Αλεξάνδρα
Δεληγιώργη
Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Α.Π.Θ.
Με
το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η φιλοσοφία, αν εξαιρέσουμε
κάποιες φτωχές επιδόσεις της στο πολιτικό, διέρχεται μια φάση περισυλλογής. Της
την επιβάλλει η έκβαση της παγκόσμιας κρίσης που δεν είναι, βέβαια, μόνον
οικονομική και γι’ αυτό κλονίζει σε τέτοιο βαθμό την τάξη πραγμάτων που θέσπισε
και εδραίωσε, στο πλαίσιο του καπιταλιστικού κοσμο-συστήματος, ο νεώτερος και
σύγχρονος δυτικός κόσμος, πράγμα που τον θέτει σε τροχιά μετάβαση.
Ωστόσο,
ο στοχαστικός και ποιητικός λόγος, στους αντίποδες της ακαδημαϊκής ή της
εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας, χωρίς τις ευκολίες είτε της μιας είτε της άλλης,
δίνει το παρόν του μέσα σε κείμενα του Αξελού και αξίζει να τον ακούσουμε,
γιατί εμπεριέχουν εν σπέρματι τον κλονισμό της ισχύουσας τάξης του λόγου που επέρχεται.
Για τούτο, πιστεύω ότι όσο πιο δύσκολη θα γίνεται η τροπή των πραγμάτων, τόσο
θα μεγαλώνει η εξοικείωσή μας με την στοχαστική και ποιητική σκέψη του Κώστα
Αξελού. Ο ήρεμος λόγος τον οποίο αρθρώνει μας μαθαίνει πολλά σε μια περίοδο που
κατάπληκτοι διαπιστώνουμε πόσο απροετοίμαστοι είμαστε για τις επικείμενες ανακατατάξεις
στα πεδία του ισχύοντος λόγου.
Για
να κατανοήσουμε την ποιητική, αναστοχαστική σκέψη του Αξελού, χρειάζεται, αφού
διαβάσουμε τα κείμενά του, να πάρουμε τις δέουσες αποστάσεις και με τα κλειδιά
που μας δίνουν, να περιπλανηθούμε, με τη σειρά μας, στην κοσμική
πραγματικότητα, ακολουθώντας τις σκοτεινές, επικίνδυνες, όσο και αναπόφευκτες
διαδρομές του φιλοσόφου στην πλανητική εποχή. Λέω αναπόφευκτες γιατί ο Αξελός,
μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος είναι παιδί της πλάνης και της ψευτιάς που γι’ αυτό
ακριβώς, εναγωνίως αναζητά την αλήθεια. Αν θα έπρεπε σχηματοποιώντας και
υπεραπλουστεύοντας, να πω με δυο λόγια πού έγκειται η αξία του έργου αυτού του
Έλληνα και ευρωπαίου στοχαστή, θα έλεγα στο γεγονός ότι ξαναδίνοντας στην
κίνησή μας κατεύθυνση –ώστε να μη περιφερόμαστε άσκοπα, εδώ κι εκεί– συμβάλλει
αποφασιστικά στη διάνοιξη του ορίζοντα που έκλεισαν η ισχύς, η κατανάλωση και
το θέαμα.
Σπεύδω
να πω ότι τα κείμενα του Αξελού προσφέρονται περισσότερο στη διδασκαλία παρά σε
διαλέξεις που δε βοηθούν ιδιαίτερα τον ακροατή να συλλάβει το νόημα μιας τόσο
παραγωγικής σκέψης και πολύ περισσότερο, το ρηξικέλευθο φρόνημα που εισηγείται.
Είναι γεγονός ότι ο Αξελός δεν υπήρξε ο αγαπημένος φιλόσοφος στους κύκλους ούτε
της αριστεράς ούτε της δεξιάς διανόησης υποθέτω γιατί με όσα σημαίνει ο λόγος
του, μαθαίνει και στη μια και στην άλλη, τον τρόπο να αρθούν πάνω από τον
δογματισμό, τον φανατισμό, τις εμπάθειες, ξαναδίνοντας στην κοινωνία τη συνοχή
της μέσα και παρά τις διαφορές. Ο λόγος του Αξελού είναι αινιγματικός και διορατικός,
μαζί, κρύπτει και ταυτοχρόνως, αποκαλύπτει, μια και το αίνιγμά του είναι
συνυφασμένο με το άνοιγμα της σκέψης που ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Το άνοιγμα
της σκέψης αποτελεί δύσκολο εγχείρημα που εμπιστεύεται την ανάλυση μόνο σε
συνδυασμό με την ποίηση, ώστε να μας κάνει να αισθανθούμε και να εννοήσουμε
αυτό που η επιθυμία με τις προβολές της, μας εξωθεί να ξεχάσουμε. Το γεγονός
ότι η Φύση και η Ιστορία παραδόθηκαν ήδη στην Τεχνική.
Ο
Αξελός μάς θυμίζει με τον δικό του τρόπο ότι οι προβολές μιας επιθυμίας που
διαπνεόταν από την ιδεοληψία της κυριάρχησης και της υποταγής, μας οδήγησαν
στην κατάστρωση ιδεολογημάτων που με την ψευδή τους συνείδηση, διαιώνιζαν την
ισχύουσα λογική και τα σχήματά της,
υπονομεύοντας, με τον τρόπο αυτό, αντί της πλάνης, την αναζήτηση της αλήθειας. Το αποτέλεσμα
είναι να μην ξέρουμε πλέον τι να κάνουμε και πώς να σκεφθούμε, αφού ακόμη και
τώρα, έχοντας οδηγήσει τον πλανήτη στο χείλος της καταστροφής του, αρνούμαστε
να δούμε όσα θεμελιώδη και ουσιαστικά συσκότιζαν ή συγκάλυπταν οι ιδεολογίες
περί προόδου, σωτηρίας, ανάπτυξης. Αυτά τα θεμελιώδη και ουσιαστικά που αφορούν
την κοσμική και ανθρώπινη ύπαρξη, απασχολούν το έργο του Αξελού. Με δικά μου
λόγια, σταχυολογώ κάποια νοήματα μέσα σ’ αυτό, όπως τα εξής:
Παρά
τα αναρίθμητα παθήματα χιλιετηρίδων, εμείς οι άνθρωποι παραμένουμε κυβευτές,
κυβευμάτων που ως προς τη μορφή τους και ως προς την τροπή τους, ξεπέφτουν
συχνά σε άθλια και ολέθρια παίγνια. Αυτή η κατάσταση μας αναγκάζει κάθε φορά να
μετατρέπουμε την πλάνη σε αναγκαστική περιπλάνηση, σε μιαν εξορία, δηλαδή, όπου
το παίγνιο θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε παιδιά και παιδεία, ξανά, ώστε να
μπορούμε να διακρίνουμε τα νοήματα από τα σοφίσματα που επινοεί η αγυρτεία και
ο εμπαιγμός, στην επικίνδυνη και προς το παρόν αχαλίνωτη τάση τους για
παραπλάνηση και αποπλάνηση.
Ο
Αξελός διατρέχοντας, διαγωνίως, πολλούς αιώνες της σκέψης, από τον Χέγκελ στον
Ηράκλειτο, και από τον Ηράκλειτο στον Μαρξ, και στον Νίτσε, έγινε μάρτυρας των
μοιραίων παθών, εξαπατήσεων και παραλείψεων που σφράγισαν όσα έγιναν, όσα
συμβαίνουν και όσα επέρχονται. Μέσω αυτής της ευρυγώνιας θέασης της Ιστορίας,
αναλαμβάνει να μας λογικέψει, από την μια, απαλύνοντας τον τρόμο και την αγωνία
μας, και από την άλλη, ενεργοποιώντας και εντείνοντας την πιο τολμηρή φαντασία
μας. Προτείνοντάς μας την άφοβη και ελεύθερη φαντασία που τονώνει το σθένος για
την αλήθεια, ο Αξελός είναι σαν να ανοίγει ένα-ένα τα παράθυρα που κλείσαμε για
να μην αισθανόμαστε τον ίλιγγο που προκαλούν οι φρενήρεις διαδρομές στην
συμπαντική Ιστορία. Δεν μας έμεινε καμιά αμφιβολία: Τα κάθε λογής ιδεολογήματα,
αυτά μας ωθούν στο κλείσιμο των παραθύρων, ώστε αντί για τα ίδια τα πράγματα,
να βλέπουμε και να ακούμε μόνον όσα επιτρέπει να λέγονται και να ακούγονται η
θεσμισμένη και διασαλευμένη πλέον τάξη του λόγου ή αυτή που την πολεμά για να
πάρει την θέση της.
Το
1964, στο κατώφλι του ηλεκτρονικού κόσμου και πολύ πριν επικρατήσει ο βολικός,
αλλά κενός όρος «μεταμοντέρνο», ο Αξελός έκανε λόγο για το πέρασμα από τη
μοντερνικότητα στην πλανητική εποχή. Πλανητική εποχή, και όχι βέβαια απλώς
μεταμοντέρνα, γιατί στο μεταξύ είχε επέλθει η αποθέωση της Τεχνικής που καλώς ή
κακώς μπόρεσε να καταδαμάσει το ζωώδες, το θεϊκό και το ανθρώπινο στοιχείο,
βάζοντας στη θέση τους, το τεχνητό και την τεχνητότητα.
Η
Φύση και η Ιστορία, οι δυο μεγάλες στοιχειακές δυνάμεις που καθόρισαν την τύχη
του αρχαίου, του νεώτερου και του σύγχρονου κόσμου, έφτασε η στιγμή να
θυσιάσουν τη ζωτικότητα και την ικμάδα τους στην άψυχη και ψυχρή Τεχνική που
ανακηρύχθηκε έτσι η Τρίτη μεγάλη διάδοχη δύναμη. Με την κυριάρχησή της, με άλλα
λόγια, υπό το καθεστώς της Τεχνοκρατίας, ο κόσμος αδειάζει ολοταχώς από το
νόημα που τού είχαν προσδώσει πρώτα η Φύση ως σύγκρουση και εναρμόνιση, και,
στη συνέχεια, η Ιστορία ως αντιπαλότητα και κατίσχυση.
Στην
τεχνοκρατική φάση που διέρχεται ο πλανήτης, σήμερα, υπό το κράτος των ελιγμών
και των αγοραίων συναλλαγών που σκοτώνουν τις πνευματικές μας δυνάμεις, η
ποιητικότητα, η κοινότητα, η ιερότητα, κι αυτή ακόμη η πλαστικότητα φαίνεται να
έχουν αποσυρθεί από την παγκόσμια σκηνή. Δεινός ιστορικός της φιλοσοφίας,
οξυδερκής και λεπταίσθητος όσο λίγοι στοχαστές στον πλανήτη, ο Αξελός μας δείχνει
με ποιόν τρόπο, με τη μεσολάβηση της Τεχνικής, το παρελθόν ισοπεδωμένο από το
παρόν, δίνει την θέση του σ’ ένα μέλλον αποκομμένο από την εσχατολογία. Δυσκολευόμαστε
να το παραδεχθούμε.
Ο
Αξελός μας έδωσε μια φιλοσοφία ένα σύνολο συστηματικών προσεγγίσεων της
πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα του μεταβιομηχανικού κόσμου
που προέκυψε με τη χρήση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας που διευκόλυνε την
πραγματοποίηση πρακτικά δύσκολων υπολογισμών και χειρισμών. Η πολυπλοκότητα του
σημερινού κόσμου μέσα στην οποία ριχθήκαμε με τα θεσμικά και εργαλειακά μέσα
που μας παρείχε ο μεταβιομηχανικός κόσμος μας καθιστά αμήχανους. Ούτε η λογική
μας ούτε η ηθική μας, η ποίηση και οι τέχνες μας, τα πολιτικά συστήματα που
επινοήσαμε και ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνικής και προσωπικής ζωής δεν μας
βοηθούν να κινηθούμε μέσα στην νέα τεχνοποιημένη πραγματικότητα που μας δίνει
τη αίσθηση ότι δεν είναι ανθρώπινη ή τέλος πάντων δεν είναι στα μέτρα της ανθρώπινης
ζωής ή του ανθρώπινου εγκεφάλου. Κι όμως αυτή η πραγματικότητα προέκυψε με τη
μεσολάβηση της τεχνικής που υπηρέτησε τη φαντασιακή βλέψη του του σύγχρονου
ανθρώπου να λύνει εκείνα τα προβλήματα που προσφέρονται για λύση με το
μικρότερο δυνατό κόστος.
Ωστόσο,
σ’ αυτή την τόσο δύσκολη φάση που διανύουμε, όπου το παρελθόν τείνει να
εξαφανισθεί και το μέλλον να καταστρέψει κάθε υπόσχεση, ο Αξελός αναδεικνύει τη
σκέψη ως την μόνη δύναμη σωτηρίας. Το μεγάλο δώρο που μας αφήνει είναι η
εννόηση ότι η σκέψη ενώ εξαντλείται υπό την τρομακτική πίεση της Τεχνικής, παραμένει,
παρ’ όλ’ αυτά, ανεξάντλητη.
Το
προδρομικό βιβλίο του Κώστα Αξελού με τον τίτλο Προς μια πλανητική σκέψη
πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία το 1964, όταν ακόμη δεν είχε επέλθει η μετάλλαξη της
μοντερνικότητας σε πλανητική εποχή. Όταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, το βιβλίο
επιτέλους μεταφράστηκε στα ελληνικά, η εντύπωση εξακολουθούσε να είναι ότι μάς
μετέφερε σε τόπους της επιστημονικής φαντασίας μάλλον παρά στο κατώφλι του
ηλεκτρονικού κόσμου που είχε ήδη αναδυθεί. Μη έχοντας προλάβει να αναπτύξουμε
δεσμούς προσδοκίας και διάψευσης με τον κόσμο αυτό, αισθανόμαστε, όχι μόνο
τότε, αλλά ακόμη και σήμερα, οικείοι και ξένοι μαζί.
Όσα
βιβλία αυτού του τόσο ξεχωριστού και ιδιότυπου φιλοσόφου είχαν προηγηθεί και
όσα άλλα επακολούθησαν έκτοτε, συνέβαλαν στο να καμφθούν οι αντιστάσεις της
άγνοιας και κυρίως της προκατάληψης που είναι και οι πιο σθεναρές. Καθώς
υποσκάπτουν τις ιδεολογικοποιήσεις που μας ωθούν σε μια τυφλή κινητικότητα, τα
κείμενα του Κώστα Αξελού μάς αφυπνίζουν για να μας μεταφέρουν σ’ εκείνη την
υπεραισθητή πτυχή της στοχαστικής σκέψης που, λόγω των αποστάσεων που παίρνει
από τα πράγματα της ζωής, αποκτά τον χαρακτήρα ρήγματος.
Από
την επικίνδυνη θέση του ρήγματος που χωρίζει τον στοχασμό από τις πρακτικές
μας, ο φιλόσοφος μάς φανερώνει όσα μπορεί να σημαίνει για μας το τέλος της
σύγχρονης εποχής, ακριβώς την στιγμή που μεταλλάσσεται σε μία άλλη εποχή του
πλανήτη που νομίζαμε ότι αργούσε να έλθει, ενώ είναι ήδη, εδώ.
Διαφορετική
απ’ όλες τις προηγούμενες, η πλανητική εποχή μάς καλεί να προσπεράσουμε την
ιστορία του νεώτερου και σύγχρονου κόσμου, σαν μια χειρονομία φιλικής
απομάκρυνσης από τα ανεπούλωτα τραύματα που προκάλεσαν οι καταστροφικές κατακτήσεις
του για να ανοιχθούμε στην απαρχή που φέρει μέσα της η αποπεράτωση του.
Η
αλήθεια είναι ότι δυσκολευόμαστε να προσπεράσουμε την Ιστορία του δικού μας
Κόσμου που πίστεψε ότι χωρούσε τα αθλιώτερα και τα ευγενέστερα πράγματα, όντας
ο ίδιος αχώρετος. Και είναι δύσκολο, γιατί καθώς τον προσπερνούμε, ανοιγόμαστε
σ’ ένα τοπίο που παρά τους θορύβους και τον συνωστισμό, είναι τοπίο ερήμωσης,
αφού ο κόσμος, όπως παρατηρεί ο Αξελός, έχει χάσει την κοσμοϊστορική σημασία
του και έχει αδειάσει από νόημα. Γιατί το μυστικό ότι δεν ήταν άπειρος κι ότι
χωρούσε στο γήινο χρονοδιάστημα, τόσο καλά κρυμμένο άλλοτε, υπό την πίεση των
φιλοσοφικών διερωτήσεων και των επιστημονικών ερευνών, τους δυο τελευταίους
αιώνες, διέρρεε συνεχώς.
Όμως
ο Αξελός επιμένει: η νοσταλγία που δεν ταιριάζει στους ποιητές, δεν ταιριάζει
ούτε στους στοχαστές. Στα κείμενά του ο Κώστας Αξελός μάς έδειξε, πράγματι, ότι
ο κόσμος συνδυάζοντας τον μύθο με την τεχνολογία, υποδύθηκε το καταδαμάζον και
παντοδύναμο είναι που ποτέ του δεν ήταν, με αποτέλεσμα να καταντήσει άσκεπτος
κι ανεξέταστος, όπως ο βίος μέσα στην σύγχρονη κοινωνία. Γιατί επιμένοντας να
είναι αυτό που δεν ήταν, ο κόσμος εξάντλησε με το ψέμα του, την σκέψη και τον
λόγο που του αναλογούσε.
Παρόλο
που η οικονομία και το χρήμα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον της ανθρωπότητας και η
αναστοχαστική σκέψη εξακολουθεί και φαντάζει ακόμη και σήμερα, σαν περίεργη
ασχολία, παρόλα αυτά, χωρίς την κριτική δύναμη του αναστοχασμού, μια τέτοια
κατάληξη, θα μας ήταν ακατανόητη· ένα ανεξήγητο μυστήριο που θα μας βύθιζε σε βαθύτερο
σκοτάδι, έτσι που η πτώση του Κόσμου και η καταρράκωση του λόγου να φαίνονται
καταδικαστικές και αδιέξοδες.
Ο
Αξελός, όμως, λάτρης του Ηρακλείτου, γνωρίζει ότι η άνω και κάτω οδός είναι
μία. Έτσι, αντίθετα από ορισμένους διανοητές της Δύσης που εξήγγειλαν ως μοίρα
του σύγχρονου κόσμου, έναν αναπόφευκτο και ακατάβλητο μηδενισμό, ο Έλληνας και
ευρωπαίος φιλόσοφος επιμένει ότι η πτώση και η άνοδος του ιστορικού κόσμου
είναι μία και επήλθε σε μια μακρά διάρκεια, στα όρια ενός συστήματος που για να
στηριχθεί, κατασκεύαζε ταυτότητες διαχωρισμένες από τις ετερότητες, στερημένες
την διαφορά.
Αλλά
για να δείξει ότι το σύστημα επιδεικνύοντας την ισχύ του, φανέρωνε τον κόσμο
άλλον από αυτόν που όντως είναι, ο Αξελός χρειάστηκε να απομακρυνθεί από την
Ιστορία του παγκόσμιου συστήματος και να σκεφτεί για λογαριασμό της τωρινής
εποχής που σημαδεύει το τέλος του. Το τέλος όμως, για την σκέψη του Αξελού, δεν
είναι πέρας, τερματικός σταθμός, μεταμόρφωση και αλλαγή.
Με
το βλέμμα προσηλωμένο στο παρμενίδειο Εν το Παν και στην πολυπλοκότητά του,
έδειξε ότι για να αλλάξει ο σημερινός κόσμος, χρειάζεται να αλλάξει η σχέση μας
με τον κόσμο. Αυτή η αλλαγή της σχέσης μας με τον κόσμο είναι η προϋπόθεση για
την μεταμόρφωση του κόσμου και την δική μας. Ο λόγος του Αξελού, σαν σε ηχώ
ξαναφέρνει στ’ αυτιά μας τον λόγο ενός Χέγκελ, ενός Μαρξ, ενός Νίτσε που έλεγαν
ότι πριν από τον άνθρωπο και πριν από τον κόσμο, είναι η σχέση που συνδέει τον
άνθρωπο με τον κόσμο. Σχέση που μετατρέπει την ύπαρξη σε συνύπαρξη.
Στα
δοκίμιά του των δυο τελευταίων δεκαετιών, ο Κώστας Αξελός χρειάστηκε να σκεφτεί
οραματικά, όχι, όμως, χιμαιρικά, για λογαριασμό του σήμερα που ενώ
απογυμνώνεται από το παρελθόν, δεν χάνει ωστόσο, την ιστορική του υφή. Κι αυτό
γιατί, καθώς διαλύεται ως κάτι ξένο από το παρόν, το παρελθόν συνενώνεται με το
άγνωστο μέλλον. Το να μιλήσει, όμως, ο στοχαστής σαν τον ποιητή και να μας πει
στον αιώνα του τι βλέπει, δεν είναι ούτε απλό ούτε απλώς δύσκολο. Για να το
κατορθώσει, χρειάζεται να έχει φτάσει στην μέγιστη δυνατή απροκαταληψία,
συνεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος.
Μόλις
συνειδητοποιήσουμε ότι ένας τέτοιος διορατικός στοχασμός είναι κάτι σαν τους
άθλους του Ηρακλή, ίσως οι εκλάμψεις του στοχαστικού λόγου μπορέσουν τότε να
γίνουν για τους αποδέκτες του, οδόσημα του δρόμου που διανοίγει ο φιλοσοφικός
φωτισμός. Μιλώ για άθλο, γιατί για να σκεφτεί την πλανητική εποχή, όπου το
παρόν θέτει υπό διακύβευση τον πολυδιάστατο χρόνο, ο Αξελός στο Παιγνίδι του
κόσμου, έργο που εκδίδει στα γαλλικά το 1969 και το οποίο νομίζω πως είναι το
opus magnum του φιλοσόφου, χρειάστηκε να μετατρέψει το κύβευμα του
παροντοποιημένου χρόνου σε νοητικό ελιγμό: υψώνοντας το παρόν πάνω από την
εφήμερη επικαιρότητα που το περιστέλλει, το αναστοχάστηκε στην διεσταλμένη
πυκνότητά του όπου ξετυλίγεται ένας ολόκληρος κόσμος ως είναι μέσα στο
γίγνεσθαι.
Χρειάστηκε,
δηλαδή, να βγει από το σύστημα παραγωγής που οργάνωσε, διαχειρίστηκε και
παγκοσμιοποίησε η Δύση και κάνοντας το επόμενο βήμα, να σκεφτεί όσα συντελούνται
στην παρούσα φάση του, που είναι φάση μεταλλαγής. Αφού, για τον Αξελό, κάθε
αποπεράτωση είναι ταυτόχρονα κι απαρχή. Για να κάνει, όμως, αυτό το επόμενο
βήμα, χρειάστηκε επιπλέον να ανοιχθεί πέρα από τον ιδεαλισμό και τον υλισμό που
υπήρξαν η κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού. Κι αντί να
καταφύγει στην εσχατολογική φαντασιοκοπία, θεώρησε ευστοχότερο και εντιμότερο
να ρίξει φως στην κρυφή λογική όσων διαμείφθηκαν και διαμείβονται μέσα στον
χρόνο, στον κόσμο, στην σκέψη.
Μας
έδωσε, έτσι, πολύ νωρίς, ήδη στα 1977, την δική του πολύτιμη Συμβολή στην
Λογική: Έργο με πολλαπλές συνέπειες, όπου επεξεργάζεται τρόπους απεμπλοκής της
ισχύουσας λογικής από τα άκαμπτα, τυποποιημένα της σχήματα. Το έργο αυτό τον
οδήγησε να αντικαταστήσει την οντο-θεο-λογική με μια οντο-ιστοριο-λογική
ανθρωπολογία ικανή να προβληματοποιήσει τις ισχύουσες αντιλήψεις στους τόπους
της ηθικής ώστε αντί να αναιρούν τα λόγια τις πράξεις και το αντίστροφο,
επιτέλους να συγκεράζονται, ανακόπτοντας την υποκρισία. Τον οδήγησε, επίσης,
κατά την επόμενη πενταετία ως τα 1984, να συγκροτήσει μία Ανοιχτή, όπως εύστοχα
την αποκάλεσε, Συστηματική.
Επειδή
τίποτα δεν είναι απλό και αμεσότητα δεν υπάρχει, ο διορατικός Αξελός απαντά στα
στέρεα, αλλά κλειστά οντο-θεολογικά συστήματα που κατασκεύασε η φιλοσοφία του
παρελθόντος, με την συνάρθρωση των κοσμικών και των ανθρώπινων πραγμάτων, σε
ένα μάλλον ακατανόητα ανοιχτό, για εκείνη την εποχή, σύστημα. Ένα σύστημα που
ενώ ήταν δυνάμει πραγματικό, μας το έκρυβε. Γιατί κατά έναν τρόπο οξύμωρο που
αρνούνταν να τον δεχθούν ο κοινός νους και η τυπική λογική, το ανοιχτό σύστημα
συνεπάγεται, αν δεν την υπηρετεί κιόλας, την ρευστότητα. Και γιατί η
σταθερότητά του επιζητεί την αστάθεια, αφού, χωρίς αυτήν, κανένα σύστημα δεν
μπορεί να διασώσει την ζωή, στο εσωτερικό του, από το πάγωμα του θανάτου.
Στην
συνδυαστική δομή του ανοιχτού συστήματος, επιμέρους δικτυώσεις σχέσεων συνέχουν
και ταυτόχρονα διασπούν το Όλον, έτσι ώστε στην ημιτονοειδή κίνησή του, τα
πάντα να είναι διπλά και ταυτοχρόνως ενιαία. Για να συλλάβει τον κυματισμό μέσα
στον οποίο ξετυλίγεται το ανοιχτό σύστημα του κόσμου, ο φιλόσοφος χρειάστηκε να
μετακινηθεί από ένα σημείο αναφοράς και περνώντας απ’ όλα τα ενδιάμεσα, να
φτάσει στην εκ διαμέτρου αντίθετη θέση, για να το δει κι από κει. Αυτή η ανάγκη
διεύρυνσης της οπτικής γωνίας δίνει στο κύβευμα του κόσμου και της σκέψης που
το καταγράφει, τον χαρακτήρα ενός ριψοκίνδυνου διπλού παιγνιδιού. Το παιγνίδι
είναι διπλό και είναι ριψοκίνδυνο, αλλά το υπαγορεύει το ανθρώπινο πνεύμα,
καθώς ανυψώνεται και καταπίπτει.
Κι
αφού η κάτω και η άνω οδός είναι πάντα μία, ο κόσμος, καθώς διασπάται για να
αποφύγει την συντέλεια που του επιφυλάσσει η απόλυτη ενότητα, βαθαίνει τα
ρήγματα της σκέψης ώστε αντί να κλειστεί, να ανοιχτεί παραπέρα. Ξεπερνώντας την
ύβρι της παντοδυναμίας του, ο πολυπρισματικός νους καταφέρνει να δημιουργήσει
ένα μοντέλο αλληλεξάρτησης γνώσης και κρίσης, επιστήμης και φιλοσοφίας όπου
καμιά από τις δυο, ούτε η γνώση ούτε η κρίση, δεν διεκδικούν την θέση του
κέντρου. Κι όπου ούτε η επιστήμη ούτε η φιλοσοφία δεν είναι στην περιφέρεια.
Μ’
αυτούς τους όρους, η γνωσιοθεωρία, η επιστημολογία και η φιλοσοφία της
επιστήμης σε συνεργασία με το επιστημονικό πνεύμα που εγκαινίασε ο 20ός αιώνας,
μπόρεσαν και επεξεργάστηκαν έναν νέο ορθολογισμό που δεν αρκείται να
αντιστρέψει για πολλοστή φορά τις προτεραιότητες και τις ξεπερνά μέσα σε
σχήματα αλληλεξάρτησης. Αυτή η νέα ορθολογικότητα, την οποία άσκησε η θεωρητική
επιστήμη, έγινε πεδίο φιλοσοφικής επεξεργασίας νέων τρόπων ανάλυσης, σύνθεσης,
πειραματισμού.
Πρόκειται
για ένα αληθινό ορμητήριο διερωτήσεων και διερευνήσεων, που απελευθερώνει τον
Λόγο από την εμπλοκή του σε αιτίες, σκοπούς ορισμούς και αρχές που, όπως
υπογραμμίζει ο φιλόσοφος, εποχιακά μόνο είχαν κυριαρχήσει. Η λογική
χειραφετημένη από την σχηματοποίηση χάρη στο νέο επιστημονικό πνεύμα που
εναντιώθηκε στον θετικισμό, αντί να δικαιολογεί τους αδικαιολόγητους
διαχωρισμούς και αποκλεισμούς της, κι αντί να αποκλείει την ανορθολογικότητα,
από την οποία τεχνητά είχε διαχωρισθεί, την ενσωματώνει αβίαστα στο πεδίο της.
Τώρα,
το ποιοτικό που το είχαν ταυτίσει με το ανορθολογικό, καλεί τη σκέψη να μας το
φανερώσει. Γιατί η ισχύουσα τάξη του λόγου κατ’ εντολήν του μηχανικισμού και
της τεχνοεπιστήμης επί αιώνες ανήγε το ποιοτικό σε ποσοτικό, καταστρέφοντας
κάθε έννοια του μέτρου. Παρόλα αυτά, στάθηκε αδύνατο να εμποδίσει την σκέψη να
σκεφθεί τις κρυμμένες ή επιχωματωμένες ποιότητες σε σχέση με τις ποσότητες,
πράγμα που άνοιξε το δρόμο ώστε να ξαναβρεθεί το μέτρο που χάθηκε.
Με
βάση, λοιπόν, την διαφοροποιημένη ολότητα που συστήνουν το ορθολογικό με το
ανορθόλογο, κάποιοι μετεωρικοί στοχαστές ανοίγουν τη λογική και την
μεθοδολογία, έτσι ώστε να είναι ικανές να φωτίσουν την αλληλεξάρτηση και τον
συνεχή διαφορισμό των αντιθετικών στοιχείων και των αντιφατικών όρων που τα
αποδίδουν. Με τον τρόπο αυτό, ρίχνουν φως στις συνάψεις που συνδέουν τον κόσμο
με τις παραβάσεις που τον κινητοποιούν, τις αλήθειες με το ψέμα που τις
υπονομεύει και τις διεγείρει, συγχρόνως, το λογικό με το παράλογο που
υποσκάπτει το λογικό και το εμπλουτίζει κοκ.
Κι
όλα αυτά στο όνομα μιας αρχής πλαστικότερης και δικαιότερης όπως είναι η αρχή
της αμοιβαιότητας που αντί να προδίδει τη ζωή, την αναδεικνύει και την προάγει.
Σ’ αυτό τον αστερισμό των λίγων φιλοσόφων που εμφανίζονται σαν μετεωρίτες και
που αξιώνουν να σκεφτούμε αλλιώς, συγκαταλέγεται ο Κώστας Αξελός. Με τη σκέψη
του να κινείται στο χαίνον ρήγμα που φαίνεται να μας χωρίζει από το παρελθόν,
ενώ στην πραγματικότητα, μας χωρίζει μόνο από το κατεστραμμένο κομμάτι του
παρελθόντος (από τις πλάνες, δηλαδή, και από τις σαθρές του προκαταλήψεις),
εστιάζει, τώρα, την προσοχή του στην σχέση του ανθρώπου ως όντος στο γίγνεσθαί
του, με τον Κόσμο.
Ο
κόσμος, στο γίγνεσθαί του κι αυτός, περιλαμβάνει άτομα και συλλογικότητες που
ζητώντας να καταλάβουν, αποσπώνται από τον κόσμο, για να τον αναγνωρίσουν στην
ανοιχτή του ολότητα. Μέσα από αυτή την σωτήρια απόσταση, αντιλαμβάνονται ότι
εκτός από την συσσώρευση, η διασπορά, και εκτός από την λογική, η ποιητικότητα,
ως ζεύγη αντιθετικών τάσεων, κατευθύνουν τον λόγο τους σε μια σκέψη που θυμίζει
λαβύρινθο στην προσπάθειά της να αποδώσει τα πλέγματα των χωροχρονικών
συσχετίσεων και διασυνδέσεων, συνδυασμών και συγκλίσεων που συγκροτούν τον
κόσμο και την ίδια στιγμή, μάς τον φανερώνουν.
Αυτή
η λογική των σχέσεων, που ορίζει κι εμάς και τον κόσμο, μπόρεσε και
συγκροτήθηκε χάρη στις προϋποθέσεις που εξασφάλισαν στον φιλόσοφο οι τρεις
φιλοσοφικές τριλογίες που έγραψε κατά την εικοσαετία 1959-1979. Αλλά κι αυτές
προετοιμάζονταν από τα τέλη της δεκαετίας του 40’, όταν με το πέρας των φιλοσοφικών
του σπουδών στο Παρίσι, ο Αξελός εργάζεται ως ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα
επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας, αλλά και μετά, για πολλά χρόνια, ως
πανεπιστημιακός δάσκαλος στην Σορβόννη.
Τα
εννέα βιβλία που απαρτίζουν τις τρεις φιλοσοφικές τριλογίες εξερευνούν την
παράξενη ήπειρο που θυμίζει η σκέψη αφού αντί να χάνεται, ενόσω ξετυλίγεται στα
βάθη του χρόνου, ξαναβρίσκεται κι αφού αντί να μικραίνει, συνεχώς
περιελίσσεται, προεκτείνεται, εντείνεται, διευρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τον
ορίζοντα-φόντο της.
Κινούμενη
στο βάθος του χρόνου, η σκέψη γίνεται, στην κυριολεξία, ο ορίζοντας όλων των
οριζόντων. Μέσα σ’ αυτό το αχανές πεδίο, ο ερμητικός ηρακλείτειος λόγος μέσα σ’
ένα απρόβλεπτο πήγαινε-έλα, συναντά τον λόγο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη,
του Καντ και του Χέγκελ, αλλά και του Μαρξ, του Νίτσε, του Φρόιντ, όπως και τον
λόγο των επιστημών της φύσης και του ανθρώπου, έτσι όπως τον ανέπτυξε ο 20ός
αιώνας, απελευθερώνοντας τον από το πνεύμα του καθολικού καθορισμού και
προσδιορισμού.
Είναι
φυσικό ο Αξελός να κάνει λόγο για περιπλάνηση. Γιατί αν ακόμη και το ταξίδι με
τον προσχεδιασμένο προορισμό έχει τις δυσκολίες του, μπορούμε να φανταστούμε
πόσο πιο επίπονο γίνεται, όταν ο φιλόσοφος σταματά συνεχώς για να δει και να
μάθει, πράγμα που τον αναγκάζει από τον ένα σταθμό στον επόμενο, να αναθεωρεί
τον προορισμό και το βέλος του και προκειμένου να υπηρετήσει την αποστολή του,
να μεταμορφώνεται σε περιπλανώμενο. Αυτή η συνθήκη ατελεύτητης αναζήτησης της
αλήθειας θα κάνει τον Κώστα Αξελό να αντιμετωπίσει την ανίχνευση της ιστορίας
της σκέψης σε Δύση κι Ανατολή ως μίαν σχεδόν ή περίπου ατέρμονη περιπλάνηση.
Στη
διερώτηση μήπως ο στοχαστής είναι από φυσικού του πλάνητας και πλανάται, η
απάντηση είναι όχι. Απλώς, έχοντας δει και δεχθεί τη σημασία που έχουν το
σχεδόν ή το περίπου, το μήποτε εκπληρωμένο, το δίσημο ή το αμφίλογο ή κι αυτό
ακόμη το σχετικοποιημένο, αλλά μη καταργημένο απόλυτο ως εγγενείς όροι κάθε
εγχειρήματος, ο στοχαστής οπλίζεται με την υπομονή που απαιτεί η ανίχνευση του
πολυδαίδαλου δρόμου που εγείρει η ανθρώπινη ύπαρξη στην σχεδόν ατέρμονη
εκτύλιξή της.
Από
την εμπειρία της σκέψης ως περιπλάνησης που φανερώνει τον κόσμο στον παλμό και
στις διακυμάνσεις του, στις αποχρώσεις και τους ρυθμούς του, αλλά κι από την
εμπειρία της σκέψης ως τρόπου ζωής και θανάτου, ως διαγωγής και
αποστασιοποίησης, ο Αξελός καταλήγει να εντάξει θεωρία και πράξη σ’ ένα
μοναδικό κύβευμα που απελευθερώνει την έκβασή τους από την μοίρα και από το
πεπρωμένο που τους επεφύλαξε, κατά το μακραίωνο παρελθόν.
Το
ίδιο, θεωρεί τις δράσεις που ξετυλίγει το είναι - γίγνεσθαι, κυβεύματα που
διαφεύγουν κι αυτά τον έλεγχο των θεών. Εδώ, ο φιλόσοφος μας αφήνει να
εννοήσουμε ότι οι άνθρωποι για να κατανικήσουν την μοίρα που τους επεφυλάχθηκε,
χρειάστηκε να αναμετρηθούν με το τυχαίο που διεισδύει στις πράξεις τους και
τους μετατρέπει σε κυβευτές και κυβεύματα, παίκτες και παίγνια, την ίδια
στιγμή. Πράγμα που υποδαυλίζει την σύγκρουση και την διαμάχη.
Και
αν Πόλεμος πάντων μέν πατήρ ἐστι (Ηράκλειτος, Β53DK), τότε, πράγματι, Ἔργον γάρ
ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 414). Αβεβαιότητα,
διακινδύνευση, πειραματισμός εντείνουν την αγωνία των ημερών. Όμως, ο φιλόσοφος
είναι τώρα, εδώ, για να μας θυμίσει με την παρουσία του και τον λόγο του ότι τα
κυβεύματα είναι αδιαχώριστα από τα γράμματα, παιδιές και παιδεία μαζί.
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, «Σκέψεις για τον Κώστα Αξελό», περ. Φιλοσοφείν, τχ. 31 (Ιανουάριος 2025), Αφιέρωμα: Κώστας Αξελός:Η εκδίπλωση του φιλοσοφικού παιγνιδιού, σσ. 57-68.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου