Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Archaeology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Archaeology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Φεβρουαρίου, 2026

Αναβαθμίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου των Αθηνών,με νέες υποδομές και ψηφιακούς περιπάτους

 




Το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην αναβάθμιση των υποδομών και των παρεχόμενων υπηρεσιών, στον αρχαιολογικό χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη, στην Αθήνα. Στον σχεδιασμό του Υπουργείου είναι δύο έργα, τα οποία περιλαμβάνονται στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση «Λαύριο- Αθήνα- Ελευσίνα». Η ένταξή τους δρομολογείται στο ΕΣΠΑ 2021-2027. Το πρώτο έργο, με φορέα υλοποίησης το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά την εγκατάσταση περιπτέρου ψηφιακής πληροφόρησης για τον βίο και το έργο του Αριστοτέλη. Το δεύτερο, με φορέα υλοποίησης τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων και την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών, αφορά στην κατασκευή κτηρίου-εισόδου για τη στέγαση του εκδοτηρίου εισιτηρίων, του γραφείου εξυπηρέτησης επισκεπτών, χώρους υγιεινής. Συγχρόνως, ήπιες, απολύτως αναστρέψιμες και μη επεμβατικές ψηφιακές παρεμβάσεις, ενισχύουν την κατανόηση, την ερμηνεία και τη βιωματική εμπειρία του επισκέπτη.

 

Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Στην περιοχή του Λυκείου, το 335 π.Χ, ίδρυσε  ο Αριστοτέλης τη Σχολή του, διδάσκοντας  τους μαθητές του, περίπου για 12 χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής του. Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη, ανασυστήνεται, ως πολιτιστικός προορισμός, στο κέντρο της Αθήνας. Με σημείο αναφοράς την περιπατητική φιλοσοφική σχολή του, στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνα, αναδεικνύονται το οικουμενικό έργο και η εμβληματική μορφή του Έλληνα φιλοσόφου, από τις κορυφαίες προσωπικότητες όλων των εποχών, με παγκόσμια επιρροή. Στόχος μας είναι η δημιουργία μιας εκπαιδευτικής και φιλοσοφικής εμπειρίας για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου, με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και της αρχιτεκτονικής. Ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, από στατικό μνημείο, μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό τόπο σκέψης και γνώσης, όπου η φιλοσοφία συναντά την τεχνολογία. Την επιλογή του πληροφοριακού υλικού για τον Αριστοτέλη, τη ζωή και το έργο του, επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο επισκέπτης συμμετέχει ενεργά στη διαδικασία κατανόησης του χώρου, μέσα από μία πολυαισθητηριακή εμπειρία. Ψηφιακές πινακίδες παρουσιάζουν την εξέλιξη του, ψηφιακή αφήγηση ανατρέχει στην παρουσία του Λυκείου, ανά τους αιώνες, και ο ψηφιακός περίπατος αναδεικνύει τη σχέση του Λυκείου με την πόλη και τον κόσμο. Δημιουργείται μία ενδιαφέρουσα και καινοτόμος πολιτιστική εμπειρία με απήχηση και στις  νεότερες ηλικίες».

 

Η παρέμβαση που υλοποιείται από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος», αφορά στην εγκατάσταση στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου ενός περιπτέρου, το οποίο θα στεγάζει τέσσερις διαδραστικές οθόνες αφής, με πρόσβαση σε πολυμεσικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, βίντεο, αναπαραστάσεις κ.α.). Η σύνθεση περιλαμβάνει τέσσερις ορθογώνιες μονάδες, καλυμμένες από κυματοειδές στέγαστρο. Η πρόσβαση στο περίπτερο γίνεται από τα άκρα, με ράμπες. Το έργο είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» με το αρχιτεκτονικό γραφείο Foster+Partners, το World Human Forum και του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιλογή του πληροφοριακού επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η ψηφιακή εγκατάσταση επιτρέπει την εύκολη ανανέωση και τον εμπλουτισμό του ενημερωτικού υλικού, ανάλογα με την πρόοδο της έρευνας.

 

Το έργο που υλοποιεί το Υπουργείο Πολιτισμού – για την ωρίμανση του οποίου συνεργάστηκε η Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών με την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης- αφορά στη διαμόρφωση νέας, κύριας εισόδου, επί της οδού Ρηγίλλης, κατόπιν  εκτεταμένης τρισδιάστατης ψηφιακής τεκμηρίωσης του χώρου, σε  συνδυασμό αεροφωτογραμμετρίας, στατικής σάρωσης laser και κινητής φωτογραμμετρίας, εξασφαλίζοντας έτσι υψηλή ακρίβεια και επιστημονική τεκμηρίωση. Παραπλεύρως, της εισόδου, χωροθετείται  επίμηκες κτήριο υποδοχής των επισκεπτών, που αναπτύσσεται παράλληλα με την οδό Ρηγίλλης. Αντικαθίσταται τμήμα της υφιστάμενης περίφραξης, επί της οδού Ρηγίλλης, αποκαθιστώντας  άμεση συνάφεια με το νέο κτήριο εισόδου. Δημιουργείται, από το Ωδείο - νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου- δευτερεύουσα είσοδος, ώστε να διευκολυνθεί η επικοινωνία των δύο χώρων. Στον άξονα με το Ωδείο, κατασκευάζεται ημικυκλική στάση για περίπου 60 καθήμενους.

 

Ο οργανωμένος αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, προσβάσιμος στα ΑμεΑ, συνολικής έκτασης περίπου δέκα στρεμμάτων, αποδόθηκε στο κοινό τον Ιούνιο του 2014. Λειτουργεί υπό την ευθύνη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών. Διαθέτει έξι συμβατικές πινακίδες ενημέρωσης, τύπου «αναλογίου», με πληροφορίες για τα αρχαία Γυμνάσια της Αθήνας και το Λύκειο, τη ζωή και τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την παλαίστρα και τα λουτρά και το έργο ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Υπάρχουν, επίσης, μικρό αμφιθέατρο για περίπου 150 άτομα, κρήνη, και έξι πάγκοι ανάπαυσης επισκεπτών.

 

Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες το Λύκειο ήταν ένα κατάφυτο προάστιο, στα ανατολικά της Αθήνας, έξω από την Πύλη του Διοχάρους, ανάμεσα στον Ιλισό και τον Ηριδανό. Η περιοχή στην οποία ιδρύθηκε Γυμνάσιο, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., πήρε το όνομά της πιθανόν από το Ιερό του Λυκείου Απόλλωνος- δεν έχει  ακόμη εντοπιστεί- που προϋπήρχε του Γυμνασίου. Η παλαίστρα του Λυκείου, χώρος προπόνησης στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο θεμελιώθηκε στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Διατηρήθηκε, με  ποικίλες επισκευές, για περίπου επτά αιώνες, έως τις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικά. Αποτελείται από εσωτερική αυλή που περιβάλλεται, στις τρεις πλευρές της, από στοές πίσω από τις οποίες αναπτύσσονται συμμετρικά ευρύχωρα, ορθογώνια δωμάτια. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε δεξαμενή ψυχρού λουτρού για τους αθλητές. Κατά την ίδια περίοδο εντάχθηκαν, με απόλυτη συμμετρία, στο βορειοανατολικό και βορειοδυτικό τμήμα της παλαίστρας, τα λουτρά που πιθανότατα αντικατέστησαν τους προγενέστερους λουτρώνες των κλασικών χρόνων.

 





















15 Ιουλίου, 2025

Exhibition 'The Greeks: From Agamemnon to Alexander the Great' opens in Shanghai

 

 
 

The exhibition "The Greeks: From Agamemnon to Alexander the Great" opened its doors at the World Expo Museum in Shanghai, China on Wednesday, where it will remain until October 2025. The exhibition is yet another landmark in Greek-Chinese cultural exchanges, which reflect the keen interest of the Chinese public in Greek culture.

It was inaugurated on Tuesday morning, in the presence of the Greek Ambassador to China Dr. Eugenios Kalpyris, the Greek General Consul in Shanghai Georgios Parthenios, the museum's director Liu Wentao and the deputy director of the Shanghai Municipal Administration of Culture and Tourism, Jin Lei. The exhibition was organised by the Greek culture ministry and the World Expo Museum, with the support of the Greek embassy in China.

 



The exhibition features 270 artifacts of ancient Greek sculpture, artwork and jewellery, from 14 Greek museums and collections. Before being displayed in Shanghai, it had very successful runs at the Hunan Museum (December 2023-May 2024), the Nanjing Museum (June-November 2024) and the Capital Museum in Beijing (December 2024-May 2025).

 

Athens – Macedonian News Agency

27 Ιουνίου, 2025

Παρουσίαση του έργου «Εικονικό Μουσείο Μέγας Αλέξανδρος:από τις Αιγές στην Οικουμένη»

 



Στην επέτειο του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στην Βαβυλώνα τον Ιούνιο του 323 π.Χ., η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ημαθίας παρουσιάζει στο κοινό το έργο «Εικονικό Μουσείο Μέγας Αλέξανδρος: από τις Αιγές στην Οικουμένη», που ολοκληρώθηκε στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία ΕΠΑνΕΚ 2014-2020».

Πρόκειται για μία δικτυακή πύλη αφιερωμένη στον Μέγα Αλέξανδρο, η οποία δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη να παρακολουθήσει μία συνθετική, επιστημονικά έγκυρη και εύληπτη παρουσίαση της πορείας του ήρωα στην ιστορία και στον μύθο, αλλά και όλων εκείνων των ιστορικών εξελίξεων που οδήγησαν στην δημιουργία της Ελληνιστικής Οικουμένης.

Βασικό στοιχείο του Εικονικού Μουσείου αποτελούν οι εξειδικευμένες βιντεολήψεις εκατοντάδων μνημείων, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, που βρίσκονται στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Ιορδανία, αλλά και οπτικό υλικό από μουσεία και χώρους και άλλων περιοχών που εμπλουτίζουν την αφήγηση.

Στο επίκεντρο του εικονικού μουσείου βρίσκεται η συνοπτική αφήγηση του πρώτου επιπέδου, από το οποίο ο επισκέπτης διαδραστικά μπορεί να εμβαθύνει, προχωρώντας στο δεύτερο, όπου θα βρει ένα πλήθος πολυμεσικά αντικείμενα, οργανωμένα σε επτά θεματικές ενότητες. Ψηφιακά παιχνίδια και πολλές συμπληρωματικές πληροφορίες (κείμενα, εικόνες, στοιχεία βιβλιογραφίας κλπ.) μπορεί κανείς να βρει στην βιβλιοθήκη, που αποτελεί το τρίτο επίπεδο του μουσείου.

Η παρουσίαση του έργου στο κοινό θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 28 Ιουνίου, στις 7 μ.μ., στο Κεντρικό Μουσειακό Κτήριο του Πολυκεντρικού Μουσείου των Αιγών. Η εκδήλωση θα συνδυαστεί με τα εγκαίνια της φωτογραφικής έκθεσης «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», με εικόνες από την Κεντρική Ασία, που οργανώθηκε με την υποστήριξη των Φίλων του Πολυκεντρικού Μουσείου των Αιγών.

Την εκδήλωση, στην οποία θα ακουστεί η μουσική που συνέθεσε ειδικά για το ψηφιακό μουσείο ο Δημήτρης Μυστακίδης, θα προλογίσει η αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας Δρ Γεωργία Στρατούλη. Ο φωτογράφος-περιηγητής Πάρης Γαβριηλίδης θα μεταφέρει την εμπειρία του από την σύγχρονη «παρουσία» του Αλέξανδρου στο Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν. Η Δρ Αγγελική Κοτταρίδη, επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων και πρόεδρος του συλλόγου Φίλων του Πολυκεντρικού Μουσείου των Αιγών, θα παρουσιάσει συνοπτικά το έργο και το κοινό θα έχει την ευκαιρία να δει σε μεγάλη προβολή την ταινία, που αποτελεί την επιτομή της αφήγησης του ψηφιακού μουσείου.

Υπεύθυνη για την σχεδίαση και την υλοποίηση του έργου ήταν η Δρ Αγγελική Κοτταρίδη, η παραγωγή έγινε από την κοινοπραξία των εταιρειών Altervision – Πολύπτυχον. Ιδιαίτερα εποικοδομητική σε όλα τα επίπεδα υπήρξε η συνεργασία με την διαχειριστική αρχή του προγράμματος «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία ΕΠΑνΕΚ 2014-2020».

Το «Εικονικό Μουσείο Μέγας Αλέξανδρος:από τις Αιγές στην Οικουμένη» θα είναι προσβάσιμο από την Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025 στην ιστοσελίδα

 

https://alexanderthegreatmuseum.gr/


21 Μαρτίου, 2025

Βρέθηκε ο τάφος του Σωσθένη της Μακεδονίας

 



Στην 37η Επιστημονική Συνάντηση για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη παρουσιάστηκε μια άκρως ενδιαφέρουσα ανακοίνωση για την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας, που όσοι την παρακολούθησαν, είτε διά ζώσης είτε διαδικτυακά, θα κατάλαβαν την ιδιαίτερη σημασία της για πολλές πτυχές της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας.

Το ανέλπιστο εύρημα, όπως επισήμανε ο ανασκαφέας Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς, αποκαλύφθηκε περίπου 3,5 χλμ. νοτιοδυτικά του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της Πέλλας, εντός του περιβάλλοντος που άλλοτε κάλυπτε η λίμνη των Γιαννιτσών. Κατά την ανασκαφή προέκυψαν πέντε ορύγματα και οκτώ αβαθείς ακανόνιστοι λάκκοι. Ένα από τα ορύγματα, το μόνο ορθογώνιο, ανοίχτηκε για να δεχτεί την ταφή ενός πολεμιστή, ηλικίας 40 και πλέον ετών, ο οποίος κηδεύτηκε μαζί με τον οπλισμό του, μία σιδερένια σάρισσα, ένα σιδερένιο δόρυ, ένα σιδερένιο ακόντιο, δύο σιδερένια μαχαιρίδια, μία σιδερένια στλεγγίδα και τρία πήλινα αγγεία, μια αρυβαλλοειδή λήκυθο με ερυθρόμορφο ανθέμιο, έναν μελαμβαφή σκύφο αττικού τύπου και ένα μελαμβαφές σκυφίδιο. Ο πολεμιστής, ως είθισται, καλυπτόταν με σάβανο, κατάλοιπα του οποίου διατηρήθηκαν στην επάνω επιφάνεια της σάρισσας. Επάνω από τον τάφο και γύρω από αυτόν βρέθηκαν κατάλοιπα των εναγισμών (μεταξύ των οποίων και δύο τεμαχισμένοι σκύλοι) που ακολούθησαν της ταφής και τη σφράγισαν.



Βορειοδυτικά του τάφου του πολεμιστή, σε άμεση γειτνίαση με αυτόν, σε άλλο μεγάλο ωοειδές όρυγμα, είχαν ταφεί σε επάλληλες στρώσεις: 4 άνθρωποι (ένας ενήλικας άνδρας, μία γυναίκα 15-20 ετών, δύο νεογέννητα βρέφη) και 16 ζώα ή τμήματα ζώων (4 άλογα, 7 σκύλοι, 1 κρανίο σκύλου και 4 γνάθοι: δύο σκύλων, ενός αιγοειδούς και ενός αλόγου). Δυτικά του παραπάνω ορύγματος ήρθαν στο φως άλλες 4 ταφές ζώων, 3 ολόκληρων αλόγων και 1 σκύλου.




Η παρουσία οκτώ αλόγων, τα οποία προφανώς ήταν περισσότερα, εάν υπολογιστούν και τα μεμονωμένα οστά που συλλέχθηκαν από την ερευνημένη περιοχή, η εκτροφή των οποίων ήταν πολυδάπανη και κατεξοχήν προνόμιο της ανώτερης τάξης, εύλογα, όπως ανέφερε ο ανασκαφέας, χαρακτηρίζουν τον νεκρό, τον οποίο συνόδευαν, ως ιππέα, με σημαντική κοινωνική προβολή και έντονη παρουσία στα πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα της Μακεδονίας. Εκτός από έμβλημα υψηλής κοινωνικής θέσης, το άλογο συνδέεται και με την εξύψωση του επιφανούς νεκρού στη σφαίρα των ηρώων. Σύμφωνα με τον κ. Παππά, από τους διοργανωτές της ταφής υιοθετήθηκε ένα σπάνιο και ασυνήθιστο τελετουργικό με σαφείς αναγωγές στο ηρωικό παρελθόν, συγκεκριμένα στην περιγραφή της ταφής του Πατρόκλου στη ραψωδία Ψ της Ιλιάδας, όπου, εκτός από την προσφορά αλόγων και σκύλων, προσφέρονται προς τιμήν του νεκρού και αιχμάλωτοι Τρώες.


Τα ευρήματα της ανασκαφής, τόσο από το εσωτερικό των τάφων όσο και πάνω από αυτούς, τα οποία τοποθετούνται κυρίως στο πρώτο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. και δη προς το τέλος του, οδήγησαν τον ανασκαφέα στην ταύτιση του αξιωματούχου της ταφής με τον Σωσθένη, τον στρατηγό, που αν και ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλιάς, υπό το βάρος των έκτακτων πολεμικών αναγκών, επειδή προφανώς είχε διακριθεί ως στρατηγός του Λυσιμάχου κατά τους πολέμους εναντίον των βαρβαρικών φύλων, εντούτοις ο ίδιος δεν αποδέχτηκε τον βασιλικό τίτλο και ζήτησε να τον αναγνωρίζουν ως στρατηγό και όχι ως βασιλιά, πράγμα το οποίο πιθανότατα τον ανέβασε ακόμα περισσότερο στην εκτίμηση των Μακεδόνων (Ιουστίνος 24.5). Παρόλο που ο ίδιος αρνήθηκε τον βασιλικό τίτλο, από τους χρονικογράφους συγκαταλέγεται στους βασιλείς της Μακεδονίας. Στο διάστημα των δύο χρόνων που κυβέρνησε τη Μακεδονία, από το 279 π.Χ. μέχρι τον θάνατό του το 277 π.Χ., ο Σωσθένης, σε αντίθεση με τους τρεις προηγούμενους ανίκανους βασιλείς, γόνους της δυναστείας των Αντιπατριδών (του Πτολεμαίου Κεραυνού, του αδελφού του Μελέαγρου και του Αντιπάτρου του επονομαζόμενου «Ετησία») κατάφερε να αποκρούσει τους Γαλάτες τόσο του Βόλγιου (279 π.Χ.) όσο και του Βρέννου (278 π.Χ.) και να σώσει τη Μακεδονία. Οι πηγές δεν αναφέρουν την αιτία θανάτου του. Εντούτοις, ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι πέθανε αμυνόμενος. Οι Μακεδόνες, όχι μόνο αναγνώρισαν το κύρος και την ικανότητά του, αλλά τον τίμησαν με ένα σπάνιο και ασυνήθιστο τελετουργικό με αναγωγές στο έπος. Για την ταύτιση με Γαλάτες αιχμαλώτους των τεσσάρων ατόμων που βρέθηκαν στο ίδιο όρυγμα με τα σκυλιά και τα άλογα, γεγονός που καθιστά την ταφή αποκλίνουσα, κοντά στην ταφή του Σωσθένη, ο ανασκαφέας, πέρα από το ιστορικό πλαίσιο, βασίστηκε και στην ομοιότητα που παρατηρείται ανάμεσα στην ασυνήθιστη στάση της γυναίκας με αντίστοιχες στάσεις σε τάφους Γαλατών. Όσο φρικτή και υπερβολική κι αν φαίνεται η πράξη της θυσίας αιχμαλώτων, εφαρμόζεται σε χαοτικές καταστάσεις, όταν οι θεσμοί καταλύονται και οι αξίες υπονομεύονται. Είναι το δίκαιο του πολέμου.

 

 Υπό το πρίσμα αυτό, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο, ερμηνεύεται καλύτερα και η παρουσία τόσων πολλών σκύλων στο τελετουργικό, η θυσία των οποίων, και δη ο αποκεφαλισμός και ο διαμελισμός ορισμένων, παραπέμπει, ως κατεξοχήν ζώο των καθαρμών, σε μια τελετουργία που αποσκοπεί στον εξαγνισμό και στην προστασία της κοινότητας από το μίασμα. Ο ρόλος τους, με τη συμβολή της Εκάτης ή της Εννοδίας, ήταν να προστατεύσουν από τη μια τους νεκρούς στη μετάβασή τους από την ζωή στον θάνατο, στη μεταθανάτια ζωή, και από την άλλη να αποτρέψουν την επιστροφή των ψυχών στον κόσμο των ζώντων, ιδιαίτερα εκείνων, όπως τα βρέφη, που δε πρόλαβαν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες και τον κοινωνικό τους ρόλο, άρα και τις προσδοκίες της κοινωνίας, γι’ αυτό και θεωρούνταν εκδικητικοί.

 

Επιπλέον, μας τόνισε ο κ. Παππάς ότι τεμαχισμό σκύλου (κομμένου στη μέση) περιλάμβανε και η τελετουργία για τον αποτροπαϊκό καθαρμό του μακεδονικού στρατού, που λάμβανε χώρα την πρώτη του μήνα Ξανθικού, πριν από την εαρινή ισημερία (τοῦ δ’ ἔαρος ἀρχομένου), στην ετήσια γιορτή Ξανθικά, στην οποία συνέρρεαν Μακεδόνες όχι μόνο από την πρωτεύουσα, αλλά και από τις γύρω πόλεις και κώμες της. Η συμβολική διάβαση του στρατεύματος μέσα από το τεμαχισμένο ζώο είχε αποτροπαϊκό χαρακτήρα, να απομακρύνει δηλαδή κάθε κακό, επιφέροντας έτσι την ενότητα και τη ετοιμότητα του στρατού για τη νέα πολεμική περίοδο. Επιπλέον, η χώρα, έπρεπε όχι μόνο να μείνει αμίαντη και άθικτη, αλλά και παραγωγική, στοιχεία που κλονίστηκαν κατά τις γαλατικές επιδρομές, κι ίσως δεν είναι τυχαίο που η γιορτή τελείτο τον μήνα Ξανθικό, μήνα κατεξοχήν της άνοιξης, της γονιμότητας, της ανθοφορίας των δένδρων, της αναγέννησης της φύσης, της καρποφορίας της γης. Και τα δύο παραπάνω στοιχεία (καθαρμός από το μίασμα και γονιμότητα) ήταν ευδιάκριτα και στην ταφή που πολεμάρχου (μέσα από την παρουσία σκύλων και τη στάση της γυναίκας αντίστοιχα). Οι συμβολισμοί επεκτείνονται ακόμα παραπέρα, εάν αναλογιστούμε αφενός ότι τόσο ο μήνας όσο και η γιορτή συνδέονται με τον Ξάνθο, προσωνυμία του Απόλλωνα, που σημαίνει τον ολοκάθαρο, αφού πρώτος αυτός, καθάρθηκε και εξαγνίστηκε για τον φόνο που διέπραξε, και αφετέρου εξαιτίας της δικής του παρέμβασης, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, ο γαλατικός κίνδυνος αποτράπηκε ολοκληρωτικά. Έτσι, ο θεός δεν εξαγνίζει μόνο, αλλά επιπλέον ενσαρκώνει τον θρίαμβο της τάξης επί του χάους, τη νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Δεν αποκλείεται, επομένως, η γιορτή, εκτός από τον εξαγνισμό του στρατού, για τις θυσίες που διαπράχθηκαν σε περίοδο κρίσης, να είχε σκοπό να διατηρήσει στη μνήμη τη συνεισφορά των Μακεδόνων στην αποτροπή της γαλατικής απειλής, πόσω μάλλον όταν οι πόλεις της νοτίου Ελλάδας, και κυρίως οι Αιτωλοί, δεν άφησαν ανεκμετάλλευτη μια τέτοια νίκη απέναντι σε έναν βάρβαρο εχθρό.

 

Καθώς οι γραπτές πηγές δεν αναφέρουν πού ακριβώς γινόταν η εν λόγω τελετουργία, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι ο τόπος αυτός βρισκόταν πιθανότατα έξω από την πόλη. Σύμφωνα όμως με τα νέα δεδομένα, ο κ. Παππάς πιστεύει ότι η ξεχωριστή αυτή τελετουργία λάμβανε χώρα πλησίον του παραπάνω τάφου, ο οποίος, καθώς βρισκόταν κοντά σε σταυροδρόμι και κυρίως επάνω στην οδική αρτηρία, που ένωνε τη νέα με την παλαιά πρωτεύουσα, αποτελούσε προφανώς τοπόσημο για τους Μακεδόνες, ζώσα μνήμη της αποτροπής του γαλατικού κινδύνου.

 

Καταλήγοντας, ο ομιλητής μας ανέφερε ότι πιθανότατα όλη η έκταση των ταφών καλυπτόταν από χαμηλό τύμβο, διαμέτρου περίπου 36 μ., όσο και το μήκος Α-Δ του ερευνημένου χώρου, και ύψους 2,5-3 μ., όπως συμβαίνει συνήθως σε τάφους επιφανών, ο οποίος όμως ισοπεδώθηκε κατά τις εργασίες αποξήρανσης και ισοπέδωσης της λίμνης των Γιαννιτσών στο δεύτερο τέταρτο του 20ού αι.

 

Ευελπιστούμε το ιδιαίτερο αυτό και άκρως σημαντικό εύρημα για την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας και όχι μόνον να αποκτήσει όσο το δυνατόν συντομότερα τον χώρο και την αίγλη που του αξίζει. Γιατί προφανώς και δεν τιμήθηκε τυχαία με ένα τέτοιο σπάνιο και ασυνήθιστο τελετουργικό ένας πολέμαρχος που αγωνίστηκε και πιθανόν πρόσφερε ακόμα και την ζωή του για τη σωτηρία της Μακεδονίας. Άσχετα εάν επισκιάστηκε από τους Αντιγονίδες που τον ακολούθησαν, για τους δικούς τους προφανώς λόγους…

 

 Βασιλική Β. Παππά,fractalart

 

 

 

 




15 Μαρτίου, 2025

The World’s Greatest Places of 2025:Royal Palace of Aigai

 



 

by Julia Buckley

 There are moments in time when the world shifts. One such was the crowning of Alexander the Great, the legendary king of Macedon who went on to conquer land from Egypt to India, kickstart cross-cultural pollination between Europe and Asia, inspire the Roman empire, and change the course of history. Now, following nearly five decades of excavation and 16 years of painstaking restoration, visitors can enter the Royal Palace of Aigai—the ceremonial hub for the Macedonian dynasty—and step into the column-fringed courtyard where the 20-year-old was crowned in 336 BCE.

They can dial back time walking through dining rooms where Alexander’s father, Philip II, entertained Greek politicians and Persian royalty amid mosaic floors and colorful stucco-clad walls. Three times larger than the Parthenon in Athens (its courtyard alone could hold 4,000 people), the palace, located an hour west of modern-day Thessaloniki, inspired buildings as far afield as Uzbekistan. After being overlooked for centuries, northern Greece is opening a flurry of archaeological sites.

The newest: Thessaloniki’s November-debuted metro system, which cleaves through the 2,300-year-old city (which was named for a sister of Alexander’s). Thirteen “archaeo-stations” display ancient finds uncovered during the build, including Venizelou, which deposits riders plumb on the city’s Roman-era main drag.

TIME


26 Σεπτεμβρίου, 2024

Amphipolis - Αμφίπολις


 


Athenian colony of strategic importance, near the fruitful Strymon vale and the Pangaion gold mines. Amphipolis was founded in 438/ 437 BC, though the region had been inhabited in the prehistoric period.

 

The numerous finds from the excavations are housed in the Archaeological Museum of Amphipolis and in the Archaeological Museum of Kavala.

 

Archaeological finds from the mouth of the Strymon estuary show the presence of man from as early as the Neolithic period on both banks of the river, and continuous habitation into the Bronze Age period. The nearest Neolithic settlement to Amphipolis was discovered on a hill adjacent to the ancient city known as Hill 133, where rich finds from its cemetery show that a considerable settlement also existed in the Early Iron Age.

 

With the foundation of the Greek cities at the mouth of the Strymon from the middle of the 7th c. BC, Greek culture started progressively to penetrate into the interior. The graves in the cemetery of the settlement on Hill 133 change their form, and the grave goods are now dominated by cultural elements of the Greek world: figurines, coins, and above all vases imported from the cities of southern Greece (Corinth, Athens) and the Ionian cities of the north Aegean. The presence of the Ionian world is also apparent in the sculptures of the late Archaic and early Classical periods found in the neighbourhood of Hill 133 and on the site of ancient Amphipolis. Local tradition survives in the metal working, especially the bronze and gold ornaments.

 

After they established themselves at Eion, at the mouth of the Strymon, in 476 BC, the Athenians made their first abortive attempt at colonising in the Amphipolis area with their short-lived settlement at the site of Ennea Hodoi, which was quickly wiped out (464BC). It remains an open question whether Ennea Hodoi is to be identified with the settlement on Hill 133, where the destruction level dates to the mid-5th century BC, or with Amphipolis itself, where in the vicinity of the north wall excavation has uncovered an establishment prior to the 5th century BC wall.

 

The foundation of Amphipolis finally in 438/ 437 BC, in the time of Pericles, by the general Hagnon was a great success for the Athenians, whose chief purpose was to ensure control of the rich Strymon hinterland and the Pangaion mines. Their success, however, was again short- lived, because at the end of the first decade of the Peloponnesian War (442 BC) Amphipolis broke away from its mother city, Athens, and remained independent until its incorporation into the kingdom of Macedonia by Philip II (357 BC).

 

Under the Macedonians Amphipolis remained a strong city within the Macedonian kingdom, with its own domestic autonomy and having considerable economic and cultural prosperity. Excavation has revealed a large part of the walls and some of the sanctuaries and public and private buildings of the city.

 

The bigger and better protected gate of the city (gate C) lies at the norhtern part of the walls. The brigde over the Strymon river was made of wooden beams.

 

After the Roman conquest of Macedonia (168 BC) Amphipolis was made the capital of Macedonia Prima, one of the four divisions into which Macedonia was divided. The Roman period was a time of prosperity within the bounds of Roman world dominion. As a station on the Via Egnatia and the capital of a rich hinterland, the city grew economically and culturally. It did indeed experience devastations and sackings, but with the support of the Roman emperors, particularly Augustus and Hadrian, it remained one of the most important urban centres in Macedonia until late antiquity. The city's prosperity is reflected in its monumental buildings with mosaic floors and mural paintings as well as the archaeological finds brought to light in the excavations.



ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗΣ  

 Η πόλη ιδρύθηκε το 438/7 π.Χ., η περιοχή όμως είχε κατοικηθεί ήδη από την προϊστορική εποχή.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα αποδεικνύουν ήδη από την Νεολιθική εποχή την ανθρώπινη παρουσία και στις δύο όχθες του ποταμού και τη συνέχεια της ζωής ως και την εποχή του Χαλκού. Ο πλησιέστερος στην Αμφίπολη νεολιθικός οικισμός εντοπίσθηκε σε γειτονικό στην αρχαία πόλη λόφο, γνωστό ως Λόφο 133, όπου αργότερα αναπτύχθηκε σημαντικός οικισμός στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου του.

 

Από τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα, με την ίδρυση των ελληνικών πόλεων στις εκβολές του Στρυμόνα, αρχίζει η προοδευτική διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού στην ενδοχώρα. Οι τάφοι στο νεκροταφείο του οικισμού του Λόφου 133 αλλάζουν μορφή και στα κτερίσματά τους επικρατούν τα πολιτιστικά στοιχεία του ελληνικού κόσμου, ειδώλια, νομίσματα, και προπαντός αγγεία επείσακτα από τις νοτιοελλαδικές πόλεις (Κόρινθο, Αθήνα) και από τις Ιωνικές πόλεις του Βόρειου Αιγαίου.

 

Η παρουσία του ιωνικού κόσμου είναι εμφανής και στα γλυπτά υστεροαρχαϊκών και πρώιμων κλασικών χρόνων που βρέθηκαν στην περιοχή του Λόφου 133 αλλά και στη θέση της Αρχαίας Αμφιπόλεως. Η τοπική παράδοση επιβιώνει στη μεταλλοτεχνία και προπάντων στα χάλκινα και χρυσά νομίσματα.

 

Μετά την εγκατάστασή τους στην Ηιόνα, στις εκβολές του Στρυμόνα, το 476 π.Χ., οι Αθηναίοι πραγματοποίησαν και την πρώτη ανεπιτυχή απόπειρα αποικισμού στην περιοχή της Αμφιπόλεως με την βραχύχρονη εγκατάστασή τους στο πόλισμα Εννέα Οδοί, που γρήγορα αφανίστηκε (464 π.Χ.). Παραμένει ακόμα ανοιχτό για την έρευνα πρόβλημα η ταύτιση των Εννέα Οδών με τον οικισμό του Λόφου 133, το στρώμα καταστροφής του οποίου χρονολογείται γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. ή με την ίδια την Αμφίπολη, στην περιοχή του βόρειου τείχους της οποίας, οι ανασκαφές έχουν εντοπίσει μια προγενέστερη από το τείχος του 5ου αιώνα εγκατάσταση.

 

Στην εποχή των Μακεδόνων η Αμφίπολις αναδείχτηκε σε ισχυρή πόλη του Μακεδονικού βασιλείου με εσωτερική αυτονομία και με σημαντική οικονομική και πολιτιστική άνθιση.

 

Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει μεγάλο μέρος από τα τείχη και ορισμένα από τα ιερά και τα ιδιωτικά και τα δημόσια κτήρια της πόλης.

 

Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) η Αμφίπολις ορίζεται πρωτεύουσα της Πρώτης Μερίδος της Μακεδονίας.

 

Η Ρωμαϊκή Εποχή είναι για την Αμφίπολη περίοδος ακμής μέσα στο πλαίσιο της κοσμοκρατορίας των Ρωμαίων. Σταθμός της Εγνατίας Οδού και πρωτεύουσα μιας πλούσιας ενδοχώρας, η πόλη αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά. Γνωρίζει βέβαια καταστροφές και λεηλασίες αλλά με την υποστήριξη και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αυγούστου και του Αδριανού, παραμένει ένα από τα σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας ως την ύστερη αρχαιότητα. Η ακμή της πόλης αντικατοπτρίζεται στα μνημειακά κτήρια με τα ψηφιδωτά δάπεδα και τις τοιχογραφίες, αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα που οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως.


21 Αυγούστου, 2024

Κνωσός – Knossos

 


 

To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο. Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 - 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή.

 

Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 - 2.000 κατοίκους.

 

Στην Εποχή του Χαλκού, η οποία χαρακτηρίζεται από την κατεργασία του χαλκού, συνεχίζεται πιθανόν η ανάπτυξη του οικισμού. Ωστόσο, κατά τις εργασίες που έγιναν για την κατασκευή του ανακτόρου καταστράφηκαν πολλά παλιότερα κτίσματα. Ο οικισμός, πλέον, αναφέρεται ως Ko-no-so στα κείμενα της Γραμμικής Γραφής Β΄ του 14ου αι. π.X. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αι. π.X.), δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αι. π.X.) και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά. Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica. Γύρω στο 1700 π.Χ. πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Η πόλη της Κνωσού αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.

 

Το 1450 π.Χ., μετά από μερική καταστροφή της Κνωσού, εγκαθίστανται στην πόλη Μυκηναίοι, χωρίς όμως να ξανακτίσουν τα ανάκτορα. Από τις επόμενες περιόδους σώζονται λίγα λείψανα, τα περισσότερα από τα οποία είναι τάφοι και ένας μικρός κλασικός ναός στην περιοχή του ανακτόρου. Μεγάλη άνθιση γνώρισε η πόλη κατά την ελληνιστική περίοδο (ιερό Γλαύκου, ιερό Δήμητρας, λαξευτοί τάφοι, χρήση βόρειου νεκροταφείου, οχυρωματικοί πύργοι). Το 67 π.X. ο Quintus Caecilius Metellus Creticus κατέλαβε την Κνωσό και ίδρυσε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Colonia Julia Nobilis. Στην περίοδο αυτή ανήκει η ''έπαυλη του Διονύσου'' με τα θαυμάσια ψηφιδωτά.

 

Στη βυζαντινή εποχή η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αι. μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει να ξεχνιέται σιγά-σιγά. Ένας μικρός οικισμός κτίστηκε πάνω στα ρωμαϊκά ερείπια και αναφέρεται σαν ''Μακρύτοιχος'', παίρνοντας το όνομα του από ένα μακρύ τοίχο, λείψανο της ρωμαϊκής Κνωσού.

 

Η Κνωσός εντοπίστηκε το 1878 από το Mίνωα Kαλοκαιρινό. Ο A. Evans άρχισε συστηματικές ανασκαφές το 1900, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1931 με την ανακάλυψη του ανακτόρου, μεγάλου τμήματος της μινωικής πόλης και των νεκροταφείων. Έκτοτε συνεχίζονται οι ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Kνωσού από την Αγγλική  Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

 



The most important monuments of the site are:

 

The Palace of Knossos. It is the largest of the preserved Minoan palatial centres. Four wings are arranged around a central courtyard, containing the royal quarters, workshops, shrines, storerooms, repositories, the throne room and banquet halls. Dated to 2000-1350 B.C.

 

The Little Palace. It lies to the west of the main palace and has all the features of palatial architecture: scraped wall masonry, reception rooms, a pristyle hall, a double megaron with polythyra (pi er-and-door partitions) and a lustral basin-shrine. Dated to the 17th-15th centuries B.C.

 

The Royal Villa. It lies to the NE of the palace and its architectural form is distinguished by the polythyra, the pillar crypt and the double staircase, with two flights of stairs. It is strongly religious in character and might have been the residence of an aristocrat or a high priest. Dated to the 14th century B.C.

 

House of the Frescoes. It is located to the NW of the palace and is a small urban mansion with rich decoration on the walls. Dated to the 15th, 14th-12th centuries B.C.

 

Caravanserai. It lies to the south of the palace and was interpreted as a reception hall and hospice. Some of the rooms are equipped with baths and decorated with wall paintings.

 

The "Unexplored Mansion". Private building, probably of private-industrial function, to the NW of the palace. It is rectangular, with a central, four-pillared hall, corridors, storerooms and remains of a staircase. Dated to the 14th-12th centuries B.C.

 

Temple Tomb. It is located almost 600 m. to the south of the palace and was connected with the "House of the High Priest" by means of a paved street. It seems that one of the last kings of Knossos (17th-14th centuries B.C.) was buried here. Typical features of its architecture are the hypostyle, two-pillar crypt, the entrance with the courtyard, the portico and a small anteroom.

 

House of the High Priest. It lies 300 m. to the south of Caravanserai and contains a stone altar with two columns, framed by the bases of double axes.

 

The South Mansion. Private civic house, located to the south of the palace. It is a three-storeyed building with a lustral basin and a hypostyle crypt, dating from the 17th-15th centuries B.C.

 

Villa of Dionysos. Private, peristyle house of the Roman period. It is decorated with splendid mosaics by Apollinarius, depicting Dionysos. The house contains special rooms employed for the Dionysiac cult. Dated to the 2nd century A.D.


Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...