18 Απριλίου, 2026

Θράκη:Πιστοποιούνται τα Αρχαιολογικά Μουσεία Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης

 



Το Αρχαιολογικό Μουσείο των Αβδήρων και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξανδρούπολης, λαμβάνουν το σήμα πιστοποίησης, μετά από τη σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου Μουσείων, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν. 4858/2021 που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας και της λειτουργίας των δημοσίων μουσείων. Η διαδικασία πιστοποίησης, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος, είναι υποχρεωτική και καλύπτει συνολικά περισσότερα από 200 δημόσια μουσεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Το πρόγραμμα που εξελίσσεται σταθερά και μεθοδικά από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού εφαρμόστηκε αρχικά, το 2021, σε πιλοτική βάση. Το Ελληνικό Σύστημα Αναγνώρισης και Πιστοποίησης, αποσκοπεί στην αναβάθμιση όλων των μουσείων της ελληνικής επικράτειας και την προσαρμογή τους στα διεθνή μουσειολογικά πρότυπα, με στόχο αφενός την ανταποδοτικότητα των Μουσείων προς τον επισκέπτη και αφετέρου την ενδυνάμωσή τους ως φορέων πολιτισμού.




Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Το Υπουργείο Πολιτισμού προωθεί εντατικά την πιστοποίηση των ελληνικών μουσείων, μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος το οποίο επιτρέπει την αυτοματοποίηση και την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαδικασίας για την αναγνώριση των ιδιωτικών μουσείων και την πιστοποίηση των δημόσιων μουσείων της χώρας. Στόχος μας είναι  να δημιουργηθεί για τα ελληνικά μουσεία ένα σταθερό και αξιόπιστο ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας, ενισχύοντας την ποιότητα των υπηρεσιών τους, τη βιωσιμότητα και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις. Σήμερα, τα μουσεία –ανεξαρτήτως μεγέθους ή χαρακτήρα– βρίσκονται αντιμέτωπα με ολοένα και πιο απαιτητικές προκλήσεις. Καλούνται να είναι εξωστρεφή, να δίνουν έμφαση στην προσβασιμότητα, στην ποικιλομορφία, να αξιοποιούν ψηφιακά εργαλεία, ακολουθώντας συγκεκριμένες προδιαγραφές λειτουργίας. Η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών τους δεν αποτελεί τυπική διαδικασία. Είναι το εργαλείο για να γίνουν λειτουργικά, ενταγμένα στην κοινωνία. Η πιστοποίηση των Αρχαιολογικών Μουσείων Αβδήρων και Αλεξανδρούπολης αποτελεί ένα ακόμη ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, επιβεβαιώνοντας την προσήλωση των υπηρεσιών μας στη συστηματική αναβάθμιση των περιφερειακών μουσείων και στην ενίσχυση του ρόλου τους, ως ζωντανών πυρήνων πολιτισμού και εκπαίδευσης στις τοπικές κοινωνίες. Η διαδικασία αποτελεί ένα σύστημα αξιολόγησης που εφαρμόζεται με πρότυπο τρόπο από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, αποτελώντας σημαντικό βήμα για τη συνεχή αναβάθμιση των ελληνικών μουσείων, με στόχο την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών και τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών».



Τους φακέλους για την πιστοποίηση των Μουσείων Αλεξανδρούπολης και Αβδήρων υπέβαλαν οι Εφορείες Αρχαιοτήτων Έβρου και Ξάνθης, αντίστοιχα. Η διαδικασία πιστοποίησης ξεκίνησε, το 2024, με τη διενέργεια αυτοψιών από τα αρμόδια κλιμάκια των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού και συνεχίστηκε με την εκπόνηση και την υλοποίηση εξατομικευμένων προγραμμάτων αναβάθμισης για κάθε Μουσείο. Τα προγράμματα αναβάθμισης αφορούσαν στη βελτίωση των κτηριακών υποδομών, στην οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία των Μουσείων, στην αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς το κοινό, καθώς και στην ενίσχυση της διασύνδεσής τους με την κοινωνία. Όσον αφορά στις κτηριακές υποδομές, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη νομιμότητα των εγκαταστάσεων, στην ενεργειακή τους απόδοση, στην εφαρμογή μέτρων πυροπροστασίας, στην εξασφάλιση της προσβασιμότητας για όλους τους επισκέπτες.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης εγκαινιάστηκε τον Ιούνιο του 2022, και αποτελεί ένα από τα πιο σύγχρονα μουσεία της Ελλάδας. Στη μόνιμη έκθεση του περιλαμβάνονται ευρήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη από όλη τη Θράκη και αφηγούνται την ιστορία της περιοχής, από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Περισσότερα από 1.000 αρχαία αντικείμενα, αγγεία πήλινα, γυάλινα, χάλκινα και αργυρά νομίσματα, γλυπτά και ταφικές στήλες, όπλα, περίτεχνα κοσμήματα, ειδώλια, εργαλεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καλύπτουν μια μακρά περίοδο, από την 6η προχριστιανική χιλιετία έως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Την παρουσίαση των εκθεμάτων συνοδεύουν βιντεοπροβολές και ψηφιακές πολυμεσικές εφαρμογές για μια πιο διαδραστική εμπειρία. Το Μουσείο είναι πλήρως προσβάσιμο από τα ΑμεΑ.



Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αβδήρων, εγκατεστημένο στον σύγχρονο οικισμό των Αβδήρων, στην Ξάνθη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Θράκης. Λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2000 και στεγάζει ευρήματα από τις ανασκαφές στην περιοχή, που ξεκίνησαν το 1950. Η έκθεση χωρίζεται σε τρεις κύριες ενότητες που αναδεικνύουν την ιστορία της πόλης όπου γεννήθηκαν σπουδαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας. Η παρουσίση οργανώνεται σε θεματικές ενότητες που αφορούν στη δημόσια και ιδιωτική ζωή των αρχαίων Αβδηριτών, στις ταφικές συνήθειες και στη θρησκεία. Το Μουσείο έχει έντονα εκπαιδευτικό προσανατολισμό, με τα εκθέματα να πλαισιώνονται από πλούσιο εποπτικό υλικό, όπως χάρτες, σχέδια και διαγράμματα.


02 Απριλίου, 2026

Μακεδονία:Η Ιστορία του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης

 


Η ιστορία του ΑρχαιολογικούΜουσείου Θεσσαλονίκης (ΑΜΘ) παρακολουθεί τη διαδρομή της νεότερης ιστορίας της πόλης. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων «παρά τη Γενική Διοικήσει Μακεδονίας» ήταν η πρώτη υπηρεσία που ιδρύθηκε, τον Νοέμβριο του 1912, δεκαπέντε μόλις μέρες μετά την υπογραφή παράδοσης της πόλης στο Ελληνικό Κράτος.

Μέχρι το 1925 τόπος συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας ήταν το Διοικητήριο (το σημερινό κτίριο του Υπουργείου Μακεδονίας και Θράκης), καθώς και η Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ, το κτίριο που στέγασε τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, συγκεντρώνονται αρχαιότητες από τον γαλλικό στρατό της Ανατολής (Armée Françcaise d’ Orient) αρχικά στο Καραμπουρνάκι και στη συνέχεια στη Ροτόντα, ενώ τα ευρήματα από τις έρευνες των Άγγλων συγκεντρώνονται στον Λευκό Πύργο.

Το 1925 παραχωρείται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το Γενή Τζαμί, «το νεότερο τζαμί», τζαμί των Ντονμέδων (εξισλαμισμένων Εβραίων), της άλλοτε τουρκοκρατούμενης Θεσσαλονίκης. Το Γενί Τζαμί θα αποτελέσει το πρώτο μουσείο της πόλης, όπως το δηλώνει και η επιγραφή που έχει απομείνει στην προμετωπίδα του. Το 1940 πολλές αρχαιότητες, κυρίως γλυπτά, θάφτηκαν σε ορύγματα προκειμένου να διασωθούν από τη λαίλαπα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι αρχαιότητες ξεθάφτηκαν το 1951 και για πρώτη φορά εκτέθηκαν στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου (Γενί Τζαμί), το 1953.

Το 1950 παραχωρήθηκε ένα μεγάλο οικόπεδο σε κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία Χ.Α.Ν.Θ. σε άμεση γειτνίαση με τη μεγάλη έκταση όπου οργανωνόταν η Διεθνής Έκθεση. Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου ανατέθηκε στον επιφανή Έλληνα αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, σημαντικό εκπρόσωπο του μοντερνισμού στην Ελλάδα.

Το νέο μουσείο εγκαινιάστηκε το 1962 με κάθε επισημότητα, μαζί με τις γιορτές για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, με έκθεση των εντυπωσιακών ευρημάτων των τάφων του Δερβενίου που είχαν αποκαλυφθεί την ίδια χρονιά. Στη συνέχεια οργανώθηκε έκθεση γλυπτικής, από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους, από τον ομότιμο καθηγητή Αρχαιολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιώργο Δεσπίνη.

Τα λαμπρά ευρήματα του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου από την ανασκαφή των βασιλικών τάφων των Αιγών στη Βεργίνα, τα οποία μεταφέρθηκαν για φύλαξη και συντήρηση στο μουσείο αμέσως μετά την ανεύρεσή τους, επέβαλλαν την οργάνωση νέου τρόπου έκθεσης και κατέδειξαν την ανάγκη μιας κτιριακής επέκτασης. Το 1982 οργανώθηκε μια νέα έκθεση, αυτής των ταφικών ανασκαφικών συνόλων από τη Σίνδο. Η ανασκαφή και η έκθεση πραγματοποιήθηκαν με την εποπτεία και επιμέλεια της εφόρου αρχαιοτήτων Αικατερίνης Δεσποίνη. Το 1985, επετειακό έτος για τα 2.300 χρόνια από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης από τον Κάσσανδρο το 315 π.Χ., οργανώθηκε η πρώτη μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία και αρχαιολογία της πόλης, με την επιμέλεια της τότε διευθύντριας του Μουσείου Ιουλίας Βοκοτοπούλου.

 

Το 1996 έγινε η πρώτη εκτεταμένη έκθεση για την προϊστορική Μακεδονία στον ημιυπόγειο χώρο κάτω από την έκθεση της Βεργίνας, στο καινούργιο κτίριο του Α. Βογιατζή του 1980, με εποπτεία του τότε διευθυντή του Μουσείου Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια της αρχαιολόγου Μαρίας Παππά. Το 1998, μετά από τη μεταφορά των ευρημάτων των Αιγών από το Μουσείο Θεσσαλονίκης στη Βεργίνα και την έκθεσή τους στο μουσειακό οικοδόμημα που ανέπλαθε τον μεγάλο ταφικό τύμβο των βασιλικών τάφων, οργανώθηκε στο Μουσείο έκθεση με θέμα ο «Χρυσός των Μακεδόνων», υπό την εποπτεία του τότε διευθυντού Δημήτρη Γραμμένου και επιμέλεια των αρχαιολόγων Μπετίνας Τσιγαρίδα και Δέσποινας Ιγνατιάδου, προκειμένου να καλυφτεί το «κενό» που άφησε στη συνείδηση του κοινού η έλλειψη των εντυπωσιακών βασιλικών κτερισμάτων.

Το 2001 με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα [Π.Δ. 401/2001, ΦΕΚ 286/Α’/20.12.2001] το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης γίνεται ανεξάρτητη περιφερειακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού. Η επιτακτική ανάγκη ανακαίνισης του κτιρίοου του Καραντινού και του Βογιατζή και οι σύγχρονες μουσειολογικές επιταγές, οδήγησαν στην απόφαση μιας ριζικής μετασκευής του Μουσείου στην αυγή του 21ου αιώνα που πραγματοποιήθηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Νίκου Φυντικάκη.

Μετά από μία μακρά περίοδο εργασιών απαραίτητων για την αναδιοργάνωση των χώρων έκθεσης, αποθήκευσης, συντήρησης και διοίκησης, το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης άνοιξε τις πύλες του στο κοινό τον Σεπτέμβριο του 2006. Στο διάστημα που προηγήθηκε, εκτός από την κτιριακή επέκταση ολοκληρώθηκε και το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο μέρος της προσπάθειάς μας: σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε η επανέκθεση των συλλογών του Μουσείου με τρόπο που να καλύπτει τις ανάγκες του σύγχρονου επισκέπτη.

Το ανακαινισμένο πλέον Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης λειτουργεί από το 2006 με πέντε νέες θεματικές εκθέσεις, που πραγματοποιήθηκαν υπό την εποπτεία του Δ. Γραμμένου και μεγάλου επιτελείου πολλών ειδικοτήτων. Η έκθεση, απολύτως ανθρωποκεντρική, έχει έντονο διδακτικό χαρακτήρα, εστιάζοντας πάντα στον άνθρωπο, τόσο ως δημιουργό των τεχνουργημάτων, όσο και ως σύγχρονο θεατή-επισκέπτη. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης είναι ένας χώρος πολιτισμού και μάθησης, ανοιχτός σε όλους.


ΜΟΝΙΜΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

👉ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜAΚΕΔΟΝIA  

👉ΠΡΟΣ ΤΗ ΓEΝΕΣΗ ΤΩΝ ΠOΛΕΩΝ

01 Απριλίου, 2026

Macedonia:The Story of the Archaeological Museum of Thessaloniki

 


The story of the Archaeological Museum of Thessaloniki is similar to the city's recent history. The Ephorate of Antiquities "by the General Directorate of Macedonia" was the first service to be founded, on November 1912, only a fortnight after the city was incorporated into the Greek State.

Until 1925, all antiquities found in Macedonia were gathered at the Residency (Dioikitirion- the modern-day building of the Ministry of Macedonia-Thrace) as well as the Ottoman Idadie School, which housed the Faculty of Philosophy of the Aristotle University. During World War I, the French Army (Armee Francaise d’ Orient) was gathering antiquities initially at Karabournaki and later on at Rotonda, while the British Army would gather the antiquities they uncovered at the White Tower.

In 1925, the Yeni Cami, the new mosque, the centre of worship for the Donmeh population of the Ottoman-occupied Thessaloniki, was given to the Archaeological Service. The Yeni Cami would become the city's first Museum, as the inscription still in place on its facade indicates. In 1940 many antiquities, mainly sculptures, were buried in trenches in order to be protected from war raids. They were unearthed in 1951 and displayed for the first time in the main hall of the Archaeological Museum (Yeni Cami) in 1953.

In 1950 a large plot was designated for the erection of a new Museum, in the heart of the city, on Y.M.C.A. Square, next to the grounds of the International Fair. The project was assigned to Patroklos Karantinos, an notable Greek modernist architect.

The new Museum was inaugurated in 1962 in a grand ceremony, as part of the celebrations for the completion of 50 years since Thessaloniki's liberation, exhibiting the impressive finds from the Derveni tombs, which had been found in the same year. An exhibition of sculptures from the Archaic to the Roman era followed, designed by Giorgos Despinis, professor of Archaeology at the Aristotle University of Thessaloniki.

The impressive finds of the Royal Tombs at Vergina revealed by professor Manolis Andronikos, which were transferred to the Museum for storage and conservation as soon as they were found, necessitated a new display pattern and required the construction of a building extension. In 1982 a new exhibition was designed to display the finds from the cemetery of Sindos. The ephor of antiquities, Aikaterini Despini was responsible for both the excavation and the exhibition. In 1985, with the completion of 2300 years since the foundation of Thessaloniki by Cassander in 315 BC, the then director of the Museum, Julia Vokotopoulou organised the first major exhibition dedicated to the city's history and archaeology.

 

In 1996 the first large-scale exhibition on Prehistoric Macedonia took place at the Museum, below the Vergina Hall, at the new building extension (by Vogiatzis) completed in 1980. This exhibition was organised by the then director Dimitrios Grammenos and the archaeologist Maria Pappa. In 1998, when the Vergina finds were transferred back to their place of discovery to be displayed in a new museum that simulated the large burial mound of the Royal Tombs, a new exhibition was organised at the Museum of Thessaloniki, entitled "The Gold of Macedon" by Dimitrios Grammenos and the archaeologists Betina Tsigarida and Despina Ignatiadou, in order to fill the gap of the remarkable royal burial assemblages.

In 2002, through a Presidential Decree (401/2001), the Archaeological Museum of Thessaloniki became a separate Special Regional Service of the Ministry of Culture. At the dawn of the 21st century, modern museological needs led to an extensive renovation of the building. The Museum became accessible to the public again in 2004 with new permanent exhibitions. On September, 2006, the renovated Archaeological Museum was officially reopened with five new thematic exhibitions, under D.Grammenos and a large team of specialists. The new exhibitions, completely anthropocentric, bypassing the thread of time, has acquired a strong didactic character.

After a long period of work for the renovation of the exhibition, storage, preservation and management spaces, the Archaeological Museum of Thessaloniki opened for the public on September 2006. In the time before the opening, apart from the expansion of the building, the most important and vital part of our efforts was completed: the exhibitions of the museum were redesigned in a way that responds to the needs of the modern visitor.

Our intention was to shed light on the different sides of the culture that was created in Macedonia, mainly in Thessaloniki and the adjacent municipalities: from the beginning of prehistoric times up until the late antiquity, meaning the beginning of the Christian era.

We welcome you to visit the Museum. Immense yourself in the stories that it has to tell you, see and listen to how an object can “make” history. In addition, come to experience and enjoy all that a modern museum can offer: educational programs, exhibitions of ancient and modern culture, workshops, academic talks, seminars and recreational activities.

  The Archaeological Museum of Thessaloniki is a space of culture and learning, open for everyone.

 

Permanent Exhibitions 


💥Prehistoric Macedonia

💥Towards the birth of cities 

💥In Macedonia from the 7th century BC until the late antiquity

💥Thessaloniki,the Metropolis of Macedonia

💥The Gold of Macedon 

💥Field,House,Garden,Grave 

💥Memory in Stone 

💥Macedonia.From fragments to pixels 

Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...