«Καὶ ὅπως ὁ στρατὸς προχωροῦσε
προς τὸν Στρυμόνα, ἐκεῖ πρὸς τὴν μεριὰ ποὺ δύει ὁ ἥλιος, ἦταν
ἕνας γυαλός, καὶ ἐκεῖ κοντὰ ἦταν μία κατοικημένη πόλη,
ἡ Ἄργιλος. Αὐτὴ καὶ ὅλη ἡ χώρα πάνω ἀπ’ αὐτὴν ὀνομαζόταν Βισαλτία».
Μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Ἡρόδοτος:
Ὡς δὲ ἀπὸ τοῦ Στρυμόνος ἐπορεύετο ὁ στρατός, ἐνθαῦτα πρὸς ἡλίου δυσμέων ἐστὶ αἰγιαλός, ἐν τῷ οἰκημένην Ἄργιλον πόλιν παρεξήιε· αὕτη δὲ καὶ ἡ κατύπερθε ταύτης καλέεται Βισαλτίη.1
Οἱ ἐκβολὲς τοῦ Στρυμόνα ἦταν τὰ σύνορα τῆς Βισαλτίας. Ἀπὸ τὸν Στράβωνα γνωρίζουμε τὴν ὀνομασία
τῶν διαφόρων φύλων ποὺ κατοικούσαν ἐκεῖ:
Ἠδωνοὶ δὲ καὶ Βισάλται τὴν
λοιπὴν (Μακεδονίαν) μέχρι Στρυμόνος· ὧν οἱ μὲν αὐτὸ τοῦτο προσηγορεύοντο
Βισάλται, Ἠδωνῶν δ’ οἱ μὲν Μυγδόνες, οἱ δὲ Ἤδωνες, οἱ δὲ Σιθῶνες.2
Ὁ Στράβων μᾶς δίνει καὶ τὴν
καλύτερη περιγραφὴ τῆς χώρας: Στὰ βόρεια τῆς Ἀμφίπολης, γράφει, κατοικοῦσαν οἱ
Βισάλτες. Ἡ χώρα τους ἐκτεινόταν ὡς τὴν πόλη τῆς Ἡράκλειας καὶ κατεῖχαν μία
πλούσια πεδιάδα ποὺ διέσχιζε ὁ Στρυμόνας. Ἡ πηγὴ του ἦταν στὴν χώρα τῶν Ἀγριάνων·
διέσχιζε τὴν χώρα τῶν Μεδῶν καὶ τῶν Σιντῶν καὶ εἶχε τὶς ἐκβολές του ἀνάμεσα στὴν
χώρα τῶν Βισαλτῶν καὶ τῶν Ὀδομάντων.3
Βέβαια, ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τῆς περιγραφῆς τοῦ Στράβωνος ἀφήνει νὰ ὑποθέσουμε
ὅτι οἱ Βισάλτες ζοῦσαν καὶ ἀνατολικὰ τοῦ Στρυμόνα, ἀφοῦ μᾶς λέγει ὅτι τὴν χώρα
διέσχιζε ὁ ποταμός.
Δὲν θὰ ὑπεισέλθουμε ἐδῶ σὲ
προβλήματα ἱστορικῆς ἔρευνας. Δὲν γνωρίζουμε, λόγου χάριν, τὸν ἀριθμὸ τῶν λιμνῶν (μία ἢ πολλές;) ποὺ σχημάτιζε ὁ Στρυμόνας ἀνάμεσα στὸ σημερινὸ Σιδηρόκαστρο καὶ τὴν Ἀμφίπολη.
Στὴν εὔφορη κοιλάδα τοῦ
Στρυμόνα βοσκοῦσαν μεγάλα κοπάδια. Κτηνοτρόφοι οἱ Βισάλτες, ἦταν γνωστοὶ γιὰ τὸν
τρόπο ποὺ θεράπευαν τὶς πληγὲς τῶν ζώων. Καὶ θὰ ἔπρεπε ἡ θεραπευτική τους
μέθοδος νὰ εἶχε διαδοθεῖ μέσα ἀπὸ τοὺς χρόνους, ἀφοῦ τὴν ἀναφέρει ὁ Βιργίλιος: ὅταν
ὁ πόνος φθάνει ὡς τὰ κόκαλα τῶν ζώων καὶ ὁ πυρετὸς τὰ καίει, ἦταν πάντα εὐεργετικὸ
νὰ κάνουν νὰ πέσει ὁ πυρετός τρυπώντας τὴν φλέβα κάτω ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει τὸ πόδι,
γιὰ νὰ ξεπηδήσει τὸ αἷμα· ἔτσι συνηθίζουν νὰ κάνουν οἱ Βισάλτες.4
Γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ
βασιλείου τῶν Βισαλτῶν σαφεῖς πληροφορίες μᾶς δίνει ὁ Θουκυδίδης,5 ποὺ ὀνομάζει Μυγδονία ὅλη τὴν χώρα ἀνάμεσα
στὸν Ἀξιὸ καὶ τὸν Στρυμόνα καὶ μᾶς
λέγει ὅτι ἡ Βισαλτία ἀνῆκε στὴν Μακεδονία,γιατὶ τὰ ὅρια εἶχαν ἐπεκταθεῖ ὡς τὸν
Στρυμόνα τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου τοῦ Α΄.
Εἶχαν φήμη πολεμιστῶν οἱ
Βισάλτες. Ἀρνήθηκαν νὰ ἀκολουθήσουν τοὺς Πέρσες, σὰν πέρασε ὁ περσικὸς στρατὸς ἀπὸ
τὰ μέρη τους γιὰ νὰ κατέβει πρὸς νότο νὰ κατακτήσει τὴν Ἑλλάδα· ἀλλὰ καὶ πάλι,
σὰν τοὺς κατέκτησαν οἱ Μακεδόνες, πολλὲς φορὲς πολέμησαν γιὰ ν’ ἀπελευθερωθοῦν.
Ἡ Βέργη ἦταν κτισμένη στὴν
δυτικὴ ὄχθη τοῦ Στρυμόνα.
Εἶναι δύσκολο,ὡστόσο,νὰ
προσδιορίσουμε τὴν ἀκριβὴ τοποθεσία της. Ἐρευνητὲς καὶ ἱστορικοὶ διαφωνοῦν.Ἄλλοι
τὴν τοποθετοῦν στὴν σημερινὴ Νιγρίτα, ἄλλοι στὸ 70ὸ χλμ. τοῦ δρόμου
Θεσσαλονίκης-Σερρῶν, ἄλλοι στὸ Ζερβοχώρι, ἄλλοι πάλι κοντὰ στὸ χωριὸ Κοπάτσι, τὴν
σημερινὴ Βέργη.6
Ἡ Βέργη ἀνῆκε στὴν ἀττικοδηλιακὴ
συμμαχία.7 Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθαυτὸ θὰ
μποροῦσε να ἀμφισβητηθεῖ, ἂν δὲν εἴχαμε τὶς μαρτυρίες τῶν καταλόγων τοῦ φόρου
ποὺ οἱ κάτοικοι πλήρωναν κάθε χρόνο στὴν συμμαχία.
Ἀναφέρονται τὰ ἔτη: 452,
451, 447, 435, 433, 432· τελευταία χρονολογία τὸ 424 π.Χ. 8
Ὁ Πλούταρχος,9 στὴν ἐξιστόρηση τῆς ζωῆς τοῦ Περικλῆ,
πληροφορεῖ ὅτι στὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. ὁ
Περικλῆς ἀπέστειλε χίλιους Ἀθηναίους κληρούχους νὰ ἐγκατασταθοῦν ὡς ἔποικοι (οἰκήτορες) ἀνάμεσα στοὺς Βισάλτες: πρὸς
δὲ τούτοις χιλίους μὲν ἔστειλεν εἰς
Χερρόνησον κληρούχους […] εἰς δὲ Θρᾴκην χιλίους
Βισάλταις συνοικήσοντας;
Πλούσια πόλη ἡ Βέργη ποὺ –
κατὰ τὸν Στράβωνα – ἀπῆχε διακόσια στάδια ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολη.10
Τὰ μεταλλεῖα της δίνουν ἀσήμι.
Οἱ Βισάλτες κόβουν νομίσματα.11
Νομίσματα σημαίνει οἰκονομικὴ
ζωή, ἐμπόριο, ἐπικοινωνία μὲ ἄλλες πόλεις, διακίνηση ἐμπορευμάτων ἀλλὰ καὶ ἰδεῶν.
Εἶναι ἄραγε παρακινδυνευμένο
νὰ ὑποθέσουμε ὅτι οἱ κάτοικοί της ἦταν ταξιδευτές, γνώριζαν ἄλλα μέρη, ἄλλους
λαούς; Πιστεύω ὅτι εἶναι εὔλογο νὰ δεχθοῦμε
τὴν ὑπόθεση.
Ἡ Βέργη ἔχει συνδέσει τὸ ὄνομά
της μὲ τὸν Ἀντιφάνη, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πλέον στὶς πηγὲς ὡς Ἀντιφάνης ὁ Βεργαῖος.
Ὁ Ἀντιφάνης, ἱστορικὸ
πρόσωπο, εἶναι παράξενη προσωπικότητα. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πρόσωπο σοβαρό, καὶ ἀπὸ
τὸ ἄλλο ἄνθρωπος ποὺ δὲν τὸν παίρνουν στὰ σοβαρά. Δὲν τὸν πιστεύουν, δὲν δίνουν
πίστη στὰ ὅσα διηγεῖται· ἡ Βέργη ἔγινε γνωστὴ γιὰ τὰ ἄπιστα ποὺ ὁ Ἀντιφάνης ἔλεγε.
Αὐτὰ διαβάζουμε στὶς πηγές. Ἂς τὰ προσέξουμε.
Σὲ μιὰ παλιὰ ἐπιγραφὴ ποὺ
βρέθηκε στὴν Ἐπίδαυρο ἀναγράφεται τὸ ὄνομά του, μαζί μὲ ἄλλα ὀνόματα, σὲ ἕναν
κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιωματούχων τοῦ περίφημου Ἱεροῦ τοῦ Ἀσκληπιοῦ στὶς
διάφορες πόλεις κατὰ τὰ ἔτη 365-311 π.Χ. Ἦταν ὁ κατάλογος τῶν θεωροδόκων.12
Τί ἦταν οἱ θεωροδόκοι; Σήμερα θὰ τοὺς ὀνομάζαμε
ἐπίτιμους προξένους. Ἦταν πρόσωπα ποὺ εἶχαν μία συγκεκριμένη ἀποστολή. Ἔργο
τους ἦταν νὰ ὑποδέχονται, στὴν πόλη τους, ἀπεσταλμένους τοῦ Ἱεροῦ – τοὺς θεωροὺς
–ποὺ ταξίδευαν γιὰ νὰ πληροφορήσουν τὶς ἄλλες πόλεις γιὰ τὶς τελετὲς τοῦ Ἱεροῦ
καὶ νὰ συγκεντρώσουν τὰ ἀπαραίτητα χρήματα. Στὶς πόλεις ποὺ ἐπισκέπτονταν τοὺς ὑποδέχονταν
καὶ τοὺς φιλοξενοῦσαν οἱ θεωροδόκοι, πρόσωπα μὲ κοινωνικὴ θέση καὶ ὑπόληψη και,
φυσικά, μὲ οἰκονομικὴ ἄνεση.
Ὁ Ἀντιφάνης ἐξετέλεσε χρέη
θεωροδόκου γιὰ ἕνα ἀρκετὰ μεγάλο διάστημα. Ἡ θέση ἦταν τιμητική. Ἔχουμε λοιπὸν ἕνα
ἐνδιαφέρον ἱστορικὸ στοιχεῖο. Προσδίδει στὴν εἰκόνα τοῦ εὐφυολόγου καὶ τὴν
διάσταση τοῦ σοβαροῦ προσώπου. Ἀστεῖες καὶ φανταστικὲς ἱστορίες ἔλεγε, δὲν ἦταν
ὅμως ἀστεῖο πρόσωπο. Ἀπὸ σύγκριση χρονολογιῶν φαίνεται πὼς ἡ φήμη του ὡς παραδοξολόγου
ἄρχισε νὰ ἁπλώνεται πολὺ μετὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία διατέλεσε
θεωροδόκος.
Τὸ ὄνομα Ἀντιφάνης δὲν εἶναι
σπάνιο.13
Γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του ὅμως
ὑπῆρξε σύγχυση. Γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα οἱ φιλόλογοι ἐρευνητές, στηριγμένοι στὶς
πληροφορίες ποὺ ὁ Στέφανος ἀπὸ τὸ Βυζάντιο δίνει στὸ μεγάλο λεξικό του τὰ Ἐθνικὰ
καὶ συγκεκριμένα στὴν λέξη «Βέργα», ταύτισαν τὸν Ἀντιφάνη ἀπὸ τὴν Βέργη μὲ τὸν
ποιητὴ καὶ συγγραφέα κωμωδιῶν τῆς ἐποχῆς τῆς μέσης κωμωδίας:
Βέργη. Πόλις Θρᾴκης πρὸς τῇ
Χερσονήσῳ, τὸ ἐθνικὸν Βεργαῖοι, Στράβων δὲ κώμην αὐτὴν λέγει, ἐξ ἧς ὁ Βεργαῖος Ἀντιφάνης
ὁ κωμικός. ἄπιστα δὲ οὗτος συνέγραψεν, ὥς φασιν· ἀφ’ οὗ καὶ παροιμία βεργαΐζειν
ἀντὶ τοῦ μηδὲν ἀληθὲς λέγειν.14
Ἔκτοτε ὅμως τὰ δύο πρόσωπα
ξεχώρισαν. Ὁ Ἀντιφάνης ἀπὸ τὴν Βέργη εἶναι ἄλλος απὸ τὸν Ἀντιφάνη τῆς μέσης
κωμωδίας.15
Ὁ W. Schmid ξεχωρίζει τὰ δύο
πρόσωπα· καὶ τὸν διακρίνει μάλιστα ἀπὸ ἕναν ἄλλο Ἀντιφάνη τὸν ὁποῖο μνημονεύει ὁ
Ἀντώνιος Διογένης.
Γεγονὸς εἶναι πάντως ὅτι ἡ
πόλη τοῦ Στρυμόνα ἔγινε τόσο γνωστὴ ἐξαιτίας τοῦ Ἀντιφάνη, ὥστε νᾶ ἀποκτήσει ἡ ἑλληνικὴ
γλῶσσα δύο νέες λέξεις:
ὅποιος ἀφηγεῖται παράδοξα καὶ
φανταστικά, ὅπως ὁ Ἀντιφάνης ἀπὸ τὴν Βέργη, «βεργαΐζει». Ὅποιος λέει ψέμματα εἶναι
«βεργαῖος». Νὰ μιὰ μνήμη ποὺ θὰ ἀντέξει στὸν χρόνο, ἀφοῦ οἱ λέξεις πολιτογραφοῦνται
πιὰ στὴν γλῶσσα καὶ φθάνουν ἕως ἐμᾶς.
Ὁ Στράβων, ὁ ὁποῖος
μνημονεύει τὸ Βεργαῖον διήγημα,16
τοποθετεῖ τὸν Ἀντιφάνη μαζὶ μὲ τὸν Πυθέα, τὸν ταξιδευτὴ ἀπὸ τὴν Μασσαλία ποὺ ἔφθασε
ὣς τὰ σύνορα τῆς Ἀρκτικῆς, καὶ τὸν Εὐήμερο ἀπὸ τὴν Μεσσήνη, μὲ τὶς ταξιδιωτικές
του περιγραφὲς στὸν Ἰνδικὸ Ὠκεανό, στοὺς ἀναξιόπιστους ἀφηγητὲς ταξιδιῶν γνωστοὺς
γιὰ τὰ ψέμματά τους:17 Οὐ πολὺ οὖν ἀπολείπεται
ταῦτα τῶν Πυθέου καὶ Εὐημέρου καὶ Ἀντιφάνης ψευσμάτων.18
Καὶ ὁ Φώτιος ὅμως ἀναφέρει τὸν
Ἀντιφάνη. Νά μὲ ποιὰ ἀφορμή:
Ὁ Ἀντώνιος Διογένης, ὁ ὁποῖος
ἔζησε γύρω στὰ τέλη τοῦ 1ου αἰ. καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰ., εἶχε γράψει ἕνα
μυθιστόρημα μὲ τὸν τίτλο Τὰ ὑπὲρ Θούλην ἄπιστα. Ἡ Θούλη ἦταν τὸ ὄνομα τῆς
βορειότερης χώρας τῆς Εὐρώπης,πρὸς τὴν Ἀρκτική, τὴν ὁποία ἀνακάλυψε τὸν 4ο αἰ.
π.Χ. ὁ γνωστὸς Ἕλληνας θαλασσοπόρος Πυθέας ἀπὸ τὴν Μασσαλία καὶ τὴν ὁποία
περιέγραψε στὸ ἔργο του Περὶ Ὠκεανοῦ. Ἴσως πρόκειται γιὰ τὴν σημερινὴ Ἰσλανδία ἢ
ἀκόμη καὶ τὴν Νορβηγία. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν προσδιορίσουμε μὲ ἀκρίβεια. Οἱ ἀφηγήσεις
γύρω ἀπὸ μακρινὲς χῶρες ἐξάπτουν τὴν φαντασία, ὅπως συνέβη καὶ στὴν περίπτωση
τοῦ Διογένη Ἀντωνίου. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ τίτλος Ἄπιστα ἢ Περὶ ἀπίστων ἦταν
διαδεδομένος καὶ συνόδευε τὶς φανταστικὲς καὶ παράδοξες ἱστορίες ποὺ κυκλοφοροῦσαν
μὲ ἀφορμὴ τὶς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις. Ὁ Φώτιος, ὁ ὁποῖος διάβασε τὸ
μυθιστόρημα τοῦ Ἀντ. Διογένη,στὴν περίληψη ποὺ δίνει τὸ σχολιάζει ὡς ἑξῆς:
μνημονεύει [ἐνν. τὸν Ἀντ.Διογένη] […] ἀρχαιοτέρου τινὸς Ἀντιφάνους, ὅν φησι περὶ
τοιαῦτὰ τινα τερατολογήματα κατεσχολακέναι.19
Πῶς ἐξηγεῖται ὡστόσο ἡ στροφὴ
στὶς φανταστικὲς ἱστορίες; Εἶναι προσωπικὸ γνώρισμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ γενιέται
μὲ προδιάθεση στὴν μυθοπλασία, ἢ μήπως εἶναι γενικότερη τάση ποὺ παρατηρεῖται ἐκείνη
τὴν ἐποχή; Τὸ ἐρώτημα μὲ ἀπασχόλησε ἀρκετὸ καιρό. Ὁ Ἀντιφάνης ζεῖ στὸν 4ο αἰ.
πρὶν τὸν Ἐρατοσθένη. Μποροῦμε νὰ μὴν σκεφθοῦμε ὅτι εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων
ταξιδιῶν; Μποροῦμε νὰ μὴν θυμηθοῦμε ὅτι στὶς περιγραφὲς ξένων λαῶν, σὲ μακρινὲς
χῶρες, ἡ φαντασία ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τῆς πραγματικότητας;Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ χρόνια πρὶν
τὸν Ἀντιφάνη, ὁ Ἑκαταῖος εἶχε καταγράψει τὶς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὰ ταξίδια ποὺ
εἶχε κάνει στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἀσία, καὶ στὰ ὁποῖα εἶχε προφανῶς ἀφηγηθεῖ καὶ ἀρκετὲς
παραδοξολογίες.Πῶς ἀλλιῶς ἐξηγεῖται ἡ κριτικὴ τοῦ Στράβωνος στὸν Ἑκαταῖο, τὸν ὁποῖον
κατατάσσει σ’ αὐτοὺς ποὺ μυθογραφοῦν;20
Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Κτησία ἀπὸ τὴν Κνίδο (τέλη 5ου-ἀρχές 4ου αἰ. π.Χ.) δὲν ἔχουμε περιγραφὲς τῆς Ἰνδίας καὶ ἐξωτικῶν πουλιῶν καὶ ζώων, ὅπως,π.χ., τῶν παπαγάλων ποὺ ἔχουν μαῦρα γένεια καὶ μιλοῦν ἰνδικά – ἀλλἀ καὶ ἑλληνικά, ἂν τὰ διδαχθοῦν – ἢ ἀκόμη τοῦ Μαρτιχόρα, ἑνὸς θηρίου μὲ οὐρὰ σκορπιοῦ καὶ βέλη ποὺ σκοτώνουν στὴν οὐρὰ καὶ τὸ κεφάλι, καὶ ἀκόμη ἀνθρώπων μὲ κεφάλι σκύλου ποὺ γαυγίζουν;
Νὰ κάνουμε τὴν εὔλογη σκέψη ὅτι τὴν ἐποχὴ τῆς διείσδυσης τῶν Ἑλλήνων στὴν Ἀσία στοὺς χρόνους τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, δηλαδὴ τὴν ἐποχὴ ποὺ ζεῖ ὁ Ἀντιφάνης, καὶ μὲ τὴν ἐπίσκεψη καινούργιων τόπων, μὲ τὴν γνωριμία μὲ ξένους λαοὺς, ἡ φαντασία τῶν πολυταξιδευμένων ἀφέθηκε νὰ παίξει ἀνεξέλεγκτα;
Οἱ κάτοικοι τῆς Βέργης, μὲ τὸ ἐμπόριο τους, ἦταν ἀσφαλῶς ἀνοιχτοὶ σὲ συναλλαγὲς μὲ κατοίκους ἄλλων περιοχῶν. Εἶναι εὔκολο νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἱστορίες, ἀνέκδοτα καὶ παραμύθια κυκλοφοροῦσαν ἀπὸ στόμα σὲ στόμα.
Τὰ ἀπίστευτα τοῦ Ἀντιφάνη
βρίσκουν ἕτοιμο τὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀκουσθοῦν.
Καὶ ἀκούσθηκαν. Τόσο μακριὰ
μάλιστα ποὺ ὁ Πλούταρχος, ὁ ὁποῖος πεθαίνει πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια ἀργότερα
(120 μ.Χ.), θυμᾶται τὸν Βεργαῖο «ψεύτη» καὶ τὸν μνημονεύει.
Ἡ μαρτυρία τοῦ Πλουτάρχου εἶναι
πολύτιμη.21 Ἀναφέρει μία ἀπὸ τὶς ἀπίστευτες ἱστορίες τοῦ Ἀντιφάνη. Ἂς τὴν ἰδοῦμε
ἀπὸ κοντά:
Στὴν πραγματεία του «Πῶς αἰσθάνεται
κανεὶς ὅτι προκόβει στὴν ἀρετή;» (Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ προκόπτοντος ἐπ’ ἀρετῇ;,
Moralia Ι) ὁ Πλούταρχος θέλει νὰ ἀντικρούσει τοὺς στωικοὺς οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν ὅτι
μόνον ὁ σοφὸς εἶναι ἐνάρετος καὶ πώς, ἂν ἕνας ἄνθρωπος δὲν εἶναι τέλειος,σοφός,
δὲν ἔχει σημασία πόσο μικρὰ ἢ μεγάλα εἶναι τὰ ἐλαττώματά του.
Ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὅτι προοδεύει
κανεὶς στὴν ἀρετὴ ὅπως καὶ στὴν μάθηση τῆς φιλοσοφίας. Ἂν τὸ αἰσθανθεῖ κανεὶς αὐτό,
τότε διώχνει μακριὰ τὸν φθόνο καὶ τὴν ζήλεια καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ πιέζουν τὸν ἄνθρωπο,
ὅταν πρωταρχίζει νὰ μαθαίνει φιλοσοφία.
Πρόοδος ἐπέρχεται ἀκόμη καὶ
στὸν τρόπο τῆς ὁμιλίας. Ὅλοι οἱ νέοι ἐπιθυμοῦν νὰ χρησιμοποιοῦν λόγους ποὺ ἐντυπωσιάζουν·
σὰν πουλιὰ ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὴν φιλοσοφία τους νὰ φθάσουν στὰ ὕψη τῆς γνώσης, ἐνῶ
ἄλλοι, σὰν σκυλάκια, χαίρονται νὰ τραβοῦν καὶ νὰ σχίζουν, καὶ ἀσχολοῦνται μὲ ἐριστικοὺς
λόγους καὶ μὲ σοφίσματα, ἄλλοι πάλι συγκεντρώνουν ἀποφθέγματα καὶ ἀνέκδοτα, γιὰ
νὰ τὰ παρουσιάζουν σὲ ὁμήγυρεις. Ἀλλά, ὅπως ὁ Ἀνάχαρσις ὁ Σκύθης ποὺ ἔλεγε ὅτι
δὲν εἶδε ποτὲ τοὺς Ἕλληνες νὰ κάνουν τίποτε ἄλλο μὲ τὰ χρήματά τους παρὰ νὰ τὰ
μετροῦν, ἔτσι καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι φυλάγουν τὰ εὐφυολογήματα καὶ τὶς ἱστορίες,
χωρὶς νὰ ἔχουν ποτὲ οἱ ἴδιοι κανένα ὄφελος.
Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς
πραγματείας, ὁ Πλούταρχος θυμίζει τὴν ἱστορία τοῦ Ἀντιφάνη ποὺ κάποιος ἔλεγε ὅτι
ταιριάζει στοὺς μαθητὲς τοῦ Πλάτωνος.
Νά ἡ ἱστορία στὸν Πλούταρχο:
«Ὁ Ἀντιφάνης ἔλεγε, ἀστειευόμενος,
ὅτι σὲ κάποια πόλη μόλις οἱ ἄνθρωποι πρόφεραν λέξεις (λόγια) αὐτὲς πάγωναν ἀπὸ
τὸ κρύο. Ἀργότερα, ὅταν περνοῦσε τὸ κρῦο, ἔλυωναν οἱ λέξεις, ἄκουγαν οἱ ἄνθρωποι
τὸ καλοκαίρι αὐτὰ ποὺ εἶχαν συζητηθεῖ τὸν χειμῶνα. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς μαθητὲς
τοῦ Πλάτωνος, οἱ ὁποῖοι ὅ,τι ἄκουγαν, ὅσο ἦταν νέοι, τὸ κατανοοῦσαν ἀφοῦ πιὰ εἶχαν
γεράσει».
συμβαίνει δὴ τὸ τοῦ Ἀντιφάνους,
ὅ τις εἶπεν 〈ἐπὶ〉 τῶν
Πλάτωνος συνήθων. ὁ γὰρ Ἀντιφάνης ἔλεγε παίζων ἔν τινι πόλει τὰς φωνὰς εὐθὺς
λεγομένας πήγνυσθαι διὰ ψῦχος, εἶθ’ ὕστερον ἀνιεμένων ἀκούειν θέρους ἃ τοῦ χειμῶνος
διελέχθησαν· οὕτω δὴ τῶν ὑπὸ Πλάτωνος ἔφη νέοις οὗσι λεχθέντων μόλις ὀψὲ τοὺς
πολλοὺς αἰσθάνεσθαι γέροντας γενομένους.22
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Ἀντιφάνη:
εὐφυέστατη, ὡραία παραδοξολογία.
Τόσο ὡραῖα ποὺ ἕνας νεότερος
μελετητής, ὁ Γερμανὸς Otto Weinreich, παρομοίασε τὸν Ἀντιφάνη μὲ ἕναν ἄλλο, μὲ
τὸν ἐξίσου διάσημο γιὰ τὶς ψεύτικες καὶ φανταστικὲς ἱστορίες του, γνωστὸ σὲ ὅλα
τὰ παιδιὰ, Βαρόνο Μυγχάουζεν(«Des
Freiherrn von Münchhausen wundabare Reise und Abenteuer zu Wasser und zu Lande, wie er sie bei einer Flasche im Kreis seiner Freunde selbst zu erzählen»),
καὶ ἀφιέρωσε μάλιστα μελέτη στὸν παραλληλισμὸ αὐτόν.23
Ὁ Ἀντιφάνης λοιπὸν ἀπὸ τὴν
Βέργη εἶναι ὁ Μυγχάουζεν τῆς ἀρχαιότητας.
Νά γιατὶ ἡ Βέργη ἀπέκτησε
φήμη ποὺ ξεπέρασε τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῆς ἀρχαίας Βισαλτίας.
Ὁ Πλούταρχος εἶναι ὁ
συγγραφέας ποὺ διαβάζεται περισσότερο στὴν Ἀναγέννηση, σὰν ξύπνησε τὸ ἐνδιαφέρον
γιὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς Λατίνους συγγραφεῖς. Οἱ Βίοι Παράλληλοι εἶναι δημοφιλὲς
ἀνάγνωσμα, διδακτικὸ ἔργο. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τοὺς Βίους, τὰ Ἠθικὰ γίνονται
γνωστὰ μέσα απὸ τὴν βυζαντινὴ καὶ τὴν ἰταλικὴ παράδοση. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ παρουσία
τῆς ἱστορίας τῶν παγωμένων λέξεων στὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία. Θὰ σταθοῦμε σὲ
μερικὲς χαρακτηριστικὲς ἀφηγήσεις.
Ἕνας Ἰταλὸς οὐμανιστὴς ποὺ
ζεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Λουδοβίκου Σφόρτσα – εἴμαστε στὰ τέλη τοῦ 15ου αἰ. –, ὁ
Baldesar Castiglione, γράφει ἕνα βιβλίο μὲ τὸν τίτλο Cortegiano. Ἐκεῖ βρίσκουμε σὲ ἐκτεταμένη
μορφή τὸ παραμύθι μὲ τὶς παγωμένες λέξεις. Τὰ συμφραζόμενα ἀλλάζουν. Ἡ ἱστορία ὅμως
εἶναι ἡ ἴδια. Ὁ Juliano Magnifico διηγεῖται τὴν ἱστορία, ὅπως ὁ ἴδιος τὴν ἄκουσε,ἑνὸς
ἐμπόρου ἀπὸ τὴν Τοσκάνη. Ἤθελε νὰ πάει, λέγει, στὴν Μόσχα νὰ ἀγοράσει γοῦνες, νὰ
τὶς φέρει πίσω στὴν Ἰταλία γιὰ νὰ τὶς πουλήσει. Στὴν Πολωνία ὅμως σταμάτησε.
Γινόταν πόλεμος. Πολεμοῦσαν
οἱ Πολωνοὶ καὶ οἱ Ρῶσοι. Μὲ πολλὲς δυσκολίες μπόρεσε νὰ πείσει – μέσῳ τρίτων –
τοὺς Μοσχοβίτες ἐμπόρους νὰ ἔρθουν μὲ τὶς γοῦνες ὣς τὰ πολωνικὰ σύνορα. Συναντήθηκαν
στὶς ὄχθες ἑνὸς ποταμοῦ, ὁ καθένας ἀπὸ τὴν ἀπέναντι ὄχθη.
Ὁ ποταμὸς τοὺς χώριζε. Ἀπὸ
μακριὰ φώναξαν οἱ Μοσχοβίτες τὴν τιμή. Ὁ ἔμπορός μας δὲν καταλάβαινε.Μόλις
προφέρονταν οἱ λέξεις κρυστάλλωναν στὸν ἀέρα.Γίνονταν πάγος. Οἱ Πολωνοὶ, ποὺ
συνόδευαν τὸν Ἰταλὸ ἔμπορο καὶ γνώριζαν τὸ κλῖμα, ἄναψαν μιὰ μεγάλη φωτιὰ στὴν
μέση τοῦ παγωμένου ποταμοῦ ποὺ ἦταν τὰ σύνορα. Καὶ τότε οἱ λέξεις, οἱ ὁποῖες πρὶν
μία ὥρα εἶχαν παγώσει, ἄρχισαν νὰ ξεπαγώνουν καὶ νὰ ἀκούγονται μουρμουριστά ὅπως
ἀκούγεται τὸ χιόνι σὰν λυώνει καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὰ βουνά. Καὶ τότε κατάλαβε ὁ ἔμπορος
τὶ εἶχαν πεῖ οἱ Μοσχοβίτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀναχωρήσει, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν
στὴν Μόσχα. Ἡ τιμὴ τοῦ φάνηκε πολὺ ὑψηλὴ καὶ ὁ ἔμπορος ἀπὸ τὴν Τοσκάνη γύρισε
στὴν Ἰταλία ἄπρακτος.Ὅλοι ὅσοι ἄκουσαν τὴν ἱστορία γέλασαν. Τὸ μυθιστόρημα
Cortegiano γνώρισε μεγάλη ἐπιτυχία.
Τὸ 1537 γίνεται καὶ ἡ πρώτη
γαλλικὴ μετάφραση – απὸ τὸν Gilles Ménages.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, ὁ
μεγάλος ἑλληνιστὴς τῆς Ἀναγεννήσεως στὴν Γαλλία, ὁ Φραγκῖσκος Rabelais, γιατρὸς
καὶ φιλόσοφος, ἀποθανατίζει καὶ πάλι τὸ ὄνομα τοῦ Ἀντιφάνη.24
Ποιὸς δὲν ἔχει διαβάσει τὸ
δίτομο μυθιστόρημα μὲ τὶς περιπέτειες τοῦ Gargantua καὶ τοῦ γιοῦ του
Pantagruel;Ὁ Rabelais μᾶς διηγεῖται τὴν ἱστορία τοῦ Pantagruel στὸν δεύτερο
τόμο μὲ τίτλο: Τὰ φοβερὰ καὶ τρομερὰ ἔργα καὶ κατορθώματα τοῦ πολύ φημισμένου Pantagruel.
Ὁ Pantagruel καὶ ὁ ὑπηρέτης του Πανοῦργος ξεκινοῦν μὲ τὸ πλοῖο τους «Θαλαμηγὸ»
νὰ γνωρίσουν τὸν κόσμο. Τὶς περιπέτειές τους ἀφηγεῖται ὁ Rabelais. Ἐκεῖ εἶναι
καὶ ἡ γνωστὴ σὲ ὅλους μας ἱστορία μὲ τὰ πρόβατα τοῦ Πανούργου.
Ἀλλά ἂς στραφοῦμε στὶς
παγωμένες λέξεις. Στὸ 4ο βιβλίο καὶ στὸ κεφάλαιο μὲ τὸν τίτλο «Πῶς στὴν ἀνοιχτὴ
θάλασσα ὁ Pantagruel ἄκουσε διά φορα λόγια ποὺ ξεπάγωσαν» διαβάζουμε τὴν ἱστορία
ποὺ μεταφέρουμε περιληπτικά: στὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα ὁ Pantagruel ἄκουσε ξαφνικὰ
φωνὲς,θόρυβο, ποδοβολητὰ ἀλόγων, κλαγγὴ ὅπλων, ποὺ ἔφερνε ὁ ἀέρας απὸ μακριά,
καὶ ποὺ ὅλο δυνάμωναν. Ὁλόγυρα ἡ θάλασσα ἀπέραντη καὶ ἔρημη.Κανεὶς τριγύρω.
Καμία γῆ. Ὁ Πανοῦργος πανικοβλήθηκε: «Χανόμαστε! Ἀκούγονται
κανόνια! Πᾶμε νὰ φύγουμε. Σηκῶστε τὰ πανιά!» φώναζε.
Ὁ Pantagruel ὅμως θέλει νὰ
καταλάβει ἀπὸ ποῦ ἔρχονται οἱ φωνές.
Θυμᾶται τὶ λέγει ὁ Ἀριστοτέλης
γιὰ τὸν Ὅμηρο. Θυμᾶται ὅμως καὶ τὸν Πλάτωνα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ξεπηδᾶ τὸ ὄνομα τοῦ
Ἀντιφάνη! Καὶ ἐδῶ ὁ Rabelais μνημονεύει μὲ μικρὲς παρεκκλίσεις τὴν ἱστορία: ἀπὸ
τὸ κρῦο μόλις οἱ φωνὲς ἀκούγονταν πάγωναν, γιὰ νὰ ξεπαγώσουν ἀργότερα.
Τὸ ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Ἀντιφάνη
ἐμφανίζεται δίπλα σὲ αὐτὸ τοῦ Ὁμήρου,τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Πλάτωνος εἶναι ἐκπληκτικό.
Δείχνει τὴν βαθιὰ μόρφωση τοῦ
Rabelais· φανερώνει ὅμως καὶ τὴν διατήρηση τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀντιφάνη.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ κυβερνήτη τοῦ
πλοίου στὶς ἐρωτήσεις τοῦ Pantagruel μᾶς μεταφέρει στὴν καρδιὰ τῆς ἱστορίας τοῦ
Ἀντιφάνη: σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο,τῆς πολικῆς θάλασσας, ἀπήντησε ὁ κυβερνήτης, ἔγινε
στὶς ἀρχὲς τοῦ χειμῶνα μάχη ἀνάμεσα στοὺς Ἀριμασποὺς καὶ τοὺς Νεφεληβάτες. Οἱ
θόρυβοι καὶ οἱ ἦχοι, ἀπὸ τὴν μάχη, οἱ φωνὲς τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδιῶν
πάγωσαν.Ἦταν χειμῶνας. Τώρα ποὺ πέρασε ὁ χειμῶνας, οἱ ἦχοι καὶ οἱ φωνὲς
λυώνουν·ἔτσι φθάνουν ἕως ἐμᾶς.
Ἡ ἱστορία βέβαια
συνεχίζεται. Τὴν σταματῶ ἐδῶ.
Ἀπὸ τὸν Πλούταρχο στὸν
Rabelais οἱ λεπτομέρειες χάνονται, ἡ ἱστορία μεταφέρεται μὲ λάθη. Ὁ Ἀντιφάνης δὲν
ἦταν μαθητὴς τοῦ Πλάτωνος!25
Ὁ Ἀντιφάνης ὁ Βεργαῖος συγχέεται μὲ τὸν Ἀντιφάνη τῆς μέσης κωμωδίας. Μάχη ἀνάμεσα στοὺς μονόφθαλμους Ἀριμασπεῖς
καὶ τοὺς Νεφεληβάτες δὲν
ἦταν γνωστή! Ποιοὶ εἶναι οἱ
Νεφεληβάτες; Γνωρίζουμε βέβαια τοὺς Νεφελοκένταυρους τοῦ Λουκιανοῦ (ἀληθοῦς ἱστορίας
α΄-β΄).
Οἱ φιλόλογοι ἔχουν ἐπισημάνει
καὶ τὰ λάθη καὶ τὴν «προσαρμογή» τῆς ἱστορίας στὰ συμφραζόμενα τοῦ
μυθιστορήματος Τὰ ὑπὲρ Θούλην ἄπιστα.
Νά τὶ γράφει ὁ Weinreich: «Τὸ
ἐπεισόδιο τοῦ Rabelais εἶναι ἀσφαλῶς τὸ πρῶτο κορυφαῖο σημεῖο τέχνης στὴν ἱστορικὴ
παράδοση τῶν ἀπίστων καὶ ψεύτικων ἱστοριῶν. Καὶ δὲν μειώνεται ἡ ἀξία της ἂν ἕνα
μέρος ξεπερνᾶ τὸν Πλούταρχο καὶ χρεώνεται στὸν Ἀντώνιο Διογένη […]».26
Ἡ σημαντικὴ παραλλαγὴ τῶν ἤχων
τῆς μάχης θὰ ἐνσωματωθεῖ στὶς μετέπειτα ἱστορίες, καὶ θὰ ἔχουμε, ἀντὶ γιὰ
παγωμένες λέξεις, τοὺς παγωμένους ἤχους τῆς σάλπιγγας στὴν ἱστορία τοῦ Freiherr
Karl Friedrich Hieronymus von Münchhausen.
Δὲν θὰ τὴν διηγηθῶ. Τὴν
γνωρίζουμε ὅλοι.
Νὰ πᾶμε στὴν Ἀγγλία; Νὰ
θυμίσουμε τὸν μεγάλο σατυρικὸ ποιητὴ Samuel Butler καὶ τὸν ἥρωά του τὸν
Hudibras, τὸν παντογνώστη, ποὺ τὸν περιγράφει ὁ ποιητής:
Ὅλα τὰ πράγματα σ’ αὐτὸν
γίνονται πράξεις
Καὶ γνώριζε ἀφαιρτικὰ τὴν
φύση ἀπ’ τὸν καθένα
Ποῦ εἶναι ἡ ὑπόσταση καὶ ποῦ
ἡ οὐσία ἀπ’ τὰ νεκρὰ σώματα
Ποῦ τὸ πνεῦμα τους πετᾶ
Ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅταν ἡ ἴδια
ξεπηδᾶ
Ὅμοια μὲ τὶς λέξεις πού στὸν
Βορρᾶ παγώνουν
Ὅλ’ αὐτὰ τὰ γνώριζε τελείως
καὶ καλά.
(ἐλεύθερη ἀπόδοση)
Περνοῦν οἱ παγωμένες λέξεις
στὰ σατυρικὰ ποιήματα. Περνοῦν στὶς εὔθυμες ταξιδιωτικὲς περιγραφὲς τοῦ Joseph
Anton Stranizky27 ἀπὸ τὴν Λιψία. Ἂς τὶς θυμίσουμε.
Είμαστε στὸ 1717. Τὸ σκηνικὸ
εἶναι ἡ Γροιλανδία καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ κάνει ἕξι μῆνες νύχτα ἔχει περάσει. Προσπαθεῖ
ὁ ἥρωας, ὁ Hans Wurst, νὰ συνομιλήσει μὲ ἕναν κάτοικο τῆς περιοχῆς. Ἀδύνατον.
Μόλις ἄνοιγε τὸ στόμα, οἱ λέξεις παγωμένες κυλοῦσαν κάτω, στὴν γῆ, σὰν βῶλοι ἀπὸ
πάγο.
Χρειάστηκε τότε νὰ ἀνάψουν
μιὰ μεγάλη φωτιά. Τριγύρω βάλανε τὶς λέξεις καὶ αὐτὲς ἄρχισαν, μία μία, νὰ
λύωνουν. Μόνον τότε μπόρεσαν νὰ συνεννοηθοῦν. Βλέπουμε καὶ ἐδῶ ὅτι τὸ πολικὸ
σκηνικὸ ἐπαναλαμβάνεται ὡς σταθερὸ μοτίβο.
Δὲν εἶναι ὅμως μόνο στὴν
λογοτεχνία ποὺ διατηρεῖται ἡ ἱστορία μας. Θὰ τὴν ἰδοῦμε στὰ περίφημα σχέδια τοῦ
ζωγράφου Gustav Doré.
Tὸ 1854 ξεσπᾶ ὁ πόλεμος τῆς
Κριμαίας. Ὁ B. G. Doré ζωγραφίζει μέσα ἀπὸ γελοιογραφίες τὴν ἱστορία τῆς Ἁγίας
Ρωσίας. Σὲ μιὰ ἀπὸ αὐτὲς ἀπεικονίζει τὸν ρωσικὸ στρατὸ νὰ φθάνει στὸν Β. Πόλο. Ὁ
τσάρος Ἰβὰν δίδει διαταγὴ νὰ σαλπίσουν ὑποχώρηση. Ἕκανε ὅμως τόσο κρῦο ποὺ οἱ ἦχοι
μόνο παγωμένοι ἔβγαιναν. Στὸ σχέδιο τοῦ Doré, βλέπουμε νὰ βγαίνουν ἀπό ὀκτὼ σάλπιγγες
παγωμένοι κρύσταλλοι: ἦταν οἱ ἦχοι. Ὁ B. G. Doré εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὰ
σχέδια στὰ Παραμύθια τοῦ Münchhausen.
Ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση φθάσαμε
στὸν προπερασμένο αἰώνα. Σημαίνει ἄραγε ὅτι στοὺς Μέσους Αἰῶνες ἡ ἱστορία τοῦ Ἀντιφάνη
ἦταν τελείως άγνωστη;Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἔχει διασωθεῖ ἕνα λαϊκὸ ἀνάγνωσμα, τὸ
ἔργο τοῦ Sir John Mandeville, ψευδώνυμο ἑνὸς Βέλγου γιατροῦ, τοῦ Jean de
Bourgogne,ὁ ὁποῖος ζεῖ τὸν 14ο. αἰ. στὴν Λιέγη καὶ περιγράφει διάφορα ταξίδια μὲ
τὸν τίτλο The
Voiage and Travayle of Syr John Maundeville, Knight. Ἦταν ἕνα δημοφιλέστατο μεσαιωνικὸ λαϊκὸ
ἀνάγνωσμα.Ἀποσπάσματα αὐτοῦ τοῦ βιβλίου θὰ περάσουν στὴν πολωνικὴ λογοτεχνία τῶν
ταξιδιωτικῶν περιγραφῶν. Ἀξίζει νὰ παραθέσω μερικοὺς στίχους ἀπὸ μιὰ πολωνικὴ
τραγικοκωμωδία μὲ τὸν τίτλο Ἡ νύχτα τῆς νηστείας ἢ τραγικὴ κωμωδία γιὰ τὴν ἐποχὴ
τῆς νηστείας, τὴν νύχτα. Πρόκειται γιὰ ἕναν διάλογο ἀνάμεσα σὲ ἕναν οἰνοπότη καὶ
ἕναν προσκυνητή, τὸν ὁποῖο μεταφέρω σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση:
Οἰν. Ἐκεῖ λοιπὸν ὑπάρχει πολὺ
πάγος;
Προσκ. Σὰν κάποιος μιλήσει
παγώνει τελείως ἡ λαλιά του στὸν ἀγέρα
Πρὶν ἀκόμη στὸ αὐτὶ τοῦ ἄλλου φθάσει
Κἂν τύχῃ νἆναι μακριὰ τότε, ἀπὸ τὸ κρῦο, ὅλον
τὸν χειμῶνα πάγος θὲ νὰ γίνῃ
Στὸν Ἀντιφάνη ἡ μοῖρα ἐπιφύλαξε νὰ ξεπεράσει ἡ φήμη του ὄχι μόνο τὰ σύνορα τῆς πατρίδας του, στὰ χρόνια ποὺ ἔζησε, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα, πολὺ ἀργότερα, νὰ διασχίσει τοὺς αἰῶνες καὶ νὰ διεισδύσει στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό. Πράγματι, ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση καὶ μετὰ ὁ Ἀντιφάνης εἰσέρχεται στὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία καὶ συγκεκριμένα στὸν χῶρο τῶν παραμυθιῶν καὶ τῶν φανταστικῶν ἱστοριῶν. Μὲ τὸν Ἀντιφάνη ἔχουμε στὴν κυριολεξία τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς παραδόσεως διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα κάτι παραδίδεται στὴν ἑπόμενη γενιὰ καὶ παραδίδεται μὲ τὸν ἀσφαλέστερο τρόπο: μέσα ἀπὸ τὰ παραμύθια καὶ τὶς περιπέτειες φανταστικῶν ταξιδιῶν. Ναί, ἀπὸ τὰ παραμύθια. Γιατί τίποτε δὲν
ριζώνει τόσο στὴν φαντασία, τίποτε δὲν διατηρεῖται περισσότερο καὶ καλύτερα στὴν
μνήμη τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὶς ἱστορίες, τοὺς μύθους, τὰ παραμύθια, τὰ φανταστικὰ ταξίδια,
ποὺ διαβάζουμε ἢ ἀκοῦμε, ὅταν εἴμαστε παιδιά.
Θεσσαλονίκη Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλά
Παραπομπές
1. Ἡροδ. Ἱστορίαι Ζ΄
(Πολύμνια) 115.
2. Στράβων Γεωγραφικά Ζ΄ ἀπόσπ.
11ε (= The Geography of Strabo in 8 Volumes (μτφρ. H.
L. Jones), Λονδῖνο, The Loeb
Classical Library, 1969 (11927)).
3. Στράβων, ὅ.π., Ζ΄ ἀπόσπ.
36ε.
4. P. Vergili Maronis Georgicon ΙΙΙ.457-461, Παρίσι,
Les Belles Letres, 1947.
5. Θουκιδίδου Ἱστορίαι, Βιβλίον Β΄, κατὰ μετάφραση Ἐλευθερίου
Βενιζέλου, ἐκδιδόμεναι ἐπιμέλειᾳ Δημητρίου
Κατλαμάνου, Ἐν Ὀξφόρδῃ, ἐκ τοῦ Τυπογραφείου τοῦ Πανεπιστημίου,Μεγ. Βρετανία 1946 (1940),
σσ. 179-180: «Ἀλλά τὴν περὶ τὴν θάλασσαν ἐκτεινομένην χώραν, ἡ ὁποία καλεῖται σήμερον
Μακεδονία, κατέκτησαν πρῶτον καὶ ἐβασίλευσαν ἐπ’ αὐτῆς ὁ πατὴρ τοῦ Περδίκκα Ἀλέξανδρος καὶ
οἱ πρόγονοί του Τημενίδαι […] Κατέκτησαν ὡσαύτως ἀπὸ τὴν Παιονίαν λωρίδα γῆς, ἐκτεινομένην
ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸν κατὰ μῆκος τοῦ Ἀξιοῦ πρὸς τὴν Πέλλαν καὶ τὴν θάλασσαν, καὶ ἐξουσιάζουν
ἥδη πέραν τοῦ Ἀξιοῦ μέχρι τοῦ Στρυμόνος τὴν καλουμένην Μυγδονίαν, ἐκδιώξαντες ἀπ’ αὐτὴν
τοὺς Ἠδῶνας. […] Τὸ οὕτω συγκροτηθὲν βασίλειον τῶν Τημενιδῶν κατέκτησε καὶ ἐξουσιάζει
μέχρι σήμερον τὰ διαμερίσματα ἄλλων φύλων, ὅπως τὸν Ἀνθεμοῦντα, τὴν Γρηστωνίαν, τὴν Βισαλτίαν, καὶ πολὺ
μέρος τῆς καθαυτὸ Μακεδονίας. Ὁλόκληρον, ἐν τούτοις, τὸ κράτος τοῦτο ὀνομάζεται
Μακεδονία, καὶ βασιλεὺς αὐτοῦ, κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰσβολῆς τοῦ Σιλτάκου, ἦτον ὁ
υἱὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου Περδίκκας».
6. Γιὰ περισσότερα γύρω ἀπὸ
αὐτὴ τὴν ἔρευνα βλ. Fanoula
Papazoglou, Les villes de Macedoine de l’époque romaine [BCH, 16], Ἀθήνα, École
Française d᾽Athènes, 1988, σ. 356.
7. N. G. L. Hammond καὶ G. T. Griffith, A History of
Macedonia, Vol. II: 550-336 B.C., Ὀξφόρδη, Clarendon Press, 1979, σ. 117.
8. Hammond καὶ Griffith, ὅ.π., σ. 117.
9. Πλουτ. Βίοι, Περικλῆς XI.5 (= Plutarch’s Lives,
with an English Translation by Bernadotte
Perrin, τ. 8, Λονδῖνο–Cambridge, Mass.,
Heinemann–Harvard University Press, 81916). Πρβ. καὶ
Διοδ. Βιβλιοθήκη Ἱστορική ΧΙΙ.68, Λιψία, B. G.
Teubner, σ. 89.
10. Στράβων, ὅ.π. (σημ. 2), Ζ΄ ἀπ. 36ε: Ἐν δὲ τοῖς
Βισάλταις ἀνὰ ποταμὸν ἰόντι τὸν Στρυμόνα καὶ ἡ Βέργη ἵδρυται, κώμη ἀπέχουσα
Ἀμφιπόλεως περὶ διακοσίους σταδίους (= 37 χλμ.).
11. Ὁ Hammond (Hammond καὶ Griffith, ὅ.π. (σημ. 7), σσ. 111 κ.ἑ.,
117 καὶ 121) δίνει ὡς πιθανὴ ἐξήγηση στὴν ἐπιγραφὴ Βέργαι καὶ Βεργαίου τῶν
νομισμάτων ὅτι ἀφοροῦν δύο περιόδους ὅπου ἡ Βέργη ἀναφέρεται στοὺς καταλόγους εἰσφορῶν
στὸν 4 π.Χ. αἰώνα.
12. Hammond καὶ Griffith, ὅ.π. (σημ. 7), σ. 111. Πρβ.
Otto Weinreich, «“Antiphanes und Münch-hausenˮ. Das antike Lügenmärchen von den
gefrorenen Worden und sein Fortleben im Abendland»,Sitzungsberichte der
Akademie Wien, Philol-histor. Klase 220.4 (1942) 13 σημ. 9.
13. Είκοσι τρία πρόσωπα μὲ τὸ
ὄνομα Ἀντιφάνης ἀναφέρονται στὴν Paulys, Wissowa καὶ Kroll Pealenzyclopädie στὸ ἄρθρο
«Antiphanes», σ. 2521 κ.ἑ. (Wilhelm Schmid).
14. Στέφανος Βυζάντιος, Ἐθνικά,
Βερολῖνο 1849, Graz 1958.
15. F. Susemihl, Geschichte der griechischen Literatur
in alexandriner Zeit, Λιψία, B. G. Teubner,
1891-1892.
16. Στράβων, ὅ.π. (σημ. 2),
Β΄, C 100.
17. Βλ. A. Leski, Ἱστορία τῆς
ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἱστορίας, μτφρ. Ἀ. Τσομπανάκης, Θεσσαλονίκη, Κυριακίδης,
1972, σσ. 799 καὶ 1061 ἀντίστοιχα.
18. Στράβων, ὅ.π. (σημ. 2),
Β΄, C 102.
19. Φώτιος, Βιβλιοθήκη, κῶδιξ
116, σ. 112, α5 (Bekker). Πρβ. καὶ τὰ φληναφήματα τοῦ Ἀντιδάνη στοὺς λίγους
διασωθέντες στίχους τῆς χαμένης κωμωδίας Ἡσιόνη τοῦ ποιητοῦ τῆς μέσης κωμωδίας Ἀλέξη.
20. Στράβων, ὅ.π. (σημ. 2),
Η΄ 3.9: Ἑκαταῖος δ’ ὁ Μιλήσιος […] πολλὰ μὲν οὖν καὶ μὴ ὄντα λέγουσιν οἱ ἀρχαῖοι
συγγραφεῖς, συντεθραμμένοι τῷ ψεύδει διὰ τὰς μυθογραφίας. Λίγο πρὶν εἶχε χαρακτηρίσει
τερατολογίας τὶς πληροφορίες τοῦ Ἑκαταίου γιὰ τὸν Ἴναχο ποταμό (Στράβων,ό.π.,
Ζ΄, C 271).
21. Τὴν σχολιάζει ὁ Urlich Wilamowitz-Moellendorf, Kleine Schriften, IV.
Lesefrüchte und Verwandtes, Βερολῖνο, Akademie Verlag, 1962, σσ. 202 κ.ἑ.
22. Πλούταρχος, Πῶς ἄν τις αἴσθοιτο ἑαυτοῦ
προκόπτοντος ἐπ’ ἀρετῇ; (Moralia Ι, Λονδῖνο,The Loeb Classical Library, 1969
(1927), σ. 157).
23. Weinreich, ὅ.π. (σημ. 12). Ὅλες οἱ πληροφορίες ποὺ
δίνω σχετικὰ μὲ τὴν προέλευση καὶ τὴν τύχη τοῦ παραμυθιοῦ τὶς ἀντλῶ ἀπὸ τὴν ἐργασία
τοῦ Weinreich. Ἡ ἀναζήτησή τους στὶς βιβλιοθῆκες τοῦ Βερολίνου δὲν ἦταν εὔκολη,
γιατὶ πολλὰ τεύχη εἶχαν καεῖ στὸν πόλεμο. Τελικὰ ἦρθε στὰ χέρια μου μὲ τὶς φροντίδες τῆς καθηγήτριας Γεωργίας Ἀποστολοπούλου, ἡ ὁποία τὴν ἀναζήτησε σὲ βιβλιοθῆκες τοῦ Μονάχου.
24. Πρέπει νὰ ἀναφέρω ἐδῶ τὴν
ἔκπληξή μου, ὅταν διάβασα τὸ ὄνομα τοῦ Ἀντιφάνη! Δὲν πίστευα τὰ μάτια μου. Τότε
συνειδητοποίησα τὴν τεράστια σημασία τοῦ παραμυθιοῦ στὴν διατήρηση τῆς
παράδοσης.
25. Τὸ λάθος ὀφείλεται στὸν
Jacques Amyot, ὁ ὁποῖος μετέφρασε τὸν Πλούταρχο (Les Oeuvres morales de
Plutarque, τ. Ι, Παρίσι 1588, σσ. 409 κ.ἑ., κατὰ παράθεση Weinreich, ὅ.π. (σημ.12),
σ. 57).
26. Weinreich, ὅ.π. (σημ.
12), σ. 63
27. J. A. Stranizky, Lustige Reyss-Beschreibung aus
Salzburg in verschiedene Länder, ἐπιμ. R.M. Werner, τ. 6, Βιέννη 1883.
Τερέζα Πεντζοπούλου-Βαλαλᾶ, Ἀρχαία
Βισαλτία. Ὁ Ἀντιφάνης ὁ Βεργαῖος καὶ ἡ ἱστορία τῶν παγωμένων λέξεων, Ελληνικά
65.1(2015),Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, σελ.19-29
👉Αντιφάνης ο Βεργαίος