Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Αξελού. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Αξελού. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Φεβρουαρίου, 2026

Σκέψεις για τον Κώστα Αξελό

 





Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.


Με το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η φιλοσοφία, αν εξαιρέσουμε κάποιες φτωχές επιδόσεις της στο πολιτικό, διέρχεται μια φάση περισυλλογής. Της την επιβάλλει η έκβαση της παγκόσμιας κρίσης που δεν είναι, βέβαια, μόνον οικονομική και γι’ αυτό κλονίζει σε τέτοιο βαθμό την τάξη πραγμάτων που θέσπισε και εδραίωσε, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμο-συστήματος, ο νεώτερος και σύγχρονος δυτικός κόσμος, πράγμα που τον θέτει σε τροχιά μετάβαση.

Ωστόσο, ο στοχαστικός και ποιητικός λόγος, στους αντίποδες της ακαδημαϊκής ή της εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας, χωρίς τις ευκολίες είτε της μιας είτε της άλλης, δίνει το παρόν του μέσα σε κείμενα του Αξελού και αξίζει να τον ακούσουμε, γιατί εμπεριέχουν εν σπέρματι τον κλονισμό της ισχύουσας τάξης του λόγου που επέρχεται. Για τούτο, πιστεύω ότι όσο πιο δύσκολη θα γίνεται η τροπή των πραγμάτων, τόσο θα μεγαλώνει η εξοικείωσή μας με την στοχαστική και ποιητική σκέψη του Κώστα Αξελού. Ο ήρεμος λόγος τον οποίο αρθρώνει μας μαθαίνει πολλά σε μια περίοδο που κατάπληκτοι διαπιστώνουμε πόσο απροετοίμαστοι είμαστε για τις επικείμενες ανακατατάξεις στα πεδία του ισχύοντος λόγου.

Για να κατανοήσουμε την ποιητική, αναστοχαστική σκέψη του Αξελού, χρειάζεται, αφού διαβάσουμε τα κείμενά του, να πάρουμε τις δέουσες αποστάσεις και με τα κλειδιά που μας δίνουν, να περιπλανηθούμε, με τη σειρά μας, στην κοσμική πραγματικότητα, ακολουθώντας τις σκοτεινές, επικίνδυνες, όσο και αναπόφευκτες διαδρομές του φιλοσόφου στην πλανητική εποχή. Λέω αναπόφευκτες γιατί ο Αξελός, μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι παιδί της πλάνης και της ψευτιάς που γι’ αυτό ακριβώς, εναγωνίως αναζητά την αλήθεια. Αν θα έπρεπε σχηματοποιώντας και υπεραπλουστεύοντας, να πω με δυο λόγια πού έγκειται η αξία του έργου αυτού του Έλληνα και ευρωπαίου στοχαστή, θα έλεγα στο γεγονός ότι ξαναδίνοντας στην κίνησή μας κατεύθυνση –ώστε να μη περιφερόμαστε άσκοπα, εδώ κι εκεί– συμβάλλει αποφασιστικά στη διάνοιξη του ορίζοντα που έκλεισαν η ισχύς, η κατανάλωση και το θέαμα.

Σπεύδω να πω ότι τα κείμενα του Αξελού προσφέρονται περισσότερο στη διδασκαλία παρά σε διαλέξεις που δε βοηθούν ιδιαίτερα τον ακροατή να συλλάβει το νόημα μιας τόσο παραγωγικής σκέψης και πολύ περισσότερο, το ρηξικέλευθο φρόνημα που εισηγείται. Είναι γεγονός ότι ο Αξελός δεν υπήρξε ο αγαπημένος φιλόσοφος στους κύκλους ούτε της αριστεράς ούτε της δεξιάς διανόησης υποθέτω γιατί με όσα σημαίνει ο λόγος του, μαθαίνει και στη μια και στην άλλη, τον τρόπο να αρθούν πάνω από τον δογματισμό, τον φανατισμό, τις εμπάθειες, ξαναδίνοντας στην κοινωνία τη συνοχή της μέσα και παρά τις διαφορές. Ο λόγος του Αξελού είναι αινιγματικός και διορατικός, μαζί, κρύπτει και ταυτοχρόνως, αποκαλύπτει, μια και το αίνιγμά του είναι συνυφασμένο με το άνοιγμα της σκέψης που ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το άνοιγμα της σκέψης αποτελεί δύσκολο εγχείρημα που εμπιστεύεται την ανάλυση μόνο σε συνδυασμό με την ποίηση, ώστε να μας κάνει να αισθανθούμε και να εννοήσουμε αυτό που η επιθυμία με τις προβολές της, μας εξωθεί να ξεχάσουμε. Το γεγονός ότι η Φύση και η Ιστορία παραδόθηκαν ήδη στην Τεχνική.

Ο Αξελός μάς θυμίζει με τον δικό του τρόπο ότι οι προβολές μιας επιθυμίας που διαπνεόταν από την ιδεοληψία της κυριάρχησης και της υποταγής, μας οδήγησαν στην κατάστρωση ιδεολογημάτων που με την ψευδή τους συνείδηση, διαιώνιζαν την ισχύουσα   λογική και τα σχήματά της, υπονομεύοντας, με τον τρόπο αυτό, αντί της πλάνης, την αναζήτηση της αλήθειας. Το αποτέλεσμα είναι να μην ξέρουμε πλέον τι να κάνουμε και πώς να σκεφθούμε, αφού ακόμη και τώρα, έχοντας οδηγήσει τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής του, αρνούμαστε να δούμε όσα θεμελιώδη και ουσιαστικά συσκότιζαν ή συγκάλυπταν οι ιδεολογίες περί προόδου, σωτηρίας, ανάπτυξης. Αυτά τα θεμελιώδη και ουσιαστικά που αφορούν την κοσμική και ανθρώπινη ύπαρξη, απασχολούν το έργο του Αξελού. Με δικά μου λόγια, σταχυολογώ κάποια νοήματα μέσα σ’ αυτό, όπως τα εξής:

Παρά τα αναρίθμητα παθήματα χιλιετηρίδων, εμείς οι άνθρωποι παραμένουμε κυβευτές, κυβευμάτων που ως προς τη μορφή τους και ως προς την τροπή τους, ξεπέφτουν συχνά σε άθλια και ολέθρια παίγνια. Αυτή η κατάσταση μας αναγκάζει κάθε φορά να μετατρέπουμε την πλάνη σε αναγκαστική περιπλάνηση, σε μιαν εξορία, δηλαδή, όπου το παίγνιο θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε παιδιά και παιδεία, ξανά, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε τα νοήματα από τα σοφίσματα που επινοεί η αγυρτεία και ο εμπαιγμός, στην επικίνδυνη και προς το παρόν αχαλίνωτη τάση τους για παραπλάνηση και αποπλάνηση.

Ο Αξελός διατρέχοντας, διαγωνίως, πολλούς αιώνες της σκέψης, από τον Χέγκελ στον Ηράκλειτο, και από τον Ηράκλειτο στον Μαρξ, και στον Νίτσε, έγινε μάρτυρας των μοιραίων παθών, εξαπατήσεων και παραλείψεων που σφράγισαν όσα έγιναν, όσα συμβαίνουν και όσα επέρχονται. Μέσω αυτής της ευρυγώνιας θέασης της Ιστορίας, αναλαμβάνει να μας λογικέψει, από την μια, απαλύνοντας τον τρόμο και την αγωνία μας, και από την άλλη, ενεργοποιώντας και εντείνοντας την πιο τολμηρή φαντασία μας. Προτείνοντάς μας την άφοβη και ελεύθερη φαντασία που τονώνει το σθένος για την αλήθεια, ο Αξελός είναι σαν να ανοίγει ένα-ένα τα παράθυρα που κλείσαμε για να μην αισθανόμαστε τον ίλιγγο που προκαλούν οι φρενήρεις διαδρομές στην συμπαντική Ιστορία. Δεν μας έμεινε καμιά αμφιβολία: Τα κάθε λογής ιδεολογήματα, αυτά μας ωθούν στο κλείσιμο των παραθύρων, ώστε αντί για τα ίδια τα πράγματα, να βλέπουμε και να ακούμε μόνον όσα επιτρέπει να λέγονται και να ακούγονται η θεσμισμένη και διασαλευμένη πλέον τάξη του λόγου ή αυτή που την πολεμά για να πάρει την θέση της.

Το 1964, στο κατώφλι του ηλεκτρονικού κόσμου και πολύ πριν επικρατήσει ο βολικός, αλλά κενός όρος «μεταμοντέρνο», ο Αξελός έκανε λόγο για το πέρασμα από τη μοντερνικότητα στην πλανητική εποχή. Πλανητική εποχή, και όχι βέβαια απλώς μεταμοντέρνα, γιατί στο μεταξύ είχε επέλθει η αποθέωση της Τεχνικής που καλώς ή κακώς μπόρεσε να καταδαμάσει το ζωώδες, το θεϊκό και το ανθρώπινο στοιχείο, βάζοντας στη θέση τους, το τεχνητό και την τεχνητότητα.

Η Φύση και η Ιστορία, οι δυο μεγάλες στοιχειακές δυνάμεις που καθόρισαν την τύχη του αρχαίου, του νεώτερου και του σύγχρονου κόσμου, έφτασε η στιγμή να θυσιάσουν τη ζωτικότητα και την ικμάδα τους στην άψυχη και ψυχρή Τεχνική που ανακηρύχθηκε έτσι η Τρίτη μεγάλη διάδοχη δύναμη. Με την κυριάρχησή της, με άλλα λόγια, υπό το καθεστώς της Τεχνοκρατίας, ο κόσμος αδειάζει ολοταχώς από το νόημα που τού είχαν προσδώσει πρώτα η Φύση ως σύγκρουση και εναρμόνιση, και, στη συνέχεια, η Ιστορία ως αντιπαλότητα και κατίσχυση.

 

Στην τεχνοκρατική φάση που διέρχεται ο πλανήτης, σήμερα, υπό το κράτος των ελιγμών και των αγοραίων συναλλαγών που σκοτώνουν τις πνευματικές μας δυνάμεις, η ποιητικότητα, η κοινότητα, η ιερότητα, κι αυτή ακόμη η πλαστικότητα φαίνεται να έχουν αποσυρθεί από την παγκόσμια σκηνή. Δεινός ιστορικός της φιλοσοφίας, οξυδερκής και λεπταίσθητος όσο λίγοι στοχαστές στον πλανήτη, ο Αξελός μας δείχνει με ποιόν τρόπο, με τη μεσολάβηση της Τεχνικής, το παρελθόν ισοπεδωμένο από το παρόν, δίνει την θέση του σ’ ένα μέλλον αποκομμένο από την εσχατολογία. Δυσκολευόμαστε να το παραδεχθούμε.

Ο Αξελός μας έδωσε μια φιλοσοφία ένα σύνολο συστηματικών προσεγγίσεων της πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα του μεταβιομηχανικού κόσμου που προέκυψε με τη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας που διευκόλυνε την πραγματοποίηση πρακτικά δύσκολων υπολογισμών και χειρισμών. Η πολυπλοκότητα του σημερινού κόσμου μέσα στην οποία ριχθήκαμε με τα θεσμικά και εργαλειακά μέσα που μας παρείχε ο μεταβιομηχανικός κόσμος μας καθιστά αμήχανους. Ούτε η λογική μας ούτε η ηθική μας, η ποίηση και οι τέχνες μας, τα πολιτικά συστήματα που επινοήσαμε και ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνικής και προσωπικής ζωής δεν μας βοηθούν να κινηθούμε μέσα στην νέα τεχνοποιημένη πραγματικότητα που μας δίνει τη αίσθηση ότι δεν είναι ανθρώπινη ή τέλος πάντων δεν είναι στα μέτρα της ανθρώπινης ζωής ή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Κι όμως αυτή η πραγματικότητα προέκυψε με τη μεσολάβηση της τεχνικής που υπηρέτησε τη φαντασιακή βλέψη του του σύγχρονου ανθρώπου να λύνει εκείνα τα προβλήματα που προσφέρονται για λύση με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Ωστόσο, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη φάση που διανύουμε, όπου το παρελθόν τείνει να εξαφανισθεί και το μέλλον να καταστρέψει κάθε υπόσχεση, ο Αξελός αναδεικνύει τη σκέψη ως την μόνη δύναμη σωτηρίας. Το μεγάλο δώρο που μας αφήνει είναι η εννόηση ότι η σκέψη ενώ εξαντλείται υπό την τρομακτική πίεση της Τεχνικής, παραμένει, παρ’ όλ’ αυτά, ανεξάντλητη.

Το προδρομικό βιβλίο του Κώστα Αξελού με τον τίτλο Προς μια πλανητική σκέψη πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 1964, όταν ακόμη δεν είχε επέλθει η μετάλλαξη της μοντερνικότητας σε πλανητική εποχή. Όταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, το βιβλίο επιτέλους μεταφράστηκε στα ελληνικά, η εντύπωση εξακολουθούσε να είναι ότι μάς μετέφερε σε τόπους της επιστημονικής φαντασίας μάλλον παρά στο κατώφλι του ηλεκτρονικού κόσμου που είχε ήδη αναδυθεί. Μη έχοντας προλάβει να αναπτύξουμε δεσμούς προσδοκίας και διάψευσης με τον κόσμο αυτό, αισθανόμαστε, όχι μόνο τότε, αλλά ακόμη και σήμερα, οικείοι και ξένοι μαζί.

Όσα βιβλία αυτού του τόσο ξεχωριστού και ιδιότυπου φιλοσόφου είχαν προηγηθεί και όσα άλλα επακολούθησαν έκτοτε, συνέβαλαν στο να καμφθούν οι αντιστάσεις της άγνοιας και κυρίως της προκατάληψης που είναι και οι πιο σθεναρές. Καθώς υποσκάπτουν τις ιδεολογικοποιήσεις που μας ωθούν σε μια τυφλή κινητικότητα, τα κείμενα του Κώστα Αξελού μάς αφυπνίζουν για να μας μεταφέρουν σ’ εκείνη την υπεραισθητή πτυχή της στοχαστικής σκέψης που, λόγω των αποστάσεων που παίρνει από τα πράγματα της ζωής, αποκτά τον χαρακτήρα ρήγματος.

 

Από την επικίνδυνη θέση του ρήγματος που χωρίζει τον στοχασμό από τις πρακτικές μας, ο φιλόσοφος μάς φανερώνει όσα μπορεί να σημαίνει για μας το τέλος της σύγχρονης εποχής, ακριβώς την στιγμή που μεταλλάσσεται σε μία άλλη εποχή του πλανήτη που νομίζαμε ότι αργούσε να έλθει, ενώ είναι ήδη, εδώ.

Διαφορετική απ’ όλες τις προηγούμενες, η πλανητική εποχή μάς καλεί να προσπεράσουμε την ιστορία του νεώτερου και σύγχρονου κόσμου, σαν μια χειρονομία φιλικής απομάκρυνσης από τα ανεπούλωτα τραύματα που προκάλεσαν οι καταστροφικές κατακτήσεις του για να ανοιχθούμε στην απαρχή που φέρει μέσα της η αποπεράτωση του.

Η αλήθεια είναι ότι δυσκολευόμαστε να προσπεράσουμε την Ιστορία του δικού μας Κόσμου που πίστεψε ότι χωρούσε τα αθλιώτερα και τα ευγενέστερα πράγματα, όντας ο ίδιος αχώρετος. Και είναι δύσκολο, γιατί καθώς τον προσπερνούμε, ανοιγόμαστε σ’ ένα τοπίο που παρά τους θορύβους και τον συνωστισμό, είναι τοπίο ερήμωσης, αφού ο κόσμος, όπως παρατηρεί ο Αξελός, έχει χάσει την κοσμοϊστορική σημασία του και έχει αδειάσει από νόημα. Γιατί το μυστικό ότι δεν ήταν άπειρος κι ότι χωρούσε στο γήινο χρονοδιάστημα, τόσο καλά κρυμμένο άλλοτε, υπό την πίεση των φιλοσοφικών διερωτήσεων και των επιστημονικών ερευνών, τους δυο τελευταίους αιώνες, διέρρεε συνεχώς.

Όμως ο Αξελός επιμένει: η νοσταλγία που δεν ταιριάζει στους ποιητές, δεν ταιριάζει ούτε στους στοχαστές. Στα κείμενά του ο Κώστας Αξελός μάς έδειξε, πράγματι, ότι ο κόσμος συνδυάζοντας τον μύθο με την τεχνολογία, υποδύθηκε το καταδαμάζον και παντοδύναμο είναι που ποτέ του δεν ήταν, με αποτέλεσμα να καταντήσει άσκεπτος κι ανεξέταστος, όπως ο βίος μέσα στην σύγχρονη κοινωνία. Γιατί επιμένοντας να είναι αυτό που δεν ήταν, ο κόσμος εξάντλησε με το ψέμα του, την σκέψη και τον λόγο που του αναλογούσε.

Παρόλο που η οικονομία και το χρήμα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της ανθρωπότητας και η αναστοχαστική σκέψη εξακολουθεί και φαντάζει ακόμη και σήμερα, σαν περίεργη ασχολία, παρόλα αυτά, χωρίς την κριτική δύναμη του αναστοχασμού, μια τέτοια κατάληξη, θα μας ήταν ακατανόητη· ένα ανεξήγητο μυστήριο που θα μας βύθιζε σε βαθύτερο σκοτάδι, έτσι που η πτώση του Κόσμου και η καταρράκωση του λόγου να φαίνονται καταδικαστικές και αδιέξοδες.

Ο Αξελός, όμως, λάτρης του Ηρακλείτου, γνωρίζει ότι η άνω και κάτω οδός είναι μία. Έτσι, αντίθετα από ορισμένους διανοητές της Δύσης που εξήγγειλαν ως μοίρα του σύγχρονου κόσμου, έναν αναπόφευκτο και ακατάβλητο μηδενισμό, ο Έλληνας και ευρωπαίος φιλόσοφος επιμένει ότι η πτώση και η άνοδος του ιστορικού κόσμου είναι μία και επήλθε σε μια μακρά διάρκεια, στα όρια ενός συστήματος που για να στηριχθεί, κατασκεύαζε ταυτότητες διαχωρισμένες από τις ετερότητες, στερημένες την διαφορά.

Αλλά για να δείξει ότι το σύστημα επιδεικνύοντας την ισχύ του, φανέρωνε τον κόσμο άλλον από αυτόν που όντως είναι, ο Αξελός χρειάστηκε να απομακρυνθεί από την Ιστορία του παγκόσμιου συστήματος και να σκεφτεί για λογαριασμό της τωρινής εποχής που σημαδεύει το τέλος του. Το τέλος όμως, για την σκέψη του Αξελού, δεν είναι πέρας, τερματικός σταθμός, μεταμόρφωση και αλλαγή.

 

Με το βλέμμα προσηλωμένο στο παρμενίδειο Εν το Παν και στην πολυπλοκότητά του, έδειξε ότι για να αλλάξει ο σημερινός κόσμος, χρειάζεται να αλλάξει η σχέση μας με τον κόσμο. Αυτή η αλλαγή της σχέσης μας με τον κόσμο είναι η προϋπόθεση για την μεταμόρφωση του κόσμου και την δική μας. Ο λόγος του Αξελού, σαν σε ηχώ ξαναφέρνει στ’ αυτιά μας τον λόγο ενός Χέγκελ, ενός Μαρξ, ενός Νίτσε που έλεγαν ότι πριν από τον άνθρωπο και πριν από τον κόσμο, είναι η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο με τον κόσμο. Σχέση που μετατρέπει την ύπαρξη σε συνύπαρξη.

Στα δοκίμιά του των δυο τελευταίων δεκαετιών, ο Κώστας Αξελός χρειάστηκε να σκεφτεί οραματικά, όχι, όμως, χιμαιρικά, για λογαριασμό του σήμερα που ενώ απογυμνώνεται από το παρελθόν, δεν χάνει ωστόσο, την ιστορική του υφή. Κι αυτό γιατί, καθώς διαλύεται ως κάτι ξένο από το παρόν, το παρελθόν συνενώνεται με το άγνωστο μέλλον. Το να μιλήσει, όμως, ο στοχαστής σαν τον ποιητή και να μας πει στον αιώνα του τι βλέπει, δεν είναι ούτε απλό ούτε απλώς δύσκολο. Για να το κατορθώσει, χρειάζεται να έχει φτάσει στην μέγιστη δυνατή απροκαταληψία, συνεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος.

Μόλις συνειδητοποιήσουμε ότι ένας τέτοιος διορατικός στοχασμός είναι κάτι σαν τους άθλους του Ηρακλή, ίσως οι εκλάμψεις του στοχαστικού λόγου μπορέσουν τότε να γίνουν για τους αποδέκτες του, οδόσημα του δρόμου που διανοίγει ο φιλοσοφικός φωτισμός. Μιλώ για άθλο, γιατί για να σκεφτεί την πλανητική εποχή, όπου το παρόν θέτει υπό διακύβευση τον πολυδιάστατο χρόνο, ο Αξελός στο Παιγνίδι του κόσμου, έργο που εκδίδει στα γαλλικά το 1969 και το οποίο νομίζω πως είναι το opus magnum του φιλοσόφου, χρειάστηκε να μετατρέψει το κύβευμα του παροντοποιημένου χρόνου σε νοητικό ελιγμό: υψώνοντας το παρόν πάνω από την εφήμερη επικαιρότητα που το περιστέλλει, το αναστοχάστηκε στην διεσταλμένη πυκνότητά του όπου ξετυλίγεται ένας ολόκληρος κόσμος ως είναι μέσα στο γίγνεσθαι.

Χρειάστηκε, δηλαδή, να βγει από το σύστημα παραγωγής που οργάνωσε, διαχειρίστηκε και παγκοσμιοποίησε η Δύση και κάνοντας το επόμενο βήμα, να σκεφτεί όσα συντελούνται στην παρούσα φάση του, που είναι φάση μεταλλαγής. Αφού, για τον Αξελό, κάθε αποπεράτωση είναι ταυτόχρονα κι απαρχή. Για να κάνει, όμως, αυτό το επόμενο βήμα, χρειάστηκε επιπλέον να ανοιχθεί πέρα από τον ιδεαλισμό και τον υλισμό που υπήρξαν η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Κι αντί να καταφύγει στην εσχατολογική φαντασιοκοπία, θεώρησε ευστοχότερο και εντιμότερο να ρίξει φως στην κρυφή λογική όσων διαμείφθηκαν και διαμείβονται μέσα στον χρόνο, στον κόσμο, στην σκέψη.

Μας έδωσε, έτσι, πολύ νωρίς, ήδη στα 1977, την δική του πολύτιμη Συμβολή στην Λογική: Έργο με πολλαπλές συνέπειες, όπου επεξεργάζεται τρόπους απεμπλοκής της ισχύουσας λογικής από τα άκαμπτα, τυποποιημένα της σχήματα. Το έργο αυτό τον οδήγησε να αντικαταστήσει την οντο-θεο-λογική με μια οντο-ιστοριο-λογική ανθρωπολογία ικανή να προβληματοποιήσει τις ισχύουσες αντιλήψεις στους τόπους της ηθικής ώστε αντί να αναιρούν τα λόγια τις πράξεις και το αντίστροφο, επιτέλους να συγκεράζονται, ανακόπτοντας την υποκρισία. Τον οδήγησε, επίσης, κατά την επόμενη πενταετία ως τα 1984, να συγκροτήσει μία Ανοιχτή, όπως εύστοχα την αποκάλεσε, Συστηματική.

Επειδή τίποτα δεν είναι απλό και αμεσότητα δεν υπάρχει, ο διορατικός Αξελός απαντά στα στέρεα, αλλά κλειστά οντο-θεολογικά συστήματα που κατασκεύασε η φιλοσοφία του παρελθόντος, με την συνάρθρωση των κοσμικών και των ανθρώπινων πραγμάτων, σε ένα μάλλον ακατανόητα ανοιχτό, για εκείνη την εποχή, σύστημα. Ένα σύστημα που ενώ ήταν δυνάμει πραγματικό, μας το έκρυβε. Γιατί κατά έναν τρόπο οξύμωρο που αρνούνταν να τον δεχθούν ο κοινός νους και η τυπική λογική, το ανοιχτό σύστημα συνεπάγεται, αν δεν την υπηρετεί κιόλας, την ρευστότητα. Και γιατί η σταθερότητά του επιζητεί την αστάθεια, αφού, χωρίς αυτήν, κανένα σύστημα δεν μπορεί να διασώσει την ζωή, στο εσωτερικό του, από το πάγωμα του θανάτου.

Στην συνδυαστική δομή του ανοιχτού συστήματος, επιμέρους δικτυώσεις σχέσεων συνέχουν και ταυτόχρονα διασπούν το Όλον, έτσι ώστε στην ημιτονοειδή κίνησή του, τα πάντα να είναι διπλά και ταυτοχρόνως ενιαία. Για να συλλάβει τον κυματισμό μέσα στον οποίο ξετυλίγεται το ανοιχτό σύστημα του κόσμου, ο φιλόσοφος χρειάστηκε να μετακινηθεί από ένα σημείο αναφοράς και περνώντας απ’ όλα τα ενδιάμεσα, να φτάσει στην εκ διαμέτρου αντίθετη θέση, για να το δει κι από κει. Αυτή η ανάγκη διεύρυνσης της οπτικής γωνίας δίνει στο κύβευμα του κόσμου και της σκέψης που το καταγράφει, τον χαρακτήρα ενός ριψοκίνδυνου διπλού παιγνιδιού. Το παιγνίδι είναι διπλό και είναι ριψοκίνδυνο, αλλά το υπαγορεύει το ανθρώπινο πνεύμα, καθώς ανυψώνεται και καταπίπτει.

Κι αφού η κάτω και η άνω οδός είναι πάντα μία, ο κόσμος, καθώς διασπάται για να αποφύγει την συντέλεια που του επιφυλάσσει η απόλυτη ενότητα, βαθαίνει τα ρήγματα της σκέψης ώστε αντί να κλειστεί, να ανοιχτεί παραπέρα. Ξεπερνώντας την ύβρι της παντοδυναμίας του, ο πολυπρισματικός νους καταφέρνει να δημιουργήσει ένα μοντέλο αλληλεξάρτησης γνώσης και κρίσης, επιστήμης και φιλοσοφίας όπου καμιά από τις δυο, ούτε η γνώση ούτε η κρίση, δεν διεκδικούν την θέση του κέντρου. Κι όπου ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία δεν είναι στην περιφέρεια.

Μ’ αυτούς τους όρους, η γνωσιοθεωρία, η επιστημολογία και η φιλοσοφία της επιστήμης σε συνεργασία με το επιστημονικό πνεύμα που εγκαινίασε ο 20ός αιώνας, μπόρεσαν και επεξεργάστηκαν έναν νέο ορθολογισμό που δεν αρκείται να αντιστρέψει για πολλοστή φορά τις προτεραιότητες και τις ξεπερνά μέσα σε σχήματα αλληλεξάρτησης. Αυτή η νέα ορθολογικότητα, την οποία άσκησε η θεωρητική επιστήμη, έγινε πεδίο φιλοσοφικής επεξεργασίας νέων τρόπων ανάλυσης, σύνθεσης, πειραματισμού.

Πρόκειται για ένα αληθινό ορμητήριο διερωτήσεων και διερευνήσεων, που απελευθερώνει τον Λόγο από την εμπλοκή του σε αιτίες, σκοπούς ορισμούς και αρχές που, όπως υπογραμμίζει ο φιλόσοφος, εποχιακά μόνο είχαν κυριαρχήσει. Η λογική χειραφετημένη από την σχηματοποίηση χάρη στο νέο επιστημονικό πνεύμα που εναντιώθηκε στον θετικισμό, αντί να δικαιολογεί τους αδικαιολόγητους διαχωρισμούς και αποκλεισμούς της, κι αντί να αποκλείει την ανορθολογικότητα, από την οποία τεχνητά είχε διαχωρισθεί, την ενσωματώνει αβίαστα στο πεδίο της.

Τώρα, το ποιοτικό που το είχαν ταυτίσει με το ανορθολογικό, καλεί τη σκέψη να μας το φανερώσει. Γιατί η ισχύουσα τάξη του λόγου κατ’ εντολήν του μηχανικισμού και της τεχνοεπιστήμης επί αιώνες ανήγε το ποιοτικό σε ποσοτικό, καταστρέφοντας κάθε έννοια του μέτρου. Παρόλα αυτά, στάθηκε αδύνατο να εμποδίσει την σκέψη να σκεφθεί τις κρυμμένες ή επιχωματωμένες ποιότητες σε σχέση με τις ποσότητες, πράγμα που άνοιξε το δρόμο ώστε να ξαναβρεθεί το μέτρο που χάθηκε.

Με βάση, λοιπόν, την διαφοροποιημένη ολότητα που συστήνουν το ορθολογικό με το ανορθόλογο, κάποιοι μετεωρικοί στοχαστές ανοίγουν τη λογική και την μεθοδολογία, έτσι ώστε να είναι ικανές να φωτίσουν την αλληλεξάρτηση και τον συνεχή διαφορισμό των αντιθετικών στοιχείων και των αντιφατικών όρων που τα αποδίδουν. Με τον τρόπο αυτό, ρίχνουν φως στις συνάψεις που συνδέουν τον κόσμο με τις παραβάσεις που τον κινητοποιούν, τις αλήθειες με το ψέμα που τις υπονομεύει και τις διεγείρει, συγχρόνως, το λογικό με το παράλογο που υποσκάπτει το λογικό και το εμπλουτίζει κοκ.

Κι όλα αυτά στο όνομα μιας αρχής πλαστικότερης και δικαιότερης όπως είναι η αρχή της αμοιβαιότητας που αντί να προδίδει τη ζωή, την αναδεικνύει και την προάγει. Σ’ αυτό τον αστερισμό των λίγων φιλοσόφων που εμφανίζονται σαν μετεωρίτες και που αξιώνουν να σκεφτούμε αλλιώς, συγκαταλέγεται ο Κώστας Αξελός. Με τη σκέψη του να κινείται στο χαίνον ρήγμα που φαίνεται να μας χωρίζει από το παρελθόν, ενώ στην πραγματικότητα, μας χωρίζει μόνο από το κατεστραμμένο κομμάτι του παρελθόντος (από τις πλάνες, δηλαδή, και από τις σαθρές του προκαταλήψεις), εστιάζει, τώρα, την προσοχή του στην σχέση του ανθρώπου ως όντος στο γίγνεσθαί του, με τον Κόσμο.

Ο κόσμος, στο γίγνεσθαί του κι αυτός, περιλαμβάνει άτομα και συλλογικότητες που ζητώντας να καταλάβουν, αποσπώνται από τον κόσμο, για να τον αναγνωρίσουν στην ανοιχτή του ολότητα. Μέσα από αυτή την σωτήρια απόσταση, αντιλαμβάνονται ότι εκτός από την συσσώρευση, η διασπορά, και εκτός από την λογική, η ποιητικότητα, ως ζεύγη αντιθετικών τάσεων, κατευθύνουν τον λόγο τους σε μια σκέψη που θυμίζει λαβύρινθο στην προσπάθειά της να αποδώσει τα πλέγματα των χωροχρονικών συσχετίσεων και διασυνδέσεων, συνδυασμών και συγκλίσεων που συγκροτούν τον κόσμο και την ίδια στιγμή, μάς τον φανερώνουν.

Αυτή η λογική των σχέσεων, που ορίζει κι εμάς και τον κόσμο, μπόρεσε και συγκροτήθηκε χάρη στις προϋποθέσεις που εξασφάλισαν στον φιλόσοφο οι τρεις φιλοσοφικές τριλογίες που έγραψε κατά την εικοσαετία 1959-1979. Αλλά κι αυτές προετοιμάζονταν από τα τέλη της δεκαετίας του 40’, όταν με το πέρας των φιλοσοφικών του σπουδών στο Παρίσι, ο Αξελός εργάζεται ως ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, αλλά και μετά, για πολλά χρόνια, ως πανεπιστημιακός δάσκαλος στην Σορβόννη.

Τα εννέα βιβλία που απαρτίζουν τις τρεις φιλοσοφικές τριλογίες εξερευνούν την παράξενη ήπειρο που θυμίζει η σκέψη αφού αντί να χάνεται, ενόσω ξετυλίγεται στα βάθη του χρόνου, ξαναβρίσκεται κι αφού αντί να μικραίνει, συνεχώς περιελίσσεται, προεκτείνεται, εντείνεται, διευρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τον ορίζοντα-φόντο της.

Κινούμενη στο βάθος του χρόνου, η σκέψη γίνεται, στην κυριολεξία, ο ορίζοντας όλων των οριζόντων. Μέσα σ’ αυτό το αχανές πεδίο, ο ερμητικός ηρακλείτειος λόγος μέσα σ’ ένα απρόβλεπτο πήγαινε-έλα, συναντά τον λόγο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Καντ και του Χέγκελ, αλλά και του Μαρξ, του Νίτσε, του Φρόιντ, όπως και τον λόγο των επιστημών της φύσης και του ανθρώπου, έτσι όπως τον ανέπτυξε ο 20ός αιώνας, απελευθερώνοντας τον από το πνεύμα του καθολικού καθορισμού και προσδιορισμού.

Είναι φυσικό ο Αξελός να κάνει λόγο για περιπλάνηση. Γιατί αν ακόμη και το ταξίδι με τον προσχεδιασμένο προορισμό έχει τις δυσκολίες του, μπορούμε να φανταστούμε πόσο πιο επίπονο γίνεται, όταν ο φιλόσοφος σταματά συνεχώς για να δει και να μάθει, πράγμα που τον αναγκάζει από τον ένα σταθμό στον επόμενο, να αναθεωρεί τον προορισμό και το βέλος του και προκειμένου να υπηρετήσει την αποστολή του, να μεταμορφώνεται σε περιπλανώμενο. Αυτή η συνθήκη ατελεύτητης αναζήτησης της αλήθειας θα κάνει τον Κώστα Αξελό να αντιμετωπίσει την ανίχνευση της ιστορίας της σκέψης σε Δύση κι Ανατολή ως μίαν σχεδόν ή περίπου ατέρμονη περιπλάνηση.

Στη διερώτηση μήπως ο στοχαστής είναι από φυσικού του πλάνητας και πλανάται, η απάντηση είναι όχι. Απλώς, έχοντας δει και δεχθεί τη σημασία που έχουν το σχεδόν ή το περίπου, το μήποτε εκπληρωμένο, το δίσημο ή το αμφίλογο ή κι αυτό ακόμη το σχετικοποιημένο, αλλά μη καταργημένο απόλυτο ως εγγενείς όροι κάθε εγχειρήματος, ο στοχαστής οπλίζεται με την υπομονή που απαιτεί η ανίχνευση του πολυδαίδαλου δρόμου που εγείρει η ανθρώπινη ύπαρξη στην σχεδόν ατέρμονη εκτύλιξή της.

Από την εμπειρία της σκέψης ως περιπλάνησης που φανερώνει τον κόσμο στον παλμό και στις διακυμάνσεις του, στις αποχρώσεις και τους ρυθμούς του, αλλά κι από την εμπειρία της σκέψης ως τρόπου ζωής και θανάτου, ως διαγωγής και αποστασιοποίησης, ο Αξελός καταλήγει να εντάξει θεωρία και πράξη σ’ ένα μοναδικό κύβευμα που απελευθερώνει την έκβασή τους από την μοίρα και από το πεπρωμένο που τους επεφύλαξε, κατά το μακραίωνο παρελθόν.

Το ίδιο, θεωρεί τις δράσεις που ξετυλίγει το είναι - γίγνεσθαι, κυβεύματα που διαφεύγουν κι αυτά τον έλεγχο των θεών. Εδώ, ο φιλόσοφος μας αφήνει να εννοήσουμε ότι οι άνθρωποι για να κατανικήσουν την μοίρα που τους επεφυλάχθηκε, χρειάστηκε να αναμετρηθούν με το τυχαίο που διεισδύει στις πράξεις τους και τους μετατρέπει σε κυβευτές και κυβεύματα, παίκτες και παίγνια, την ίδια στιγμή. Πράγμα που υποδαυλίζει την σύγκρουση και την διαμάχη.

Και αν Πόλεμος πάντων μέν πατήρ ἐστι (Ηράκλειτος, Β53DK), τότε, πράγματι, Ἔργον γάρ ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 414). Αβεβαιότητα, διακινδύνευση, πειραματισμός εντείνουν την αγωνία των ημερών. Όμως, ο φιλόσοφος είναι τώρα, εδώ, για να μας θυμίσει με την παρουσία του και τον λόγο του ότι τα κυβεύματα είναι αδιαχώριστα από τα γράμματα, παιδιές και παιδεία μαζί.


Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, «Σκέψεις για τον Κώστα Αξελό», περιοδικό Φιλοσοφείν, τχ. 31 (Ιανουάριος 2025), Αφιέρωμα: Κώστας Αξελός:Η εκδίπλωση του φιλοσοφικού παιγνιδιού, σσ. 57-68.


📖 Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Κώστα Αξελού

 

11 Φεβρουαρίου, 2023

Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Κώστα Αξελού

 


 

 

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη

 

 

 

Κώστας Αξελός, «Το παιγνίδι του κόσμου», μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη, Εστία 2018

 

 

Το Παιγνίδι του κόσμου, το οποίο δικαίως, αν και αμήχανα, θεωρήθηκε το οpus magnum του Κώστα Αξελού, [1] όχι τόσο για την έκτασή του όσο για την πυκνότητα των νοημάτων του, είναι καρπός του παιγνιδιού της σκέψης, όπως συγκρατημένα ο Αξελός αποκαλεί τον άθλο της συγγραφής του, και κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εργογραφία του φιλοσόφου.

Μιλώ για άθλο γιατί στο Παιγνίδι του κόσμου, ο Αξελός περιπλανώμενος στην δυσπρόσιτη ήπειρό του υπό συνεχή και ασυνεχή διαμόρφωση όντος/είναι, χαρτογραφεί την σπειροειδή διάταξη της ολότητας του κόσμου και των ενδοκοσμικών ολοτήτων που φτιάχνουν άνθρωποι και πολιτισμοί, με την κίνησή τους σε συγκεκριμένους χρονοτόπους, εντός του. Απ΄αυτή την άποψη, το έργο του, όπως από τις πρώτες σελίδες του αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, βρίσκεται στους αντίποδες του έργου τού Μ. Heidegger ή του E. Cioran.

Από την χαρτογράφηση του κόσμου και των κόσμων εντός του, και από τις επάλληλες ανιχνεύσεις των τρόπων εκτύλιξης του διαμορφούμενου είναι τους προκύπτει η δυναμική οντολογία που εκθέτει ο Αξελός, στο έργο αυτό, πριν από πενήντα ολόκληρα χρόνια.

Πρόκειται για την πρώτη καινοτόμο Μεταφυσική πραγματεία της πλανητικής εποχής, όπως αποκαλεί ο συγγραφέας την φάση που διαδέχθηκε την εποχή της μοντερνικότητας. Και δεν θα άντεχε την πολυμέτωπη αποδόμηση του μεταδομισμού, αν η ανοιχτή σκέψη που την συνέλαβε και την συγκρότησε δεν είχε την δύναμη να αποδώσει, με τα δικά της σημάδια, σύμβολα, αρχές, έννοιες και μεταφορές, τη δυναμική ενός κόσμου, που ύστερα από πέντε αιώνες μοντερνικότητας, φαίνεται να υπέκυψε στην κυριαρχία της Τεχνικής, αυτοτιθέμενος σε ένα καθεστώς κατάρρευσης και συγχρόνως αναδιαμόρφωσης.

Το παράδοξο αυτό καθεστώς πτώσης και μαζί ανόρθωσης που διανύει ο κόσμος της πλανητικής εποχής των τελευταίων πενήντα χρόνων, ανίσχυρο να ανακόψει την προϊούσα ισοπέδωση του Υποκειμένου της ποιητικής σκέψης, γίνεται το έναυσμα για τις αντιστάσεις του στην αλόγιστη χρήση της Τεχνικής.

Γιατί, πολλά χρόνια τώρα, η θετικιστική εργαλειακή λογική του know-how συνδέει την ποίηση με την καλολογία και την σκέψη με κατηγορίες, έννοιες, μεθόδους οργάνωσης και παραγωγής αγαθών κόστους δυσανάλογου προς το υπερκέρδος που αποφέρουν, και με τον τρόπο αυτό, παραβλέπει ή αποκλείει ποιότητες που η αξία τους δεν είναι της τάξης μεγέθους που καθιερώνει το χρήμα ως μέτρο πάντων .

Σε μια τέτοια συνθήκη, σημαίνοντες στοχαστές είναι μοιραίο να μην κατανοούνται στην εποχή τους, αλλά σε κατοπινές περιόδους, όταν το επερχόμενο που διαβλέπουν στα γραπτά τους έχει γίνει πραγματικότητα. Ακραίο παράδειγμα μεταξύ άλλων, ήταν η περίπτωση του Τζιορντάνο Μπρούνο (1548-1600) που χρειάστηκε να καεί στην πυρά ως αιρετικός για την ιδέα του απείρου και των πολλαπλών κόσμων του σύμπαντος ή του Τζιαν Μπαττίστα Βίκο (1678-1744) που αγνοήθηκε επειδή αντιπαρέθεσε την κυκλικότητα του χρόνου στο ρεύμα του καιρού του που συνέδεσε την Ιστορία με την γραμμική εξέλιξη.

Τέτοια είναι και η περίπτωση του Κώστα Αξελού που παρακάμπτεται στο μέτρο που αντιπαραθέτει την αρχέγονη ποιητική σκέψη στην τεχνογνωσία στην οποία οδήγησε η οντοθεολογία, επιστρατεύοντας μάθηση, γνώση, συνείδηση και επιστήμη.

Η οντοθεολογία οδήγησε στην τεχνογνωσία, περιθωριοποιώντας τη δυνατότητα της σκέψης να δημιουργεί σημάδια και σύμβολα, σημασίες και νοήματα που προχωρούν πέραν της τεχνικής επεξεργασίας κατηγοριών, μεθόδων και εννοιών εργαλειακού και λογιστικού χαρακτήρα.

Υπ’ αυτή την έννοια, αν η τεχνοεπιστήμη προωθεί την παραγωγή εμπορευματοποιημένων υλικών αγαθών και την κατανάλωσή τους, με τη μεσολάβηση του χρήματος, η ποιητική σκέψη με τις αποκαλύψεις της, δημιουργεί όσα αναγκαία ενισχύουν τη θέληση για ζωή, καθιστώντας μας παίκτες ικανούς να ριχτούμε στο παιγνίδι του κόσμου ως κυβευτές που διακινδυνεύουν την ευόδωση των εγχειρημάτων δημιουργίας και θέσμισης, εν γνώσει τους ότι υπάρχουν και οι ίδιοι ως παίγνια.

Όλα όσα ενισχύουν τη θέληση για ποιητικά εγχειρήματα που αναμετριώνται με την τύχη και την πιθανότητα να μην ευοδωθούν, η τεχνογνωσία τα απαξιώνει ως δευτερεύοντα ή περιττά, επειδή απειλούν τον χρηματιστηριασμό που a priori τα αποκλείει.  Έτσι, σθένος, φρόνημα συντονισμός των ψυχικών και εγκεφαλικών λειτουργιών που καλλιεργεί η παιδεία θυσιάζονται στον βωμό της κατάρριψης ποικίλων ρεκόρ αγοράς και πωλήσεων.

Αποτέλεσμα είναι η καλή έκβαση του παιγνιδιού της ζωής και του κόσμου που παίρνει τη μορφή αγώνα, παραγωγής, θέσμισης και δημιουργίας να ανατίθεται στις ασήμαντες μετριότητες, αποκλείοντας τους υψηλού κινδύνου σημαίνοντες και άριστους κυβευτές.

Αλλά τι είναι και τι συμβολίζει το παιγνίδι (την παιδιά, ludus) του κόσμου και των ανθρώπων;

Για τον Αξελό, το παιγνίδι του κόσμου και των ανθρώπων είναι και συμβολίζει την περιπλάνησή τους σε διεργασίες που κινητοποιεί στο γίγνεσθαί του το Παρμενίδειο όν.

Υπ΄ αυτή την έννοια, η σκέψη που ρίχνεται στο παιγνίδι του κόσμου, αντλεί τη δυναμική της από την κίνησή της στην τροχιά της ιστορικότητάς της με τη μορφή ενός συνεχούς και ασυνεχούς γίγνεσθαι.

Στο Παιγνίδι του κόσμου, ο συγγραφέας, παρακολουθεί, από τη σωστή εγγύτητα / απόσταση, το κύβευμα του κόσμου που συστήνει μια διαφοροποιημένη και συγχρόνως διαφοροποιητική ενότητα .

Εντός της, τα κυβεύματα των ανθρώπων θέτουν σε διακινδύνευση το ένα το άλλο, με ήττες και νίκες που τους επιφυλάσσονται ταυτοχρόνως ή εναλλάξ, κατά τον χρόνο του γίγνεσθαι. Μέσα στον τρισδιάστατο (παρελθον-παρόν-μέλλον) του χωροχρόνου του κόσμου ενθυλακώνονται το άπειρο, η αιωνιότητα το τετραδιάστατο συνεχές της ζωής.

 

Για να περιπλανηθούμε με άνεση μέσα στο έργο, χρειάζεται να σταθούμε στην ιστορική συνθήκη εκκόλαψης και συγγραφής του. Θα εννοήσουμε, έτσι πόσο επίκαιρο είναι, για εμάς, σήμερα.

Από το 1950 και μέχρι τον θάνατό του, ο Αξελός σκέπτεται και γράφει ως να ζει ήδη σε ένα κόσμο που δεν είναι-πια, και την ίδια στιγμή, δεν είναι-ακόμη, καθώς αυτό που διέβλεπε να επέρχεται, διέκοπτε τη συνέχειά του με ό,τι εξακολουθούσε να υπάρχει, ενώ είχε παρέλθει.

 

Πράγματι, στο κλίμα ψυχοσωματικής και πνευματικής αποστέγνωσης που προκαλούσε και προκαλεί η εργαλειακή ορθολογικότητα, σε συνδυασμό με τη μυθοποίηση του καταναλωτισμού και την ηθική του πλαστού γοήτρου που ανέδειξε, τίποτα δεν έδειχνε, μέσα την δεκαετία του 1960, τον κίνδυνο να φραγεί η άλλοτε ανοδική και άλλοτε καθοδική σπείρα που διαγράφει ο λόγος στη μακραίωνη ιστορία του. Γέννημα, ωστόσο, της πρώτης φιλοσοφίας που εξελίχθηκε σε μεταφυσική γενική (Metaphysica generalis) και ειδική (Metaphysica specialis) και σε οντοθεολογία, με κύρια βλέψη την κυριαρχία και τη συγκρότηση μιας λογικής της κυριαρχίας, η Τεχνική χωρίς αυτεπίγνωση, χωρίς γνώση, δηλαδή, της ουσίας της, φαίνεται να επιδιώκει ένα τελειωτικό, ει δυνατόν, πλήγμα στη μάθηση , στην γνώση και στην συνείδηση του τι, του γιατί και προς τι που συμπληρώνουν την γνώση του πώς από όπου η ίδια προέκυψε.

Ο Αξελός διαβλέπει τα σημάδια της εντεινόμενης τεχνοποίησης που μετατρέπει τους ανθρώπους σε ομοιώματα του εαυτού τους, κενώνει το περιεχόμενό τους, μουμιοποιεί τη μορφή τους, και τους ξεριζώνει από τη μόνη γη της επαγγελίας που διαθέτουν: την παγκόσμια χωρο-χρονική Ιστορία.

Καθώς ο κίνδυνος αυτός απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη, ο στοχαστής φιλόσοφος ζητά να διεγείρει αντιστάσεις στην υπερχρήση της Τεχνικής που εξαφανίζει την απορητική σκέψη με αποτέλεσμα τον εκβαρβαρισμό, που εξοικειώνει τους κυβευτές –θεατές και δράστες ανίερων βεβηλώσεων– με την κτηνωδία.

Αυτή είναι η βλέψη του συγγραφέα, όταν, στο Παιγνίδι του κόσμου, εξηγεί το τι, γιατί, και προς τι του κυβεύματος, ανανεώνοντας εκείνη τη φιλοσοφική παράδοση που του εξασφάλισε τις προϋποθέσεις για την ευόδωση του εγχειρήματός του και τον τρόπο που του επιτρέπει να υλοποιήσει την βλέψη του. Και βέβαια, ο Αξελός δεν ήταν ο μόνος.

Στην ισοπέδωση της τεχνοποιημένης πραγματικότητας αντιστέκονται σκεπτόμενοι θεωρητικοί, επιστήμονες, ποιητές και φιλόσοφοι, δημιουργοί ενός λόγου ικανού να προσανατολίσει τον μαζοποιημένο άνθρωπο της μεταπολεμικής κοινωνίας, προβάλλοντας ως δύναμη κρούσης την ενοποιητική και διαφοροποιητική τριάδα του λέγειν–νοεῖν τε–και είναι. Για τέτοιου είδους σπουδαία πνεύματα, ο Χέγκελ έλεγε ότι καταδικάζουν τους επιγόνους τους να εξηγήσουν το έργο τους.

Αυτή είναι και η θέση της γράφουσας, θιασώτη, της ανοιχτής –εναδικής, τριαδικής, κυκλικής– σκέψης, η οποία αναλαμβάνει, εδώ, με μια κατά το δυνατόν ευσύνοπτη διαδικασία, να δείξει σε ένα εν προόδω ολόγραμμα, το εγχείρημα του Αξελού να υπερβεί την παραδεδομένη οντοθεολογία , προβληματοποιώντας τις λογικές, τις μεθόδους και τις θεματικές του λόγου και της φύσης, του θεού και του κόσμου, του ανθρώπου και της παγκόσμιας ιστορίας του.

Σε αντίθεση με τον Χάιντεγκερ, ο Αξελός διανοίγει την παραδεδομένη απορητική, θέτοντας ερωτήματα που κάνουν την άγρυπνη σκέψη να αναζητήσει, μέσα από τις βιωματικές και πολιτικές εμπειρίες αγώνων και αστοχιών της, απαντήσεις που φωτίζουν το μη είναι ως μη-είναι-ακόμη, ως δυνατόν-είναι, δηλαδή.

 

Το πρώτο που χρειάζεται να επισημάνουμε είναι ότι στο Παιγνίδι του κόσμου, ο συγγραφέας του ακολουθεί τα ίχνη του Καντ και του Χέγκελ που διείδαν τον κίνδυνο του μηχανικισμού της εποχής τους να εξαφανίσει την ανθρωποδικία την οποία αντέταξαν στην θεοδικία και στην πολιτική θεολογία. Έτσι, ο Αξελός αντί να αντιπροτάξει στο είναι εν τω γίγνεσθαι το δέον-είναι, μας αποκαλύπτει το δυνατόν-είναι με τη μορφή ενός μη-είναι-ακόμη που διανοίγει τον ορίζοντα της σκέψης επιτρέποντάς της να διείδει πέρα από τις σχηματοποιήσεις, τις αφαιρέσεις, τις ιδεολογικές μυστικοποιήσεις που ισοπεδώνουν την δυναμική της .

Το Παιγνίδι του κόσμου γράφεται στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στη φάση δηλαδή της καπιταλιστικής υπερανάπττυξης και των καρναβαλικών συνεπειών της και εκδίδεται ένα μόλις χρόνο μετά τον Μάη του ’68 και τις ελπιδοφόρες θεσμικές αλλαγές που εκόμισε.

Το 1969, τίποτα δεν έδειχνε ότι η παγκόσμια ιστορία, αποτυπώνοντας άπειρες βιωματικές εμπειρίες, στο πέρασμα χιλιετηρίδων, οδηγούνταν σε μια κρίσιμη στροφή, ολοφάνερη, σήμερα ώστε να την βλέπουν ακόμη και οι πλέον δογματικοί και προκατειλημμένοι.

Με αυτή την στροφή την οποία ταύτισε με καταστροφή, ο Χάιντεγγερ (1889-1967) επιβεβαίωνε, την κατάληξη της φιλοσοφίας, ύστερα από την μακραίωνη ανάπτυξή της στο κλειστό σύστημα της τεχνικής. Τη βεβαιότητά του ότι μόνη διαφυγή της φιλοσοφίας από τον ισόπεδο κύκλο της ήταν η επιστροφή της στον Παρμενίδη, ο Γερμανός φιλόσοφος την στήριξε στην άποψη ότι ο μηδενισμός ως ουσία και ως συμβεβηκός της μοίρας των λαών της Δύσης, ήταν το στίγμα της αποκτήνωσης που φέρουν στο κύτταρό τους ανώτεροι πολιτισμοί, καθώς βαθμιαία αποκόβονται από τις εποικοδομητικές δυνάμεις του πνεύματος.

Στην άποψή του συνηγόρησε εν πολλοίς το ότι ο Γερμανός φιλόσοφος υπήρξε άμεσος κληρονόμος του αριστοτελικού πλατωνισμού, τον οποίο ο Θωμάς Ακινάτης –γενάρχης της μεσαιωνικής φιλοσοφίας της Δύσης– επεξεργάσθηκε με τρόπο ώστε να εξοβελίσει το γίγνεσθαι από την μεταφυσική θεοδικία, μετατρέποντας το παρμενίδειο εόν σε ον.[ 2 ]

Αποτέλεσμα ήταν, για πέντε και παραπάνω αιώνες, τόσο για τη μεσαιωνική όσο και τη νεότερη φιλοσοφία, ο κόσμος ως δημιούργημα του θεού να παραμένει σταθερός, στατικός και αναλλοίωτος. Και χρειάστηκε η απορία του Καντ (1724-1804) σχετικά με τις αντινομίες και τις αντιφάσεις που αντικρούουν το σταθερό και αναλλοίωτο της φύσης για να καταστεί το είναι στο γίγνεσθαί του αντικείμενο της χεγκελιανής φιλοσοφίας και της επεξεργασίας μιας μη τυπικής λογικής , όργανο μιας δυναμικής οντο-γνωσιοθεωρίας.

Για τον Χέγκελ (1770-1830) η διαλεκτική (κριτική) άρνηση είναι θετική εφ᾽όσον καθιστά δυνατές τις υπερβάσεις και τους μετασχηματισμούς που έχει σαν αποτέλεσμα. Με τη σειρά τους, ο Μαρξ (1818-1883) και ο Νίτσε (1844-1900) ακολουθούν την χεγκελιανή παράδοση, και εστιάζουν το κύβευμά τους ο ένας στην επιστημονική εξήγηση και ο άλλος στην ερμηνευτική κατανόηση, αντιμετωπίζοντας και οι δυο, ωστόσο, τον κόσμο και τον άνθρωπο υπό την οπτική γωνία που μετατρέπει το βάθος του χώρου, που όριζε η γραμμική προοπτική ή αλλιώς perspectiva artificialis, σε βάθος χρόνου.

Ο Χάιντεγκερ σε μια προσπάθεια να υπερκεράσει την χεγκελιανή παράδοση, αρνείται την θετικότητα της διαλεκτικής άρνησης, με αποτέλεσμα να αναγάγει την στροφή σε καταστροφή μέσω της λήθης που επέρχεται κατά το χρεών.

Κινούμενος, με βάση την τυπική αρχή του αποκλεισμού του τρίτου, στον στενό και συσκοτιστικό ορίζοντα που συνεπάγεται ο διαχωρισμός του οντικού (της Φύσης) από το οντολογικό (την Ιστορία ή την ύπαρξη) ακινητοποιώντας τον χρόνο, ο Χάιντεγγερ θεωρεί την καταστροφή και τον μηδενισμό της αναπότρεπτα ώστε μόνον ένας θεός να μπορεί να μας σώσει. Αυτά δηλώνει στο Σπήγκελ το 1966, λίγο πριν από τον θάνατό του, ενώ στο κείμενό του «Die Technik und die Kehrre», είχε ήδη κάνει σαφές ότι η μόνη διέξοδος ήταν η συμφιλίωση με το μοιραίο.

Ο Αξελός, «παραγκωνίζοντας φιλικά» τον Χάιντεγκερ, στο Παιγνίδι του κόσμου που γράφει, στο ίδιο διάστημα, αντιτάσσεται στη στροφή/καταστροφή, αντιπαραθέτοντας στη χαϊντεγκεριανή λήθη που παίρνει τη μορφή αναγκαστικής απόκρυψης, το «αμνημόνευτο» και «το προ αμνημονεύτων», αυτό δηλαδή που δεν μνημονεύεται και δημιουργεί έτσι προσκόμματα στην αναζήτηση της αλήθειας.

Για τον Χάιντεγγερ, η στροφή/καταστροφή αντλεί την δήθεν αναγκαιότητά της από την αδράνεια της βούλησης. Ο Αξελός, ενώ γνωρίζει τον Χάιντεγκερ όσο λίγοι από τους Γάλλους μεταδομιστές που έθεσαν τη φιλοσοφία του ως αφετηρία των δικών τους αποδομήσεων, βλέπει, χωρίς πολεμική διάθεση, στο πρόσωπό του Γερμανού φιλοσόφου, έναν εθνικιστή, μηδενιστή, αθεϊστή, μη δημοκράτη που μοιρολατρικά παραιτείται από την αναζήτηση λύσεων του προβλήματος της κυριάρχισης της τεχνικής.

Αν κάτι διατηρεί ο Αξελός από την επιδραστική ανάγνωση των έργων του Χάιντεγγερ, είναι η παράδοση της ποιητικής μεταφυσικής και του μυστικού και μεσσιανικού λόγου με τον οποίο αρθρώθηκε, κατά την δεκαετία 1918-1927, όταν μια σειρά έργων των Γερμανών και Αυστριακών Ερνεστ Μπλοχ, Σπένγκλερ, Ρόσενβεγκ , Λίο Στράους, Καρλ Κράους δημιουργούν ένα ρεύμα γλώσσας και ύφους που δεν άφησε αδιάφορο τον συγγραφέα του Είναι και χρόνος και κατοπινών κειμένων.[ 3 ]

Σε αντίθεση με τον Χάιντεγκερ, ο Αξελός διανοίγει την παραδεδομένη απορητική, θέτοντας ερωτήματα που κάνουν την άγρυπνη σκέψη να αναζητήσει, μέσα από τις βιωματικές και πολιτικές εμπειρίες αγώνων και αστοχιών της, απαντήσεις που φωτίζουν το μη είναι ως μη-είναι-ακόμη, ως δυνατόν-είναι, δηλαδή. Απαντήσεις που προσανατολίζουν με ψυχραιμία και θέρμη, ρεαλιστικά και ρομαντικά, όπως προτείνει ο ίδιος, την διακυβέρνηση, την διαβούλευση, την διαχείριση, με τρόπο γόνιμο και παραγωγικό.

Έτσι, τον καιρό που το ρεύμα των Γάλλων μεταδομιστών, υπό την ενθουσιώδη επίδραση του Χάιντεγκερ, παύει να επενδύει σε ολιστικές προσεγγίσεις, με το έωλο επιχείρημα ότι είναι ολοκληρωτικής έμπνευσης, ο ίδιος ο Αξελός, διακινδυνεύοντας την περιθωριοποίησή του από το στερέωμα της Γαλλικής μεταμοντέρνας διανόησης, εμμένει στην χεγκελιανή παράδοση και την ηρακλήτεια καταγωγή της, στην οποία κινήθηκε από την εφηβεία και την τόσο ώριμη νεότητά του, πράγμα που αποτυπώνεται στις Φιλοσοφικές δοκιμές του που εκδίδονται το 1952, στην Αθήνα. Την ίδια παράδοση ανιχνεύει, στην πρώτη τριλογία των μεταφυσικών μελετών του (1956-1962) με το Ο Μαρξ, στοχαστής της τεχνικής, Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία και τα Arguments.

Η σύντομη διασταύρωσή του με τον Χάιντεγκερ γρήγορα γίνεται μια παρένθεση, μια και στις μεταφυσικές μελέτες του αυτής της πρώτης τριλογίας, ο Αξελός προβάλλει ως αντίστιξη στον χαϊντεγγεριανό φαταλισμό, τον Ηράκλειτο, φιλόσοφο του γίγνεσθαι του χρόνου και της κύβευσης, στο ένα άκρο, και στο άλλο, τον Μαρξ που ανέδειξε την τεχνική ως δύναμη όχι καταστροφής, αλλά απελευθέρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης από τον μόχθο.

Από την ηρακλείτεια προ-φιλοσοφία στην μαρξική μετα-φιλοσοφία, μέσω μιας μακράς περιπλάνησης στην ακολουθία των μεθερμηνειών που δέχθηκε ο αριστοτελικός πλατωνισμός από τον Ακινάτη ώς τον Ντεκαρτ, και από τον Λάιιμπνιτς ως τον Χέγκελ, ο Αξελός αντιπαρατίθεται στον αδρανοποιητικό μηδενισμό της χαϊντεγκεριανής αποδόμησης, κομίζοντας νέες δυνατότητες να σκεφθούμε διαφορετικά απ΄ ό,τι σκεφτόμαστε. [4]

Έτσι, ενώ ο Χάιντεγκερ απέκλεισε την υπέρβαση της δογματικής μεταφυσικής και της λογικής της που έφερε σε πέρας η χεγκελιανή παράδοση και ενώ συμβιβάστηκε με την τεχνική ως δύναμη εξόντωσης της φιλοσοφίας για να χαθεί σε δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά, ο Αξελός, με αταλάντευτη τη μνήμη της δικής του απαρχής που δεν χάνεται στη λήθη, αλλά στο προσωκρατικό «αμνημόνευτο», διανοίγει και την αφηρημένη σκέψη και την τυπική λογική της και την συγκεκριμένη σκέψη και την διαλεκτική λογική της.

Προσανατολιζόμενος στο άνοιγμα των δυνατοτήτων της σκέψης να παρατείνει το τέλος της, θέτει σε επάλληλους κύκλους ερωτήματα που ο δογματισμός και ο φανατισμός, ο αλόγιστος ενθουσιασμός, η εφησυχαστική ή σαγηνευτική απελπισία δεν μας επέτρεπαν να θέσουμε.

Η ανοιχτή σκέψη δείχνει ότι είναι σε θέση να δίνει απαντήσεις που να μην ακυρώνουν, με την ασφυκτική βεβαιότητά τους, τις ριζικές απορίες από τις οποίες προέρχονται. Με τον τρόπο αυτό, συμβάλλει στη διάνοιξη του μεταφιλοσοφικού πεδίου, μακριά από τις πανηγυρικές επιτυχίες του μεταμοντέρνου ρεύματος και την πεισιθάνατη αδιαφορία που διαχέει η τεχνοεπιστήμη με τον θρίαμβό της, εφόσον στο δεδομένο πλαίσιο της εντεινόμενης τεχνοποίησης της πραγματικότητας, ο μηδενισμός αντιμέτωπος με τις ανησυχίες που προκαλεί, στη μανία του να διαχυθεί στον πλανήτη, ερωτοτροπεί με έναν νεκραναστημένο ψόφιο ρομαντισμό που τον εμφανίζει μελαγχολικό ή χαρούμενο, και αυτο-παρουσιαζόμενος ως αντιρεύμα, γίνεται μόδα σε Δύση και σε Ανατολή.

Κι ενώ η μεταμοντέρνα φιλοσοφία υποδέχεται τον ακραίο σχετικισμό του «όλα ισχύουν» που επιτρέπει το τίποτα, ο Αξελός, μοναχικός με δική του επιλογή που την κάνει μοίρα του, μακριά από όσους συνωστίζονται, φοβούμενοι την απομόνωση του περιθωρίου, αντί να κινηθεί στο πλαίσιο μιας επιστημολογίας που να δικαιολογεί και να νομιμοποιεί την βλέψη κυριαρχίας της μυθοποιημένης και μυθοποιητικής Τεχνικής και αντί να καταφύγει στον βιοποριστικό ακαδημαϊσμό, εκδίδει, το 1969, το Παιγνίδι του κόσμου, στο πλαίσιο της δεύτερης Τριλογίας του (1969-1977) που συμπληρώνει τα έργα Για μια προβληματική ηθική και Συμβολή στη Λογική. [ 5 ]

Τα τρία αυτά έργα της δεύτερη τριλογίας είναι μέρη του πολύπλοκου , πολυσκοπικού εγχειρήματος του Αξελού και δεν διαχωρίζονται ούτε ενώνονται μεταξύ τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το Παιγνίδι του κόσμου, λογικά, προϋποθέτει τη Συμβολή στη Λογική που εκδίδεται εφτά χρόνια μετά. Αλλά τίποτα δεν συμβαίνει λογικά μόνο.

Συμβαίνει λογικά και παραλογικά, με τρόπο αινιγματικό, εντέλει, που μας κάνει να σκεφτούμε ότι αυτό που, στην πραγματικότητα, έπεται, λογικά , προηγείται. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τη μελέτη

Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία που, ενώ λογικά προηγείται, εκδόθηκε μετά από τη μελέτη του για τον Μαρξ, φιλόσοφο της τεχνικής . Η Συμβολή στη λογική (αμετάφραστη ακόμη στα ελληνικά), έργο ύστερο ως προς το Παιγνίδι του κόσμου, εφόσον γράφεται κατά το διάστημα 1973-1976 και εκδίδεται οκτώ χρόνια αργότερα, στην πραγματικότητα είναι πρότερον.

 Ο Αξελός το θέτει πριν από το Παιγνίδι του κόσμου γιατί σ΄ αυτό εκθέτει τη λογική με την οποία οικοδόμησε το Παιγνίδι του κόσμου και αποκάλυψε την απειρία σχέσεων που απεργάζεται ο ιστορικός χρόνος. Κάτι ανάλογο κάνει και ο καλλιτέχνης, όταν για τους κανόνες που επινοεί και εφαρμόζει για να φτιάξει το έργο του, μιλά μόνον μετά την δημιουργία του. Κι αυτό γιατί λογική, κανόνες και δημιουργία είναι σε συνέργεια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την επιστήμη της πολυπλοκότητας που παρακολουθεί και κατασκευάζει διαδίκτυα μιας απειρίας σχεδόν συνάψεων και δικτύων.

Το Παιγνίδι του κόσμου δεν παλινορθώνει ούτε αναμορφώνει την παραδεδομένη φιλοσοφία, χαϊντεγκεριανή ή χεγκελιανή, με σκοπό να ξαναμπεί η παλιά μηχανή στις ράγιες μήπως και γίνει πειστικότερη ή παραγωγικότερη.

Το ζήτημα είναι οι μεταμορφώσεις που επιτυγχάνει η ανοιχτή σκέψη κατά την εκτύλιξή της στον ιστορικό χρόνο και που την κάνουν ένα με τη ροή του. Οι μεταμορφώσεις αυτές είναι καρπός υπερβάσεων και παρε-γ-κλίσεων που επιχειρεί η ανοιχτή σκέψη για να αντικειμενοποιήσει απαγορευμένες ή κεκρυμμένες δυνατότητές της.

Προλαβαίνω, εδώ, να πω πως το έργο αυτό είναι το μοναδικό αρχιτεκτόνημα μιας ανοιχτής μεταφυσικής σκέψης στην καρδιά της πλανητικής εποχής, που καλεί τον αναγνώστη να το περιηγηθεί και να εννοήσει το γίγνεσθαι του κόσμου και του ανθρώπου στην σπείρα που σχηματίζουν σκάλες ανόδου και καθόδου, και μας επιτρέπει να δούμε από ψηλά, αλλά και από τα βάθη, τα επιτεύγματα (μεταμορφώσεις και μετασχηματισμούς) που πραγματοποιεί ο λόγος ως νοεῖν τε και λέγειν στη σχέση του με τον κόσμο, τη φύση, τον θεό και τον άνθρωπο, 3+1, στην ημιτονοειδή κινησή τους.

Κατά την έξοδό τους από το μεγαλειώδες κτίσμα που συστήνει αυτό το μνημειώδες έργο, οι αναγνώστες- επισκέπτες του ίσως αναρωτηθούν πώς μπόρεσε αν και μετέωρο να ορθωθεί, διατηρώντας την πλαστικότητα των όγκων του. 'Ισως ακόμη αναρωτηθούν αν η στατικότητά του αντέχει την ανέγερση κι άλλων επιπέδων της κλίμακας που θα διευρύνουν την ακτίνα θέασης, κάνοντας θεατές και δράστες του παιγνιδιού του κόσμου και του ανθρώπου, να αισθανθούν σαν πετούμενα πάνω από βουνά και κάμπους αυτού του μοναδικά ωραίου πλανήτη.

Ο Αξελός που διορατικά αφουγκράσθηκε αυτές τις απορίες ως ερωτηματικές επιφυλάξεις, εκθέτει την λογική του κυβεύματος του κόσμου και των κυβευμάτων των ανθρώπων στην συνεχώς αυξανόμενη πολυπλοκότητά τους,, στο έργο του Contribution à la Logique, που όπως ειπώθηκε παραπάνω, γράφει μεταξύ 1973-1976, και εκδίδει το 1977 στο πλαίσιο της δεύτερης τριλογίας του, για να ανταποκριθεί στις βάσιμες, σε πρώτη ματιά, ανησυχίες του αναγνώστη.

Αυτή τη ανοιχτή σκέψη και τη λογική της, σήμα των ποιητικών κυβευμάτων της τέχνης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας, ο Αξελός την επεξεργάστηκε, υπό την ώθηση μιας λιβιδικής, όπως την αποκαλεί, ενόρμησης για σκέψη. Όπως και η ενόρμηση για τον έρωτα και τον θάνατο, και η ενόρμηση για σκέψη έχει την έρεισή της στο Αυτό. Αλλά το Αυτό ( id ) δεν είναι μόνον το φροϋδικό ασυνείδητο, είναι ο ίδιος ο κόσμος / που η σιωπή του μας υπαγορεύει λόγο και έργα καμωμένα με παλμό και θέρμη ψυχής.

 

1. Βλ. επίσης, Αλ.Δεληγιώργη, Laudatio στον φιλόσοφο Κώστα Αξελό, ΑΠΘ. 9 Μαρτίου 2009 , στον τόμο Αναγορεύσεις, ΑΠΘ 2012, σσ. 45-52. Επίσης Αλ.Δεληγιώργη, «Ο Κώστας Αξελός και η μοίρα της Ελλάδας ως αυτοσυνειδησία μέσα στον σύγχρονο κόσμο», στο αφιέρωμα: «Κώστας Αξελός» του περιοδικού Νέα Εστία, τόμ. 177ος, τχ. 1865, Μάρτιος 2015, σσ. 105-117 και Αλ.Δεληγιώργη, «Κώστας Αξελός», περ. Αλήθεια, άνοιξη 2011, σσ. 301-305 (από την εισήγησή της «Πατρίδα της σκέψης, η εξορία», Στοά του Βιβλίου, 16 Μαρτίου 2010.)

 

2.Βλ.https://chronos.fairead.net/deligiorgi-dialektiko-texnazein,Αλ. Δεληγιώργη, «Το διαλεκτικό τεχνάζειν ως ελεγκτική μέθοδος της ρητορικής και της σοφιστικής στα ´Τοπικά´ του Αριστοτέλη».

 

 

3.Ο Στάινερ εντάσσει σ΄αυτό το ρεύμα γλώσσας και ύφους της ποιητικής μεταφυσικής που εγκαινιάζει ο Σοέγκλερ, αλλά και ο Μπλοχ και το «Mein Kampf» του Χίτλερ. Για περισσότερα βλ. τη μελέτη του Τζ. Στάινερ, «Χάιντεγκερ», μτφρ. Α. Καραβαντά, επιμ. Γκ. Μαγγίνη, εκδ. Πατάκη 2009, σσ.12-28.

 

4 . Κάτι ανάλογο κάνει ο Κ. Καστοριάδης, με την στροφή του στην ψυχανάλυση, την ίδια περίοδο, που οδηγεί στην έκδοση της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας (1974), έργο που παρακολουθεί κάτω από την στιβάδα της συνολιστικής-ταυτιστικής λογικής που καλύπτει την επιφάνεια της οντο-λογικής και οντο-γνωσιοθεωρίας, τις στιβάδες του φαντασιακού/συμβολικού που φορτίζουν την ποιητική σκέψη, καθιστώντας την φορέα όχι μόνον καταστροφής, αλλά και δημιουργίας. Και βέβαια, στο βάθος του χρόνου, οι Εστίες πυρκαϊάς του Νικόλα Καλαμάρη/Κάλας με το νέο αισθητικό πνεύμα που εισηγούνται, αποτελούν πηγή έμπνευσης και για τον Κ. Καστοράδη και για τον Κ. Αξελό

 

 

5.Η Τρίτη Τριλογία έργων που ακολούθησε (1969-1979) περιλαμβάνει τα Arguments d’ une recherche , το Horizons du monde και το Problèmes de l’enjeu. Τα έργα που εκδίδει με το πέρας και της τρίτης Τριλογίας μεταξύ των οποίων οι Μεταμορφώσεις, Αινιγματικές απαντήσεις, Γράμματα σε ένα νέο στοχαστή, ο Λ. Κουλουμπαρίτσης δικαίως τα χαρακτηρίζει έργα υπέρτατης και τρομερής διακινδύνευσης τα οποία ο Αξελός υποσηρίζει με σθένος και υπομονή από το 1984 μέχρι τον θάνατό του. Βλ. Λ. Κουλουμπαρίτσης, «Για μια εισαγωγή στον Κώστα Αξελό. Επιρροές και άξονες της φιλοσοφικής του σκέψης», περ. Νέα Εστία, ό.π., σ. 171 ( σσ. 158-172).

 

 ΧΑΡΤΗΣ 12 {ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2019}

 

Στα μονοπάτια της σκέψης:Συνομιλία με τον Κώστα Αξελό

Σειρά εκπομπών που παρουσιάζει προσωπικότητες της σύγχρονης παγκόσμιας διανόησης.

Το συγκεκριμένο επεισόδιο του οποίου τα γυρίσματα έγιναν στο Παρίσι το 1992, περιλαμβάνει συνέντευξη του φιλόσοφου και στοχαστή Κώστα Αξελού.

Με βάση ερωτήματα που του θέτει ο Γιάγκος Ανδρεάδης, με κεντρικό θέμα τη σκέψη στη σύγχρονη εποχή, ο Κώστας Αξελός ανατρέχει στην ιστορία της φιλοσοφίας από τους πρώτους ευρωπαίους στοχαστές, τους προσωκρατικούς Ηράκλειτο και Παρμενίδη, μέχρι τον Μάρξ και τον Χάιντεγκερ αναφερόμενος στο Λόγο του όντος.  Μιλάει για το ζητούμενο της σκέψης του τέλους του 20ου αι. αναλύοντας τις δικές του απόψεις σχετικά με το ερώτημα “πώς και γιατί ξετυλίγεται ο Κόσμος”.

Επικεντρώνεται στις έννοιες “Πλανητική σκέψη” και “Παιχνίδι του Κόσμου” και τη σχέση ανθρώπου-κόσμου που αποτελούν τον άξονα της στοχαστικής του προσπάθειας.

Κάνει αναφορά επίσης στη σχέση του με τον Μάρτιν Χάιντεγκερ και ασκεί κριτική στο διανοητικό του έργο. Σχολιάζοντας τη διαπίστωση σχετικά με το τέλος των ιδεολογιών, το τέλος της μεγάλης τέχνης και της πολιτικής προτείνει την ανοιχτή σκέψη και την εγκατάλειψη κάθε ιδέας ιδιοκτησίας. Ακόμη, την ανάγκη να εγγραφεί η τέχνη στην ποιητικότητα του κόσμου ως ξεπέρασμα του τέλους και κάθε μορφής πεσιμισμού.

Επιμέλεια: Γιάγκος Ανδρεάδης

Παραγωγή ΕΤ 1 Copyright 1992  

 

  


 

 
 

 
 
 
 



 
 

 


16 Φεβρουαρίου, 2024

Ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός

 


Ο φιλόσοφος Κώστας Αξελός


Χρονολογία Παραγωγής:1983

Ημερομηνία Πρώτης Προβολής:12/05/1983

Το επεισόδιο «Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ» είναι αφιερωμένο στον φιλόσοφο και στοχαστή ΚΩΣΤΑ ΑΞΕΛΟ. Σε συνέντευξή του στο σπίτι του ζωγράφου και θείου του ΜΙΧΑΛΗ ΑΞΕΛΟΥ, ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ αφηγείται βιογραφικά του στοιχεία, την μεγαλοαστική του καταγωγή, την ένταξή του στην Εθνική Αντίσταση, την αποχώρησή του από το κομουνιστικό κίνημα και την απόφασή του να φύγει στο Παρίσι το 1945 για να σπουδάσει.

Μιλάει για τις σπουδές φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και για την απογοήτευση που βίωσε και εκεί από τον ακαδημαϊσμό και τη σχολικότητα που κυριαρχούσε.

 Ακολουθεί εκτενές απόσπασμα από τη διάλεξη που έδωσε ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ στις 4 Απριλίου 1983, προσκεκλημένος του Γαλλικού Ινστιτούτου, επισκεπτόμενος την Ελλάδα μετά από τριανταεπτά χρόνια.

Τίτλος της διάλεξης: «Γιατί να σκεφτόμαστε».

Αναφέρεται στις απαρχές της σκέψης από τον ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ και τον ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ μέχρι τον ΠΛΑΤΩΝΑ και τον ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ, ενώ σχολιάζει με τρόπο πάντα επίκαιρο την μη-ανάγκη του σύγχρονου τεχνικού κόσμου για τη σκέψη.

 Όπως αναφέρει ο Έλληνας στοχαστής, χωρίς να είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος, παρατηρεί ότι στην εποχή μας «δεν υπάρχει ζήτηση σκέψης» και ότι «η μη ανάγκη σκέψης σήμερα συμβαδίζει με την κυρίαρχη τάξη και αταξία των πραγμάτων».

Στη συνέχεια ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ βρίσκεται στον Ναό του ΗΦΑΙΣΤΟΥ στο Θησείο και ανάμεσα στα αρχαιοελληνικά ερείπια, στην ελληνική φύση, τη βυζαντινή αρχιτεκτονική, ανατρέχει στην ιστορία της φιλοσοφίας, από τον ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ και τον ΠΛΑΤΩΝΑ, ως τον ΜΑΡΞ, τον ΦΡΟΫΝΤ και τον ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ και αναλύει τις απόψεις του σχετικά με τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, την αριστερά, τη μαρξιστική θεωρία, τη σύγχρονη κοινωνία και πολιτική, αλλά και τη φροϋδική σκέψη.

Θέτει καίρια ερωτήματα όπως «Ποια είναι η πατρίδα της σκέψης;», «Το όραμα της δημοκρατίας είναι θεμιτό;», ενώ σχολιάζει τη σχέση της πολιτικής με τον τεχνικό κόσμο. Σε άλλο σημείο, αναφέρει τον «περιορισμό του ανθρώπινου οράματος από τα κυρίαρχα κόμματα» και επισημάνει ότι: «όσες φορές ο στοχαστής προσπάθησε να καλυφθεί κάτω από μια πολιτική στέγη, αυτή έπεφτε και τον πλάκωνε».

Επίσης εξηγεί τα τρία κεντρικά σημεία του δικού του στοχασμού: τον Κόσμο, την Περιπλάνηση και το Παιχνίδι.

 Η εκπομπή τελειώνει με ένα ερώτημα που θέτει ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΞΕΛΟΣ για τη σκέψη στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα. 




📖 Μια πρώτη γνωριμία με την σκέψη του Κώστα Αξελού

07 Φεβρουαρίου, 2024

Κατερίνα Δασκαλάκη: «Για τον Αξελό ο τελευταίος μεγάλος συστηματικός φιλόσοφος ήταν ο Χέγκελ»

 


Η δημοσιογράφος,συγγραφέας,μεταφράστρια,και σύντροφος του Κώστα Αξελού, Κατερίνα Δασκαλάκη  μιλά με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου 

«Κώστας Αξελός:Η νοσταλγία του μέλλοντος» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία. 


Διηγείται στιγμές από τα χρόνια που έζησε μαζί του και την επίπονη προσπάθεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου που συνιστά μιαν απόπειρα προσέγγισης της ζωής και του έργου του Κώστα Αξελού, ενός από τους στοχαστές που σημάδεψαν τη σκέψη στον 20ό αιώνα. 


 
Pod.gr  
 
 Ολόκληρο το επεισόδιο εδώ 





Hans-Georg Gadamer erzählt die Geschichte der Philosophie

      Wie es anfing - Thales, Heraklit, Platon, Aristoteles     Hellenismus und Weltbürgertum - Epikur, die Stoa und Plotin         Moral u...