autonomy and having considerable economic and cultural prosperity. Excavation has revealed a large part of the walls and some of the sanctuaries and public and private buildings of the city.

 

The bigger and better protected gate of the city (gate C) lies at the norhtern part of the walls. The brigde over the Strymon river was made of wooden beams.

 

After the Roman conquest of Macedonia (168 BC) Amphipolis was made the capital of Macedonia Prima, one of the four divisions into which Macedonia was divided. The Roman period was a time of prosperity within the bounds of Roman world dominion. As a station on the Via Egnatia and the capital of a rich hinterland, the city grew economically and culturally. It did indeed experience devastations and sackings, but with the support of the Roman emperors, particularly Augustus and Hadrian, it remained one of the most important urban centres in Macedonia until late antiquity. The city's prosperity is reflected in its monumental buildings with mosaic floors and mural paintings as well as the archaeological finds brought to light in the excavations.



ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ  

 Η πόλη ιδρύθηκε το 438/7 π.Χ., η περιοχή όμως είχε κατοικηθεί ήδη από την προϊστορική εποχή.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα αποδεικνύουν ήδη από την Νεολιθική εποχή την ανθρώπινη παρουσία και στις δύο όχθες του ποταμού και τη συνέχεια της ζωής ως και την εποχή του Χαλκού. Ο πλησιέστερος στην Αμφίπολη νεολιθικός οικισμός εντοπίσθηκε σε γειτονικό στην αρχαία πόλη λόφο, γνωστό ως Λόφο 133, όπου αργότερα αναπτύχθηκε σημαντικός οικισμός στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου του.

 

Από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, με την ίδρυση των ελληνικών πόλεων στις εκβολές του Στρυμόνα, αρχίζει η προοδευτική διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού στην ενδοχώρα. Οι τάφοι στο νεκροταφείο του οικισμού του Λόφου 133 αλλάζουν μορφή και στα κτερίσματά τους επικρατούν τα πολιτιστικά στοιχεία του ελληνικού κόσμου, ειδώλια, νομίσματα, και προπαντός αγγεία επείσακτα από τις νοτιοελλαδικές πόλεις (Κόρινθο, Αθήνα) και από τις Ιωνικές πόλεις του Βόρειου Αιγαίου.

 

Η παρουσία του ιωνικού κόσμου είναι εμφανής και στα γλυπτά υστεροαρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων που βρέθηκαν στην περιοχή του Λόφου 133 αλλά και στη θέση της Αρχαίας Αμφιπόλεως. Η τοπική παράδοση επιβιώνει στη μεταλλοτεχνία και προπάντων στα χάλκινα και χρυσά νομίσματα.

 

Μετά την εγκατάστασή τους στην Ηιόνα, στις εκβολές του Στρυμόνα, το 476 π.Χ., οι Αθηναίοι πραγματοποίησαν και την πρώτη ανεπιτυχή απόπειρα αποικισμού στην περιοχή της Αμφιπόλεως με την βραχύχρονη εγκατάστασή τους στο πόλισμα Εννέα Οδοί, που γρήγορα αφανίστηκε (464 π.Χ.). Παραμένει ακόμα ανοιχτό για την έρευνα πρόβλημα η ταύτιση των Εννέα Οδών με τον οικισμό του Λόφου 133, το στρώμα καταστροφής του οποίου χρονολογείται γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ή με την ίδια την Αμφίπολη, στην περιοχή του βόρειου τείχους της οποίας, οι ανασκαφές έχουν εντοπίσει μια προγενέστερη από το τείχος του 5ου αιώνα εγκατάσταση.

 

Στην εποχή των Μακεδόνων η Αμφίπολις αναδείχτηκε σε ισχυρή πόλη του Μακεδονικού βασιλείου με εσωτερική αυτονομία και με σημαντική οικονομική και πολιτιστική άνθιση.

 

Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει μεγάλο μέρος από τα τείχη και ορισμένα από τα ιερά και τα ιδιωτικά και τα δημόσια κτήρια της πόλης.

 

Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) η Αμφίπολις ορίζεται πρωτεύουσα της Πρώτης Μερίδος της Μακεδονίας.

 

Η Ρωμαϊκή Εποχή είναι για την Αμφίπολη περίοδος ακμής μέσα στο πλαίσιο της κοσμοκρατορίας των Ρωμαίων. Σταθμός της Εγνατίας Οδού και πρωτεύουσα μιας πλούσιας ενδοχώρας, η πόλη αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά. Γνωρίζει βέβαια καταστροφές και λεηλασίες αλλά με την υποστήριξη και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αυγούστου και του Αδριανού, παραμένει ένα από τα σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας ως την ύστερη αρχαιότητα. Η ακμή της πόλης αντικατοπτρίζεται στα μνημειακά κτήρια με τα ψηφιδωτά δάπεδα και τις τοιχογραφίες, αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα που οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως.


27 Αυγούστου, 2024

ΥΠΠΟ:Μέτρα πυροπροστασίας στο Επταπύργιο και στην Κρύπτη του Ναού του Αγίου Δημητρίου,στη Θεσσαλονίκη

 


Το φρουριακό συγκρότημα του Επταπυργίου και η Κρύπτη του Ναού Αγίου Δημητρίου, δύο εμβληματικά μνημεία της Θεσσαλονίκης, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, θωρακίζονται έναντι της φωτιάς. Η μελέτη πυροπροστασίας για το Επταπύργιο αφορά σε 12 κτήρια και τους υπαίθριους χώρους που βρίσκονται στον αρχαιολογικό χώρο του φρουριακού συγκροτήματος και περιλαμβάνει τρεις επιμέρους μελέτες, σύμφωνα με τη χρήση των χώρων. Η μελέτη πυροπροστασίας της Κρύπτης του Ναού Αγίου Δημητρίου περιλαμβάνει φωτισμό ασφαλείας των εξόδων κινδύνου και των οδεύσεων διαφυγής, φορητούς πυροσβεστήρες, απλό υδροδοτικό πυροσβεστικό δίκτυο, αυτόματο σύστημα πυρανίχνευσης για όλους τους χώρους της Κρύπτης, σύστημα χειροκίνητης αναγγελίας πυρκαγιάς. Η μελέτη είναι εναρμονισμένη με τις εγκεκριμένες από την Πυροσβεστική Υπηρεσία αποκλίσεις στα προτεινόμενα γενικά και ειδικά μέτρα πυροπροστασίας, προληπτικά, κατασταλτικά και ενεργητικά. Υπάρχουν τρεις έξοδοι κινδύνου, οι δύο από τις οποίες οδηγούν στο εσωτερικό του Ναού και η τρίτη στον υπαίθριο χώρο του.

 

Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Η θωράκιση και η ανάδειξη των μνημείων της UNESCO βρίσκεται στην απόλυτη προτεραιότητα μας. Η λήψη μέτρων προστασίας, έναντι της πυρκαγιάς, μνημείων της Θεσσαλονίκης που αποτελούν παγκόσμια σημεία αναφοράς, πέρα από θεσμική υποχρέωση του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτελεί και αυτονόητη συνθήκη. Μετά το έργο πυροπροστασίας στην Παναγία Αχειροποίητο, η υλοποίηση του οποίου είναι σε εξέλιξη, προχωρούμε στην πυροπροστασία του φρουριακού συγκροτήματος του Επταπυργίου και της Κρύπτης του Ναού Αγίου Δημητρίου. Το Επταπύργιο και το άμεσο περιβάλλον του είναι χαρακτηρισμένα ως αρχαιολογικός χώρος. Το Φρούριο, στο βόρειο άκρο της ακρόπολης της Θεσσαλονίκης, ήταν το έσχατο καταφύγιο των υπερασπιστών της πόλης σε περιόδους πολιορκίας της. Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου, μείζονος σημασίας χριστιανικό προσκύνημα, αποτελεί τον πλέον προβεβλημένο και δημοφιλή προορισμό της Θεσσαλονίκης. Η Κρύπτη αποτελούσε το ανατολικό τμήμα ρωμαϊκού λουτρού, το οποίο συνδέεται με τη φυλάκιση και τη θανάτωση του Αγίου. Ο χώρος κατά την οθωμανική περίοδο καταχώθηκε και εντοπίστηκε μετά την πυρκαγιά του 1917, όταν υποχώρησε τμήμα του δαπέδου. Στόχος μας είναι να θωρακίσουμε τα εμβληματικά μνημεία της πόλης, αλλά και να δημιουργήσουμε συνθήκες ασφαλούς περιήγησης στους επισκέπτες τους».

 

Επταπύργιο

Οι παρεμβάσεις της πρώτης μελέτης αφορούν στο κτήριο των εκθέσεων και στην Εκκλησία, που αποτελούν χώρους συνάθροισης κοινού. Η δεύτερη μελέτη περιλαμβάνει τα κτήρια των αρχείων, των ευρημάτων, των συντηρητών, της διοίκησης, των γραφείων αρχαιολόγων και μηχανικών, του λογιστηρίου και της απομόνωσης, την κουζίνα και το  φυλάκιο. Η τρίτη μελέτη αφορά στους υπαίθριους χώρους εκδηλώσεων και συνάθροισης κοινού. Στόχος είναι να καθοριστούν συγκεκριμένα μέτρα και μέσα πυροπροστασίας (γενικά, ειδικά προληπτικά, κατασταλτικά, ενεργητικά). Τα κτήρια εξετάστηκαν από άποψη πυροπροστασίας είτε ξεχωριστά είτε ενιαία, ανάλογα µε το εάν υφίσταται λειτουργική εξάρτηση μεταξύ αυτών. Δεδομένου του μνημειακού χαρακτήρα των εξεταζομένων κτηρίων και λόγω της παλαιότητας αυτών, ελήφθησαν αυξημένα μέτρα και μέσα ενεργητικής πυροπροστασίας, τα οποία έχουν εγκριθεί και από την Πυροσβεστική Υπηρεσία.

 


Τη δεκαετία του 1890 έχουμε την πρώτη γραπτή μαρτυρία ότι το Φρούριο λειτουργούσε ως οθωμανική φυλακή. Αλλά και μετά το 1912 λειτουργούσε ως ελληνική φυλακή. Η ιστορία του Φρουρίου του Επταπυργίου υπερσκιάζεται από την ιστορία των φυλακών έως και σήμερα. Το 1989, το Φρούριο μαζί με τα οικόπεδα που το περιβάλλουν μεταβιβάστηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Πολιτισμού. Το 1996, ξεκίνησαν εκτεταμένες επεμβάσεις στο μνημείο μέχρι και το 1999. Έκτοτε πραγματοποιήθηκαν  στερεωτικές εργασίες σε επιμέρους τμήματα του μνημείου και αποκλειστικά εργασίες σωστικού χαρακτήρα. Η σημερινή χρήση των νεότερων οκτώ διώροφων κτηρίων που βρίσκονται εντός του αρχαιολογικού χώρου, εξυπηρετούσαν αρχικά τη λειτουργία των φυλακών. Τα τέσσερα από αυτά λειτουργούσαν ως θάλαμοι φυλακισμένων, ενώ τα υπόλοιπα ήταν γραφεία των κρατικών λειτουργών. Επιπλέον, υπάρχουν τα μονώροφα κτήρια της απομόνωσης, της κουζίνας, της εκκλησίας, του εξωτερικού και εσωτερικού φυλακίου. Από το 2019, στο Φρούριο φιλοξενείται το «Φεστιβάλ Επταπυργίου» σε δύο εσωτερικούς αύλειους χώρους, με καθορισμένες οδεύσεις προσέλευσης και αποχώρησης των θεατών. Για τις ανάγκες του Φεστιβάλ συναρμολογούνται ικριώματα χωρητικότητας 800 ατόμων.

 

Κρύπτη του Αγίου Δημητρίου

 

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο. Ο εκθεσιακός χώρος της Κρύπτης του Ναού διαμορφώθηκε το 1985. Η έκθεση αποτελείται από εννέα χώρους που διατάσσονται γύρω από την κρήνη και οργανώνεται, ανά θεματική ενότητα, με βάση την υφιστάμενη διαμερισματοποίηση της Κρύπτης. Η διάταξη των επιμέρους αιθουσών προδιαγράφει την πορεία του επισκέπτη. 




Μετά την ολοκλήρωση μακροχρόνιων εργασιών αποκατάστασης του Ναού, η Κρύπτη μετατράπηκε σε χώρο έκθεσης αρχαιολογικών ευρημάτων. Η Κρύπτη έχει επιφάνεια 450 τ.μ. περίπου και είναι υπόγεια, με εξαίρεση το ανατολικό τμήμα, το οποίο εξέχει από το διαμορφωμένο έδαφος.

 

 



ΥΠΠΟ:Πιστοποιούνται δύο ακόμη μουσεία, το Αρχαιολογικό Μουσείο Αργους Ορεστικού και το Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς


Με συστηματικό τρόπο εξελίσσεται από το Υπουργείο Πολιτισμού η διαδικασία Πιστοποίησης των Δημοσίων Αρχαιολογικών Μουσείων, μετά την ολοκλήρωση του σχετικού φακέλου και τη θετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Μουσείων για το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους Ορεστικού και του Βυζαντινού Μουσείου Καστοριάς. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Καστοριάς στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγονται τα δύο Μουσεία, ξεκίνησε τη διαδικασία της πιστοποίησης, τον Μάιο 2022. Έκτοτε, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να ανταποκριθεί στα προαπαιτούμενα της Πιστοποίησης, σε συνεργασία με τις αρμόδιες Διευθύνσεις του ΥΠΠΟ.


Στο πλαίσιο αυτό, ξεκίνησε την ενεργειακή αναβάθμιση των μουσείων της με την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών. Επιβεβαίωσε τη λειτουργία των συστημάτων πυροπροστασίας τους, αναβάθμισε τις υποδομές φυσικής προσβασιμότητας και καταχώρισε το σύνολο των εκθεμάτων και των δύο μουσείων στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του Εθνικού Αρχείου Μνημείων. Ακόμη, μερίμνησε για την επιμόρφωση του προσωπικού τους, κάλυψε ελλείψεις στο ανθρώπινο δυναμικό, με προσλήψεις ή με αναθέσεις, αναδιοργάνωσε τις αποθήκες τους, φρόντισε, μεταξύ άλλων, για την επαναλειτουργία των ψηφιακών ερμηνευτικών μέσων και για την αναβάθμιση του εξοπλισμού προβολής των δύο μουσείων. Τέλος, προχώρησε σε εκτύπωση σύντομων οδηγών και ενημερωτικών φυλλαδίων για τη διευκόλυνση των επισκεπτών. 

 






Όπως δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη: «Η πιστοποίηση των Δημοσίων Αρχαιολογικών Μουσείων αποτελεί διαδικασία ουσιαστικής αξιολόγησης. Αξιολογούμε τα μουσεία μας, για να τα βελτιώσουμε. Αναβαθμίζουμε κτιριακά τις εγκαταστάσεις τους και βελτιώνουμε τις προσφερόμενες υπηρεσίες προς τους επισκέπτες τους. Η διαδικασία Πιστοποίησης, η οποία εφαρμόστηκε, για πρώτη φορά, πιλοτικά σε τέσσερα μουσεία της Περιφέρειας Ηπείρου επεκτείνεται ήδη με επιτυχία στα Μουσεία της Δυτικής και της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης Μουσείων είναι  μία ολιστική προσπάθεια αναβάθμισης των μουσειακών δομών της χώρας, με στόχο την ανταποδοτικότητά τους προς τον επισκέπτη, αλλά και την ενδυνάμωσή τους ως φορέων πολιτισμού, δια βίου μάθησης και κοινωνικής συνοχής, στη βάση της νέας οργανωτικής δομής και φιλοσοφίας διαχείρισης. Στόχος μας, πάντα, παραμένει τα μουσεία μας να γίνουν ελκυστικά σε ευρύτερα και πολυποίκιλα κοινά, κυρίως νεανικά, από την Ελλάδα και το εξωτερικό».


 




Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους Ορεστικού εγκαινιάστηκε, το 2010, και  φιλοξενεί ευρήματα από το 1100 π.Χ. έως το 300 μ.Χ., τα οποία προέρχονται από την εδαφική επικράτεια της σημερινής Π. Ε. Καστοριάς, η οποία στην αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα της Ορεστίδας, ενός εκ των βασιλείων της Άνω Μακεδονίας. Η μόνιμη έκθεση του Μουσείου χρονολογικά,  διαρθρώνεται, σε 4 ενότητες, στις οποίες ξεδιπλώνονται οι πολιτικοί και πολιτιστικοί μετασχηματισμοί του κεντρικού τμήματος της Ορεστίδος, από μία ένωση συγγενικών γενών («εθνών») σε ανεξάρτητο βασίλειο, κατόπιν, σε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου και, τέλος, σε υποτελή περιοχή στους Ρωμαίους, με πολλά και σημαντικά προνόμια. Στα εκθέματά του περιλαμβάνονται μία μοναδική φαλαγγιτική ασπίδα του παιονικού πεζικού, καθώς και το ψήφισμα των Βαττυναίων, η σημαντικότερη επιγραφή με πολιτικό περιεχόμενο από τη Δυτική Μακεδονία. Ιδιαίτερο στοιχείο της μόνιμης έκθεσης είναι το ύφος των ενημερωτικών κειμένων, που έχουν τη μορφή ερωταποκρίσεων, όπως και η σκόπιμη απουσία λεζαντών. Το Μουσείο διαθέτει εργαστήριο συντήρησης και πλήρως εξοπλισμένη αποθήκη. Το υπαίθριο αμφιθέατρο μικρής κλίμακας για θερινές εκδηλώσεις συμπληρώνει τις υποδομές του περιφερειακού αυτού μουσείου.

 



Το Βυζαντινό Μουσείο Καστοριάς εγκαινιάστηκε το 1989. Το κέλυφός του–υπερυψωμένο ισόγειο και τμήμα ημιυπογείου- ακολουθεί την κλίση του φυσικού εδάφους και διακρίνεται για τις καθαρές γραμμές του. Ανακαινίστηκε στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007-2013 και επαναλειτουργεί από το 2016. Η νέα μόνιμη έκθεση, που αναπτύσσεται σε τρείς αίθουσες, πέριξ ενός αιθρίου, αναδεικνύει τη σημασία και την ακτινοβολία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής Καστοριάς, μέσα από το μοναδικό απόθεμα των εικόνων της. Εκτίθενται περισσότερες από 70 εικόνες, χρονολογημένες από τον 12ο έως τον 18ο αι., συνθέτοντας, μαζί με εκείνες που σώζονται στους ναούς της Καστοριάς, ένα σημαντικό σύνολο, εφάμιλλο σε σπουδαιότητα με αυτό του Αγίου Όρους, της Βέροιας, του Σινά και της Κύπρου. Η έκθεση του Μουσείου  εποπτικά συνδυάζεται με ψηφιακά ερμηνευτικά μέσα, ενώ διαθέτει και χώρους ανάπαυσης για τους επισκέπτες. Στο υπόγειο στεγάζονται εργαστήριο συντήρησης και αποθήκες. ​


21 Αυγούστου, 2024

Κνωσός – Knossos

 


 

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή.

 

Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

 

Στην Εποχή του Χαλκού, η οποία χαρακτηρίζεται από την κατεργασία του χαλκού, συνεχίζεται πιθανόν η ανάπτυξη του οικισμού. Ωστόσο, κατά τις εργασίες που έγιναν για την κατασκευή του ανακτόρου καταστράφηκαν πολλά παλιότερα κτίσματα. Ο οικισμός, πλέον, αναφέρεται ως Ko-no-so στα κείμενα της Γραμμικής Γραφής Β΄ του 14ου αι. π.X. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αι. π.X.), δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αι. π.X.) και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά. Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica. Γύρω στο 1700 π.Χ. πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Η πόλη της Κνωσού αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.

 

Το 1450 π.Χ., μετά από μερική καταστροφή της Κνωσού, εγκαθίστανται στην πόλη Μυκηναίοι, χωρίς όμως να ξανακτίσουν τα ανάκτορα. Από τις επόμενες περιόδους σώζονται λίγα λείψανα, τα περισσότερα από τα οποία είναι τάφοι και ένας μικρός κλασικός ναός στην περιοχή του ανακτόρου. Μεγάλη άνθιση γνώρισε η πόλη κατά την ελληνιστική περίοδο (ιερό Γλαύκου, ιερό Δήμητρας, λαξευτοί τάφοι, χρήση βόρειου νεκροταφείου, οχυρωματικοί πύργοι). Το 67 π.X. ο Quintus Caecilius Metellus Creticus κατέλαβε την Κνωσό και ίδρυσε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Colonia Julia Nobilis. Στην περίοδο αυτή ανήκει η ''έπαυλη του Διονύσου'' με τα θαυμάσια ψηφιδωτά.

 

Στη βυζαντινή εποχή η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αι. μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει να ξεχνιέται σιγά-σιγά. Ένας μικρός οικισμός κτίστηκε πάνω στα ρωμαϊκά ερείπια και αναφέρεται σαν ''Μακρύτοιχος'', παίρνοντας το όνομα του από ένα μακρύ τοίχο, λείψανο της ρωμαϊκής Κνωσού.

 

Η Κνωσός εντοπίστηκε το 1878 από το Mίνωα Kαλοκαιρινό. Ο A. Evans άρχισε συστηματικές ανασκαφές το 1900, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1931 με την ανακάλυψη του ανακτόρου, μεγάλου τμήματος της μινωικής πόλης και των νεκροταφείων. Έκτοτε συνεχίζονται οι ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Kνωσού από την Αγγλική  Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

 



The most important monuments of the site are:

 

The Palace of Knossos. It is the largest of the preserved Minoan palatial centres. Four wings are arranged around a central courtyard, containing the royal quarters, workshops, shrines, storerooms, repositories, the throne room and banquet halls. Dated to 2000-1350 B.C.

 

The Little Palace. It lies to the west of the main palace and has all the features of palatial architecture: scraped wall masonry, reception rooms, a pristyle hall, a double megaron with polythyra (pi er-and-door partitions) and a lustral basin-shrine. Dated to the 17th-15th centuries B.C.

 

The Royal Villa. It lies to the NE of the palace and its architectural form is distinguished by the polythyra, the pillar crypt and the double staircase, with two flights of stairs. It is strongly religious in character and might have been the residence of an aristocrat or a high priest. Dated to the 14th century B.C.

 

House of the Frescoes. It is located to the NW of the palace and is a small urban mansion with rich decoration on the walls. Dated to the 15th, 14th-12th centuries B.C.

 

Caravanserai. It lies to the south of the palace and was interpreted as a reception hall and hospice. Some of the rooms are equipped with baths and decorated with wall paintings.

 

The "Unexplored Mansion". Private building, probably of private-industrial function, to the NW of the palace. It is rectangular, with a central, four-pillared hall, corridors, storerooms and remains of a staircase. Dated to the 14th-12th centuries B.C.

 

Temple Tomb. It is located almost 600 m. to the south of the palace and was connected with the "House of the High Priest" by means of a paved street. It seems that one of the last kings of Knossos (17th-14th centuries B.C.) was buried here. Typical features of its architecture are the hypostyle, two-pillar crypt, the entrance with the courtyard, the portico and a small anteroom.

 

House of the High Priest. It lies 300 m. to the south of Caravanserai and contains a stone altar with two columns, framed by the bases of double axes.

 

The South Mansion. Private civic house, located to the south of the palace. It is a three-storeyed building with a lustral basin and a hypostyle crypt, dating from the 17th-15th centuries B.C.

 

Villa of Dionysos. Private, peristyle house of the Roman period. It is decorated with splendid mosaics by Apollinarius, depicting Dionysos. The house contains special rooms employed for the Dionysiac cult. Dated to the 2nd century A.D.


Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...