Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Φεβρουαρίου, 2026

Laudatio (Έπαινος) Κώστα Αξελού ή/και εν αναμονή Αυτού που Επίκειται

 




 

Σωκράτης X. Δεληβογιατζής,

Καθηγητής Φιλοσοφίας Α.Π.Θ., 

Πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας -

Διευθυντής του Κέντρου Ερευνών

πάνω στο Φαντασιακό Α.Π.Θ. 



Ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός, με το έργο του, την πρωτοβουλιακότητά του, την τόλμη του και την οιονεί στρατευτική του στάση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, σε επίπεδο Ευρώπης οπωσδήποτε, σημάδεψε ένα τόπο έκθετο στις διακυμάνσεις μιας εποχής έντονης, κατά βάθος, ιδεολογικοποίησης ή υπερτροφίας του πολιτικού. Τον περιμένουμε εδώ να μας μιλήσει για «ό,τι επέρχεται» στη γη όπου έλαβε χώρα φιλοσοφία... εδαφοποιητικά, απο-εδαφοποιητικά και μετα-εδαφοποιητικά ανάμεσα στην Έφεσο με τον Ηράκλειτο και την Αθήνα με τον Πλάτωνα μέσω, κατόπιν, της Μακεδονίας με τον Αριστοτέλη. Η αρχαιο-ελληνική (αριστοτελική) επιδίωξη του ελλόγου βίου (η αρετή σφιχτοδένεται άρρηκτα με την ψυχική εντελέχεια και μπορεί να δώσει νόημα στην ανθρώπινη ζωή και ύπαρξη) μαζί με ένα εγελο-μαρξιανο-χαϊντεγκεριανό αναδιπλασίασμα μιας θεραπείας του προβλεπτού-απρόβλεπτου είναι πρωταγωνιστικό στοιχείο στην ακαδημαϊκο-κοσμική του παρουσία.

 

Πρόκειται για μια περίπτωση ανθρώπου που συνέλαβε και έκανε πράξη ένα είδος διαδικασίας θέσμισης, που μάς εισάγει δηλαδή σε ένα πεδίο ενεργοποίησης των ενδιάμεσων, απωθεί ή θραύει το αποστασιοποιημένο ή το μηχανιστικά εναλλακτικό και επαναφέρει τον άλλο σε μια σχέση συνέχειας με ό,τι παραγωγικό και προοπτικά διευρυντικό μιας κατάφασης μέλλοντος με την έννοια της διατήρησης μάλλον παρά του περιορισμού ή της εξαφάνισης. Τη φιλοσοφική του επίδοση ο ίδιος τη μαλάσσει αμφίτροπα, διπλά, περιπλανητικά πλαγιοκοπώντας παραπλανητικές εναλλακτικές συνέχειας-ασυνέχειας. Πρόκειται για αυτοδύναμο στοχασμό και για ενθουσιαστική-εγκαταβυθιστική μελέτη και ανάδειξη των κειμένων και των καταστάσεων.

 

Στο επίκεντρο της εντρύφησής του εγκαρσιότητες όπως: ο άνθρωπος, η ιστορία, η ηθική, η πολιτική (ερωτήματα για το κράτος, τη γραφειοκρατία, το Πανεπιστήμιο, τα κόμματα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τις ιδεολογίες, την τεχνική και την τεχνολογία) υπό την αίρεση του «λόγον διδόναι» και με όχημα την αυτο-θεμελίωση και την αυτο-ανάπτυξη. Μεθόδημά του η αναλυτικο-διαλεκτική λογική δείξη μιας διαστρωματικής-διαστρωματωμένης αλήθειας αριστοτελικο-μαρξιανής έμπνευσης ή μια μεταποιημένη πλατωνική διαλεκτική που, ορισμένη ως «δύναμις» συνοπτική του υπάρχοντος, προοιωνίζεται τόσο τον εγελιανό όσο και, από μια ορισμένη άποψη, το χουσερλιανό τρόπο του φιλοσοφείν – άνοιγμα στην ολότητα στη βάση μιας ορισμένης διαδικασίας, από τη μια μεριά, εξειδίκευση του ανθρώπινου στις ατομικο-σωματικές του ορίζουσες και πόρους, από την άλλη.

 

Για τον Αξελό, το τέταρτο καντιανό ερώτημα: *Was ist der Mensch?* («Τί είναι ο άνθρωπος;»), ύστερα από τις εννοιολογικές λειάνσεις των Feuerbach, Marx και Nietzsche, μπαίνει στην πρώτη γραμμή κρισιμότητας σήμερα, με την εμπειρία ιδίως των δύο παθολογικών μορφών εξουσίας και εξουσιαστικότητας, που υπήρξαν ο ναζισμός και ο φασισμός. Η κοινοτική, με την έννοια της διαφοράς ως σχέσης του εγώ με το εσύ (Feuerbach), η κοινωνική, εν είδει φυσικοποίησης του συλλογικού στοιχείου (Marx) και η θεμελιωδώς απροσδιόριστη, πάντως προβληματική, και αποατομικοποιημένη ανθρώπινη κατάσταση (Nietzsche), παίρνονται ως οριακές καταθέσεις αναφοράς από τον Αξελό, ο οποίος διαβλέπει στον άνθρωπο την τάση για υπερνίκηση του κοινωνιολογισμού, του ψυχολογισμού, του βιολογισμού, που με τη μονομέρεια της κριτικής τους είτε τον παραγνωρίζουν είτε τον υπογνωρίζουν σε ό,τι αμφίσημο και διαρρίψιμο ενέχει η σχέση του με τον κόσμο.

 

Ο άνθρωπος, συνεργός ή και αντίπαλος υπόκειται σε διαρκή διάπλαση και μεταβολή, εδραιώνοντας απόλυτα την αυτοσυνειδησία του αναπτύσσοντας τη μοναδική δύναμη να υπερβαίνει τον εαυτό του σαν βιο-ψυχική εξέλιξη απλώς και σαν υποκειμενική καθαρά ύπαρξη κάνοντας χρήση μιας εγγενούς ελευθερίας, αντίδοτου της ενδοκοσμικής μοναξιάς και της βιοτικής του αμηχανίας. Η ίδια άλλωστε η ιστορία συνιστά ένα σύμπλεγμα πράξεων και παθημάτων πληρωτικών ή συστατικών ποιοτικού χρόνου, που συνυφαίνεται με την ύπαρξη μη ανθρώπινων στοιχείων: λοιμών, λιμών, σεισμών, καταποντισμών, πλημμυρών, αλλαγής κλίματος, ποικίλων υλικο-φυσικών επηρεασμών χωρικής τάξης. Τούτο θα διεύρυνε την ιστορικότητά μας χωρίς επαναφορά του ιστορισμού αλλά με παρεμβολή εννοιών όπως γένεση (του πρακτικο-κοινωνικού χώρου και χρόνου) ή γενεαλογία (παρακολούθηση της εναλλαγής μορφών).

 

Η μορφή-εμπόρευμα, παραδείγματος χάριν, για τον Marx, καθώς γενικεύεται διαπερνώντας τον καπιταλισμό, γεννάει άλλες μορφές όπως το ταυτόχρονο στις τηλεπικοινωνίες ή την τηλεόραση. Για τον φίλο του Η. Lefebvre, «η διαμεσολάβηση παράγει μιαν αμφίσημη αμεσότητα, δίνοντας την εντύπωση μιας αισθητής αμεσότητας, καλώντας μιαν άλλη αμεσότητα, μια εκ νέου αισθητή παρουσία. Όπως η ταυτότητα κάνει να προκύψει η ισοδυναμία, που δεν περιορίζεται στα πράγματα τα οποία αποτιμώνται σε χρήμα, αλλά εκτείνεται στα ανθρώπινα όντα». Από την άλλη πλευρά, η εμμονή όχι μονάχα στη γενικότητα ή την ειδητικότητα μα και στην παραγωγικότητα της μορφής δε σημαίνει φορμαλισμό — κατά το λειτουργία-λειτουργισμός και το δομή-δομισμός· απλά τονίζεται ο λογικός [κωδικοποίηση, αυστηρότητα έκφρασης] και δυναμικός [εξίσωση του άνισου, παραδείγματος χάριν συμβάσεις εργασίας, ταύτιση των διαφορών, παραδείγματος χάριν εθνότητες] της χαρακτήρας στη σχέση της με το εκάστοτε περιεχόμενο.

 

Στην οπτική αυτή, αντικείμενα συσχετικά του υποκειμενικού-αντικειμενικού ενδιάμεσου δε θα ήταν εντελώς πράγματα όπως, παραδείγματος χάριν, η γη η οποία, ενώ για τον Descartes δεν λογίζεται παρά ως ένα σώμα μεταξύ των άλλων, στον Αξελό, όπως και στον ύστερο Merleau-Ponty, συνιστά ένα υπόστρωμα εμπειρίας: ούτε πεπερασμένη ούτε άπειρη αλλά ρίζα παραγωγής των αντικειμένων. Δεν μπορούμε να της εφαρμόσουμε τις σχέσεις εμμένειας που ισχύουν στο εσωτερικό της: αποτελεί γενικά το λίκνο όλων των μεταγενέστερων δυνατοτήτων και ενός συμβολισμού, κατά τον οποίο σκεφτόμαστε το καθολικό με αφετηρία το ατομικό. Η γη βρίσκεται στο κατώφλι της ιστορίας μας ως άνοιγμα οριζόντων· είναι μήτρα του χώρου και του χρόνου μας. Κάθε δομημένη έννοια του χρόνου προϋποθέτει την πρωτο-ιστορία μας ως σαρκικών όντων συμπαρόντων σε ένα μόνο κόσμο. Κάθε επίκληση των δυνατών κόσμων παραπέμπει στη θέαση του δικού μας.

 

Τούτο σημαίνει πως το έδαφός μας είναι επεκτάσιμο και όχι διαιρέσιμο ούτε καταργήσιμο, και, για τον άνθρωπο, δεν υπάρχουν παρά άνθρωποι ή γενικευτική, γενικευμένη ανθρωπότητα. Ζούμε έτσι σε ένα αδιέξοδο ή αμετάστρεπτο σύμπαν αναφορών, και η σχέση μας με τη σωματικότητα ή τον άλλο δεν απάγεται από τα καθαρά πράγματα, αλλά τα θεμελιώνει. Η σύνδεσή μας με το χώρο είναι διαπλαστική ιστορίας, συνυφαίνεται με ένα είδος πραξιακού χρόνου που αποτελεί αποκύημα δράσης αλλά και προσδιορίζει τις προϋποθέσεις της. Το ανθρώπινο συγκεντρώνει έτσι μια δύναμη εννοιολόγησης και σκέψης που προσφεύγει στο διαλεκτικό άλλο της φύσης, η οποία προκαλεί με τον αργόσυρτό της βηματισμό και απειλεί με το απεριόριστο των μεταμορφώσεών της, για να θυμηθούμε το μεταμορφωτικά αισθαντικό Schelling. Αίτημα καίριο σε οριακή ήδη φάση της ιστορίας είναι η επανίδρυση της ευλάβειας προς τη φύση και της εμμετρίας στη δράση με τα ζείδωρα στοιχεία της, μετατρέψιμα και σε πηγές ολέθρου από την ανθρώπινη «ύβριν» αντίκρυ τους.

 

Η ιστορία ως σύνθεμα ή και συνονθύλευμα γεγονότων και οιονέ καταστάσεων και τάσεων καλεί την πολιτική ως διασφαλιστική της αποφυγής του εκφυλισμού της κοινότητας σε άντρο κακοπραγίας και της άριστης δυνατής εκπλήρωσης των υπηρεσιών της προς τον άνθρωπο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος παλιντρόπου δυνατο-οντολογικής προθέσεως, όπου ο Αξελός, μαζί και ύστερα από το Γερμανό Heidegger, αποδίδει τους κύριους τρόπους του πρακτικού λογισμού. Εις βάρος μιας αποστασιοποίησης-ουδετεροποίησης του «είναι» και του «γίγνεσθαι» αναβαθμίζεται το δέον-πρέπον και το δυνατόν, ο καιρός και το μέτρο (πρβλ. τόσο την πλατωνική μετρητική όσο και την αριστοτελική μεσότητα). Και, από την άποψη αυτή, η πολιτική αποτελεί ολοκλήρωμα, παρέκταμα της ηθικής στην κοινωνία, η οποία αναλαμβάνει να προσανατολίζει θετικά καταπιεστικές ή περιοριστικές δυνάμεις, όπως η δυναστική επιβολή του ενστίκτου.

 

Η κατάσταση αγιότητας στον άνθρωπο δεν είναι αυτόδοτη: φιληδονία, κτησιακή απληστία, ματαιοδοξία, φθόνος, μίσος, άμμετρος φόβος, εξουσιαστικότητα, εγωισμός – για να παραπέμψουμε μαζί με τον τιμώμενο απόψε και στην καντιανή ανθρωπολογία –, σκοτεινιάζουν την ανθρώπινη προοπτική και υπονομεύουν έως και ανατρέπουν προδιαθέσεις μεγαλοσύνης και ηθικής αρτιότητος, που εξ ορισμού διαθέτει ο αυθεντικός φιλόσοφος, ο οποίος, για την πλατωνική *Πολιτεία*, συνοψίζεται, καταφάσκεται, ως μνήμων, ευμαθής, μεγαλοπρεπής, εύχαρις, φίλος τε και συγγενής αληθείας, δικαιοσύνης, ανδρείας, σωφροσύνης. Εξάλλου, στο μέτρο μιας ευθείας σχέσης αλληλο-εισχώρησης φιλοσοφίας και πολιτικής «οι επιεικείς έρχονται επί το άρχειν ουχ ως επ’ αγαθόν τι ιόντες ουδ’ ως ευπαθήσοντες εν αυτώ αλλ’ ως επ’ αναγκαίω και ουκ έχοντες εαυτών βελτίωσιν επιτρέψαι ουδέ ομοίοις» με στόχο να αποτραπεί «η ζημία μεγίστη του υπό πονηροτέρου άρχεσθαι».

 

*Πολιτεία*, 473 c-d: «Εάν μή, ήν δ’ εγώ, ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταίς πόλεσιν ή οι βασιλείς τε νύν λεγόμενοι και δυνάσται φιλοσοφήσωσι γνησίως τε και ικανώς, και τούτο εις ταυτόν συμπέση, δύναμίς τε πολιτική και φιλοσοφία, τών δέ νύν πορευομένων χωρίς εφ’ εκάτερον αί πολλαί φύσεις εξ ανάγκης αποκλεισθώσιν, ούκ έστι κακών παύλα...». Τα παραπάνω αυτά αποσπάσματα, εκτός από την κατεύθυνση που δίνουν στο ίδιο το είναι της πολιτικής, εγκαινιάζουν ουσιαστικά και την έριδα η οποία εγκαθίσταται στο εσωτερικό της φιλοσοφίας γύρω από το αναγκαίο ή το σκόπιμο της σύνδεσής της με τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Αρκεί να αναφερθούμε ενδεικτικά στις διαφοροποιητικές απόψεις των Pascal, Spinoza ή Kant, που με διαβαθμίσεις αντιμάχονται το παραπάνω πλατωνικό πρόταγμα, για να αντιληφθούμε όχι μονάχα την ύπαρξη του προβλήματος αλλά και τη γενεαλογία της τροπής που πήρε το όλο σύμπλεγμα φιλοσοφικού-πολιτικού στις μέρες μας.

 

Πράγματι αυτό που δυσχεραίνει ή μεταθέτει αναβάλλοντας επ’ αόριστο την ανάλυση ενός συλλήψιμου και αναλήψιμου νοήματος, είναι η πραγμάτωση του φιλοσοφικού ως του πολιτικού, η γενίκευση και η παγκοσμιοποίηση του πρώτου ως του δευτέρου και η απόλυτη καθολική κυριαρχία του πολιτικού στο «όλα είναι πολιτική». Με «φιλοσοφικό» θα εννοούσαμε εδώ μια γενική ιστορικο-συστηματική δομή, της οποίας η φιλοσοφία αποτελεί κάθε φορά τη θεματικοποίηση, την εσωτερική αναδίπλωση, την κριτική ακόμη αμφισβήτηση. Έννοιες όπως πολιτισμός, παράσταση, συμβολική θα απεικόνιζαν ενδεχομένως μια τέτοια κατεύθυνση και θα επιδέχονταν ανάλογη αξιοποίηση. Από την άλλη μεριά, η ερωτηματοθεσία πάνω στο «πολιτικό» και την ουσία του θα μάς παρέπεμπε μέχρι και στην ίδια την πολιτική προϋπόθεση της φιλοσοφίας, ιδίως ως μεταφυσικής, με την έννοια του πολιτικού προσδιορισμού της ουσίας της. 


Ένας τέτοιος προσδιορισμός συνιστά την καθεαυτό θέση του πολιτικού και όχι απλά μια πολιτική θέση, όπως στην αρχαία ελληνική πόλη-γη ενσάρκωσης της ίδιας της φιλοσοφίας με τον Πλάτωνα, όπου το υποκείμενο ως άτομο χαρακτηρίζει το πολιτικό και αντίστροφα (επί τη απειλή, σε περίπτωση αποσυσχετισμού, ιδιωτείας), και τούτο με συνθήκη δυνατότητας μια καθαρή κοινωνικότητα, σε περιβάλλον ενυπάρχοντος, μια κάθετη αναβάθμιση του συνείναι, με κύρια έκφραση τη φιλία, μια ανυποχώρητη διατύπωση γνώμης και μια ακραία αίσθηση του διαλόγου. Εμμένεια, φιλία, γνώμη, ιδού τρία κατεξοχήν ελληνικά γνωρίσματα σκέψης.

 

Το πολιτικό ως ειδική διάσταση ετερότητας συνίσταται κατά βάθος σε μια διάρθρωση της εξουσίας ως υλικής και καταναγκαστικής δύναμης πάνω στην πολιτική αρχή ως ξεπέρασμα ή σε μια σύνδεση της ομοιογενούς εξουσίας του κράτους με την ετερογενή αρχή του ιερού. Εδώ θα εντάσσαμε και το μοτίβο μιας σχέσης της κοινότητας με ένα είδος αθανασίας σε επίπεδο εμμένειας, οντολογικής δηλαδή παραδοχής μιας απεριόριστης διάρκειας της πόλης, για τους αρχαίους Έλληνες, ή της res publica, για τους Ρωμαίους, που αποτελούσαν μια εγγύηση εναντίον της ματαιότητας και του φευγαλέου της ζωής του ατομικού. Σχέση, τέλος, ετερότητας συνιστά η αναπαράσταση από την κοινότητα του κοινού της μέτρου και επαναφέρει την προβληματική του πολιτικού ως φανέρωση του κοινωνικού στον εαυτό του. Η ιδιαιτερότητά του δεν εξαντλείται ή δεν περιορίζεται μονάχα στις εμπειρικές ανάγκες του συνείναι, αλλά ενεργοποιεί την κατηγορία της σχέσης αδιαίρετα ως ταυτότητα ή υπέρβαση ταυτότητας, χωρίς να αφίσταται από μια ορισμένη αισθητική της ύπαρξης.

 

Η διάκριση πολιτικής και πολιτικού ή πολιτικής δράσης και σκέψης όπως άλλωστε και η εμβάθυνση του συμπλέγματος στρατηγικής-τακτικής, καθώς συντελούν στην αποσαφήνιση των αντίστοιχων ρόλων, δεν οξύνουν περισσότερο την αίσθηση του «παιχνιδιού» (jeu) και της «διακύβευσης» (enjeu); Ό,τι, πάντως, παραμένει να αναλογιστούμε μαζί με τον Κώστα Αξελό δεν είναι μια νέα θέσμιση της πολιτικής μέσω της σκέψης αλλά η ίδια η πολιτική θέσμιση της λεγόμενης δυτικής σκέψης. Και τούτο αμφίτροπα και αμφίσημα, γονιμοποιητικά, παραγωγικά, δημιουργικά επ’ αγαθώ. Βασικό ερώτημα θα ήταν εδώ πώς το επαναληπτικό και το ταυτόσημο παράγουν το διαφορικό, πώς η αναδρομή στο παρελθόν και η επαναφορά στο παρόν (ή στο παρόν του μέλλοντος) μπορούν να συλλάβουν το πιθανό, να αποκλείσουν το αδύνατο.

 

Υπόβαθρο αυτού του ανοίγματος και αυτής της σχέσης του ανθρώπινου όντος και της σκέψης με τον «κόσμο» (στη χαϊντεγγεριανή ή την αξελική του εκδοχή· Όχι μόνο) προβάλλει το γίγνεσθαι ως δημιουργική αντίφαση συνέχειας-ασυνέχειας και που παράγει μεταμορφώσεις. Πέρα από το «τί είναι άνθρωπος» και «τί είναι σκέψη» μένει να αντιληφθούμε τον εαυτό μας ως φορέα ενός ιδιο-σώματος και εστία στοχαστικής αισθητικότητας, δηλαδή αυτοδημιουργίας και αυτοκαταστροφής σε μια διαλεκτική σχέση ταυτότητας και άρνησης – εργασίας, (ηρακλείτειου) πολέμου ως και ερμηνείας. Καθώς η στιγμή πραγμάτωσης της φιλοσοφίας εξέλιπε (Adorno), το αξεπέραστό της χρησιμεύει σήμερα ως αθεμελίωτο θεμέλιο μιας εν εγρηγόρσει ανάληψης των τόπων της έντασης, της αρμοδιότητας και της απόφασης.


Σωκράτης Χ. Δεληβογιατζής, «Laudatio (Έπαινος) Κώστα Αξελού ή/και εν αναμονή Αυτού που Επίκειται», περ. Φιλοσοφείν, τχ. 31 (Ιανουάριος 2025), Αφιέρωμα: Κώστας Αξελός:Η εκδίπλωση του φιλοσοφικού παιγνιδιού, σσ. 49-56.

10 Φεβρουαρίου, 2026

In 200 B.C.by Constantine P. Cavafy



“Alexander, son of Philip, and the Greeks except the Lacedaimonians...”

 

We can very well imagine

how completely indifferent the Spartans would have been

to this inscription. “Except the Lacedaimonians”—

naturally. The Spartans

weren’t to be led and ordered around

like precious servants. Besides,

a pan-Hellenic expedition without

a Spartan king in command

was not to be taken very seriously.

Of course, then, “except the Lacedaimonians.”

 

That’s certainly one point of view. Quite understandable.

 

So, “except the Lacedaimonians” at Granikos,

then at Issus, then in the decisive battle

where the terrible army

the Persians mustered at Arbela was wiped out:

it set out for victory from Arbela, and was wiped out.

 

And from this marvelous pan-Hellenic expedition,

triumphant, brilliant in every way,

celebrated on all sides, glorified

as no other has ever been glorified,

incomparable, we emerged:

the great new Hellenic world.

 

We the Alexandrians, the Antiochians,

the Selefkians, and the countless

other Greeks of Egypt and Syria,

and those in Media, and Persia, and all the rest:

with our far-flung supremacy,

our flexible policy of judicious integration,

and our Common Greek Language

which we carried as far as Bactria, as far as the Indians.

 

Talk about Lacedaimonians after that!



Reprinted from C.P. CAVAFY:Collected Poems Revised Edition, translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard, edited by George Savidis.

Translation copyright © 1975, 1992 by Edmund Keeley and Philip Sherrard.Princeton University Press.


09 Φεβρουαρίου, 2026

Κ.Π.Καβάφης,«Στα 200 π.Χ.»





Το ποίημα «Στα 200 π.Χ.» είναι το προτελευταίο που δημοσίευσε ο Κ.Π. Καβάφης (1931) και φανερώνει την ειδική σχέση του ποιητή με την ιστορία. Πρόκειται για ένα φανταστικό μονόλογο ενός Έλληνα ο οποίος ζει στα 200 π.Χ. στις περιοχές του «νέου» κόσμου που σχηματίστηκε από τις εκστρατείες του Μ. Αλεξάνδρου.

 O ομιλητής διαβάζει αρχικά την επιγραφή που συνόδευε τα λάφυρα από τη μάχη του Γρανικού, τα οποία αφιέρωσε ο Μ. Αλέξανδρος στον Παρθενώνα: 

ΑΛΕΞΑΝΔΡOΣ ΦΙΛΙΠΠOΥ ΚΑΙ OΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜOΝΙΩΝ ΑΠO ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΤΩN TΗΝ ΑΣΙΑΝ ΚΑΤOΙΚOΥΝΤΩΝ. 

Στη συνέχεια κάνει μια επισκόπηση των ιστορικών γεγονότων που συντελέστηκαν πριν από 130 χρόνια, σχολιάζοντας ειρωνικά την άρνηση των Λακεδαιμονίων να συμμετάσχουν στη λαμπρή πανελλήνια εκστρατεία εναντίον των Περσών, με τη δικαιολογία ότι η σπαρτιατική παράδοση τους εμπόδιζε να πάρουν μέρος σε εκστρατεία στην οποία δεν ήταν οι ίδιοι αρχηγοί.


«Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων»

 

Μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε

πως θ' αδιαφόρησαν παντάπασι* στην Σπάρτη

για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,

μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται

για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν

σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε

μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς

Σπαρτιάτη βασιλέα γι' αρχηγό

δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής*.

Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

 

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται*.

 

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·

και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική

την μάχη, όπου εσαρώθη* ο φοβερός στρατός

που στ' Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:

που απ' τ' Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κι εσαρώθη.

 

Κι απ' την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία

την νικηφόρα, την περίλαμπρη,

την περιλάλητη, την δοξασμένη

ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,

την απαράμιλλη*: βγήκαμ' εμείς·

ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

 

Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,

οι Σελευκείς, κι οι πολυάριθμοι

επίλοιποι* Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,

κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.

Με τες εκτεταμένες επικράτειες*,

με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών*.

Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά*

ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.

 

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

 

Κ.Π. Καβάφης, Ποιήματα, τόμ. 2, Ίκαρος

 

*παντάπασι: εντελώς *περιωπή: σπουδαιότητα *νιώθεται: μπορεί να γίνει κατανοητή, εξηγείται *εσαρώθη: διαλύθηκε, εξοντώθηκε *απαράμιλλη: ασυναγώνιστη *επίλοιπος: υπόλοιπος *εκτεταμένες επικράτειες...των στοχαστικών προσαρμογών: οι στίχοι αναφέρονται στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν με τη δημιουργία των μεγάλων ελληνιστικών βασιλείων και την ανάμιξη των πολιτισμών, μέσα στις οποίες, στοχαστικά, αναπροσαρμόστηκε ο νέος ελληνικός κόσμος *Κοινή Ελληνική Λαλιά: η ελληνική γλώσσα που καθιερώθηκε και διαδόθηκε στις χώρες της Ανατολής


Κείμενα  Νεοελληνικής Λογοτεχνίας,Γ΄ Γυμνασίου


17 Ιανουαρίου, 2026

Modern historians about Macedonia – Adrian Goldsworthy

 



Philip and Alexander of Macedon transformed a weak kingdom in northern Greece into a globe-spanning empire. In so doing, they changed the course of history.

By the end of his short life, Alexander the Great had eclipsed the power of Persia, crossed the Hindu Kush and marched into what is now Pakistan, redrawing the map of the ancient world to create an empire that stretched from the Adriatic Sea to the Indian subcontinent.

But his success was not just the product of his own genius and restless energy, it was built on decades of effort by his father. History has portrayed Philip II of Macedon as an old man, one-eyed and limping, whose convenient assassination allowed Alexander the Great to come to power.

However, there was far more to him than this. Through decades of hard fighting and clever diplomacy, Philip unified his country and conquered Greece. His son inherited all of this at the perfect moment and age for him to chance his luck and win greater glory.

Between them, Philip and Alexander played a key role in spreading Greek language and culture over a vast area, the consequences of which were many and profound, for it led to the New Testament being written in Greek, and a Greek-speaking 'Roman' empire surviving in the eastern Mediterranean for a thousand years after the last emperor to rule from Italy.

As authoritative as it is accessible, Philip and Alexander is the latest in a much-praised sequence of essential ancient histories from Adrian Goldsworthy; it is the work of a master historian at the peak of his powers.

Adrian Goldsworthy,Philip and Alexander - Kings and Conquerors


14 Ιανουαρίου, 2026

Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας - The History of Ancient Macedonia

 




Η ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας 

Η ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας είναι η πορεία ενός περιφερειακού βασιλείου του ελληνικού βορρά που εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια αυτοκρατορία, αλλάζοντας τον ρου της παγκόσμιας ιστορίας μέσω του Ελληνισμού.


1. Οι Απαρχές και η Δυναστεία των Αργεαδών


Η Μακεδονία κατοικήθηκε από ελληνικά φύλα ήδη από την εποχή του Χαλκού. Η κυρίαρχη δυναστεία, οι Αργεάδες, πίστευαν ότι κατάγονταν από το Άργος και τον μυθικό Ηρακλή.


  • Περδίκκας Α΄: Θεωρείται ο ιδρυτής του βασιλείου (7ος αι. π.Χ.).

  • Αλέξανδρος Α΄: Συμμετείχε στους Περσικούς Πολέμους και πέτυχε την αναγνώριση των Μακεδόνων στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποδεικνύοντας την ελληνική τους καταγωγή.

  • Αρχέλαος Α΄: Μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Αιγές στην Πέλλα και κατέστησε το βασίλειο κέντρο των γραμμάτων και των τεχνών.


2. Φίλιππος Β΄: Η Μεταρρύθμιση και η Κυριαρχία


Ο Φίλιππος Β΄ (359-336 π.Χ.) ήταν ο αρχιτέκτονας της μακεδονικής ισχύος. Μετέτρεψε έναν στρατό αγροτών στην αήττητη Μακεδονική Φάλαγγα, οπλισμένη με τη σάρισα (δόρυ μήκους 5-6 μέτρων).


  • Μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.): Ο Φίλιππος νίκησε τις συνασπισμένες δυνάμεις Αθηναίων και Θηβαίων, εξασφαλίζοντας την ηγεμονία στην Ελλάδα.

  • Συνέδριο της Κορίνθου: Ίδρυσε την Πανελλήνια Συμμαχία με σκοπό την εκστρατεία κατά των Περσών.


3. Μέγας Αλέξανδρος και η Κοσμοκρατορία


Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, ο γιος του Αλέξανδρος Γ΄ ξεκίνησε τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση της αρχαιότητας.


  • Η Εκστρατεία (334-323 π.Χ.): Νίκες στον Γρανικό, στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα οδήγησαν στην κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας.

  • Πολιτισμική Κληρονομιά: Ο Αλέξανδρος δεν κατέκτησε μόνο εδάφη, αλλά διέδωσε την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό έως τις παρυφές της Ινδίας, εγκαινιάζοντας την Ελληνιστική Περίοδο.


4. Η Παρακμή και η Ρωμαϊκή Κατάκτηση


Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, το βασίλειο πέρασε στη δυναστεία των Αντιγονιδών. Παρά την ισχύ του, ήρθε σε σύγκρουση με την ανερχόμενη Ρώμη.


  • Μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.): Ο τελευταίος βασιλιάς, Περσέας, ηττήθηκε από τον Αιμίλιο Παύλο, και η Μακεδονία έγινε ρωμαϊκή επαρχία.


Ιστορικές Πηγές


Η μελέτη της αρχαίας Μακεδονίας βασίζεται σε τρεις πυλώνες:

1.     Αρχαίοι Συγγραφείς:

o   Ηρόδοτος & Θουκυδίδης: Για τις πρώιμες περιόδους και τις σχέσεις με τις νότιες πόλεις-κράτη.

o   Αρριανός («Αλεξάνδρου Ανάβασις»): Η πιο αξιόπιστη πηγή για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου.

o   Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι»): Για την προσωπικότητα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου.

2.     Αρχαιολογικά Ευρήματα:

o   Οι ανασκαφές του Μανόλη Ανδρόνικου στη Βεργίνα (1977), που αποκάλυψαν τους βασιλικούς τάφους, συμπεριλαμβανομένου αυτού του Φιλίππου Β΄.

o   Τα ευρήματα στην Πέλλα και το Δίον.

3.     Επιγραφές και Νομισματοκοπία: Τα μακεδονικά νομίσματα και οι επιγραφές που επιβεβαιώνουν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και της δωρικής διαλέκτου.




The History of Ancient Macedonia


The history of Ancient Macedonia is the trajectory of a peripheral kingdom of the Greek north that evolved into a global empire, changing the course of world history through Hellenism.


1. The Origins and the Argead Dynasty


Macedonia was inhabited by Greek tribes as early as the Bronze Age. The ruling dynasty, the Argeads, believed they were descended from Argos and the mythical Hercules (Heracles).


  • Perdiccas I: Considered the founder of the kingdom (7th century BC).

  • Alexander I: Participated in the Persian Wars and secured the recognition of Macedonians in the Olympic Games, proving their Greek descent.

  • Archelaus I: Moved the capital from Aigai to Pella and established the kingdom as a center of letters and the arts.


2. Philip II: Reform and Dominance


Philip II (359–336 BC) was the architect of Macedonian power. He transformed an army of farmers into the invincible Macedonian Phalanx, armed with the sarissa (a spear 5–6 meters long).


  • Battle of Chaeronea (338 BC): Philip defeated the combined forces of the Athenians and Thebans, securing hegemony over Greece.

  • League of Corinth: He founded the Panhellenic Alliance with the aim of campaigning against the Persians.


3. Alexander the Great and World Dominion


Following the assassination of Philip, his son Alexander III launched the greatest military campaign of antiquity.


  • The Campaign (334–323 BC): Victories at Granicus, Issus, and Gaugamela led to the dissolution of the Persian Empire.

  • Cultural Legacy: Alexander did not just conquer territories; he spread the Greek language and culture to the fringes of India, inaugurating the Hellenistic Period.


4. Decline and Roman Conquest


After Alexander's death, the kingdom passed to the Antigonid dynasty. Despite its power, it came into conflict with the rising power of Rome.


  • Battle of Pydna (168 BC): The last king, Perseus, was defeated by Aemilius Paullus, and Macedonia became a Roman province.


Historical Sources


The study of ancient Macedonia is based on three pillars:

1. Ancient Authors:

  • Herodotus & Thucydides: For the early periods and relations with the southern city-states.

  • Arrian (Anabasis of Alexander): The most reliable source for Alexander's campaign.

  • Plutarch (Parallel Lives): For the personalities of Philip and Alexander.


2. Archaeological Findings:

  • The excavations of Manolis Andronikos at Vergina (1977), which revealed the royal tombs, including that of Philip II.

  • Findings in Pella and Dion.



3. Inscriptions and Coinage:

Macedonian coins and inscriptions confirm the use of the Greek language and the Doric dialect.


Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...